|
Η
Ελλάδα καταγράφει
αδυναμίες και στους
τρεις πυλώνες που
τεκμηριώνονται από
γενικά αποδεκτούς
δείκτες διεθνών
οργανισμών:
Η
υστέρηση στις βασικές
δεξιότητες του
μελλοντικού εργατικού
δυναμικού αντανακλάται
στους δείκτες του
διεθνούς προγράμματος
αξιολόγησης
δεκαπεντάχρονων μαθητών
στα μαθηματικά, την
ανάγνωση και τις φυσικές
επιστήμες (PISA) που
διενεργεί ο Ο.Ο.Σ.Α.
Σύμφωνα με την πιο
πρόσφατη έρευνα του
2025, το ελληνικό
εκπαιδευτικό σύστημα
καταγράφει υστέρηση και
στους τρείς τομείς, κατά
περίπου 9% σε σχέση με
τον μέσο όρο των χωρών
μελών του οργανισμού. Το
ανησυχητικότερο είναι
ότι οι δεξιότητες
φθίνουν συνεχώς από το
2008 και μετά.
Η
τεχνολογική υστέρηση
καταγράφεται
στην έκθεση της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής που
αξιολογεί τις επιδόσεις
των κρατών-μελών της ΕΕ
στον τομέα της
καινοτομίας και της
έρευνας
(European Innovation Scoreboard).
Παρά την πρόσφατη
βελτίωση, η Ελλάδα
κατατάσσεται 20ή, στην
κατηγορία των «μέτριων
καινοτόμων», με επίδοση
στο 77,5% του ευρωπαϊκού
μέσου όρου.
Τα
θεσμικά εμπόδια μπορούν
να αξιολογηθούν με
τους δείκτες της
Παγκόσμιας Τράπεζας για
την ποιότητα της
διακυβέρνησης
(Worldwide Governance Indicators).
Ιδιαίτερα κρίσιμοι είναι
οι δείκτες της
κυβερνητικής
αποτελεσματικότητας, της
ποιότητας των
κανονιστικών ρυθμίσεων,
της λειτουργίας του
κράτος δικαίου και του
ελέγχου της διαφθοράς. Η
Ελλάδα αποκλίνει από τον
μέσο όρο της ΕΕ και
στους τέσσερεις δείκτες.
Η μέση απόκλιση
εκτιμάται στο 18,7%, ενώ
στον έλεγχο της
διαφθοράς και της
κυβερνητικής
αποτελεσματικότητας
φθάνει το 21% και 24%
αντιστοίχως.
Οι
αποκλίσεις που
υποδηλώνουν οι δείκτες
δεν αποτελούν τρία
ανεξάρτητα προβλήματα,
αλλά αλληλοσυνδεόμενους
μηχανισμούς που
διαμορφώνουν τα κίνητρα
των επιχειρήσεων και των
επενδυτών (διάγραμμα
αιτιότητας). Οι
ελλείψεις σε δεξιότητες
περιορίζουν τη
διαθεσιμότητα
εξειδικευμένου
ανθρώπινου δυναμικού, η
τεχνολογική υστέρηση
μειώνει τις δυνατότητες
καινοτομίας και
παραγωγικής αναβάθμισης,
ενώ οι θεσμικές
αδυναμίες (πολυνομία,
γραφειοκρατία, ελλιπής
έλεγχος διαφθοράς)
αυξάνουν το κόστος και
την αβεβαιότητα απόδοσης
των επενδύσεων. Ως
αποτέλεσμα, όχι μόνο
επενδύουμε λίγο, αλλά
και οι επενδύσεις
κατευθύνονται σε
δραστηριότητες που
απαιτούν λιγότερη
τεχνολογία, χαμηλότερη
εξειδίκευση και
προσφέρουν ταχύτερη
απόδοση του κεφαλαίου,
αντί να ενισχύουν
κλάδους υψηλής
προστιθέμενης αξίας.

Η
παραγωγική διάρθρωση που
προκύπτει εγκλωβίζει την
οικονομία σε μια τροχιά
χαμηλότερης
προστιθέμενης αξίας και
παραγωγικότητας χωρίς να
δημιουργεί ισχυρή ζήτηση
για τεχνολογία και
εξειδικευμένο ανθρώπινο
δυναμικό. Όπως
χαρακτηριστικά
καταγράφει
πρόσφατη μελέτη του
Ι.Ο.Β.Ε., η
παραγωγικότητα της
εργασίας στον κλάδο
καταλυμάτων και
εστίασης, που αποσχολεί
το 14,2% των εργαζομένων
και αποτελεί την βάση
της “βαριάς βιομηχανίας”
του τουρισμού, αγγίζει
μόλις το 51% της
παραγωγικότητας του
συνόλου της οικονομίας.
Ο
μηχανισμός που
περιγράψαμε τείνει να
αναπαράγεται. Η
εξειδίκευση σε κλάδους
χαμηλότερης
παραγωγικότητας
περιορίζει τη ζήτηση για
εργαζομένους υψηλών
δεξιοτήτων και ενισχύει
τη φυγή ανθρώπινου
κεφαλαίου προς
οικονομίες με καλύτερες
επαγγελματικές
προοπτικές. Η μικρότερη
διαθεσιμότητα
εξειδικευμένου
προσωπικού αποδυναμώνει
περαιτέρω την καινοτομία
και την τεχνολογική
αναβάθμιση των
επιχειρήσεων,
ενισχύοντας εκ νέου τα
κίνητρα για επενδύσεις
στους ίδιους κλάδους
χαμηλής προστιθέμενης
αξίας. Έτσι
δημιουργείται
ανατροφοδότηση που
δυσκολεύει τη μετάβαση
σε ένα παραγωγικό
πρότυπο υψηλότερης
παραγωγικότητας και
βιώσιμης σύγκλισης με
την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η
εκτεταμένη παραοικονομία
μπορεί επίσης να
λειτουργεί ως κανάλι
μέσω του οποίου οι
θεσμικές αδυναμίες
επηρεάζουν την κατανομή
των επενδύσεων σε
δραστηριότητες χαμηλής
προστιθέμενης αξίας.
Επιχειρήσεις που
διατηρούν την
ανταγωνιστικότητά τους
μέσω αδήλωτης εργασίας ή
φοροδιαφυγής έχουν συχνά
ασθενέστερα κίνητρα να
επενδύσουν σε
τεχνολογία, εξοπλισμό
και δεξιότητες,
φρενάροντας ετσι την
παραγωγική αναβάθμιση
της οικονομίας. Στον
βαθμό που η συμπίεση του
κόστους εργασίας γίνεται
βασικότερος μοχλός
ανταγωνιστικότητας από
τις επενδύσεις σε
καινοτομία και
οργανωτική αναβάθμιση, η
παραοικονομία τείνει να
ανατροφοδοτείται.
Πώς
αλλάζουν τα κίνητρα ώστε
να μετακινηθεί η
οικονομία προς μια
τροχιά υψηλότερης
παραγωγικότητας; Η
μετάβαση απαιτεί να
αντιστραφεί ο
μηχανισμός: καλύτερες
δεξιότητες, ταχύτερη
τεχνολογική αναβάθμιση
και αποτελεσματικότεροι
θεσμοί πρέπει να
δημιουργήσουν ισχυρότερα
κίνητρα για καινοτόμες
επενδύσεις και
μεγαλύτερη ζήτηση
εξειδικευμένης εργασίας.
Έτσι μπορεί να
δημιουργηθεί ένας
ενάρετος κύκλος,
αντίστροφος από εκείνον
που περιγράφηκε, που να
οδηγεί σε παραγωγική
αναβάθμιση. Το πώς η
λειτουργία της αγοράς
εργασίας, οι δεξιότητες,
η μετανάστευση και η
παραοικονομία μπορούν να
ενισχύσουν ή να
εμποδίσουν αυτή τη
μετάβαση είναι ένα
επόμενο ερώτημα που θα
μας απασχολήσει.
* Ο
Αριστομένης Βαρουδάκης
είναι Οικονομολόγος, Πρώην
Καθηγητής Πανεπιστημίου
του Στρασβούργου, πρώην
ανώτερο στέλεχος της
Παγκόσμιας Τράπεζας και
του Ο.Ο.Σ.Α.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|