|

Αγορά ομολόγων προς Fed: Τα επιτόκια ίσως χρειαστεί να κινηθούν
υψηλότερα
Η αγορά αμερικανικών ομολόγων, αξίας περίπου 31
τρισ. δολαρίων, εκπέμπει ολοένα και πιο έντονα το μήνυμα ότι η
νομισματική πολιτική της Federal Reserve ενδέχεται να μην είναι
αρκετά περιοριστική. Η απόδοση του διετούς αμερικανικού
ομολόγου, που αποτελεί βασικό δείκτη των προσδοκιών για τη
βραχυπρόθεσμη πορεία των επιτοκίων, έχει αναρριχηθεί στο
υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δώδεκα μηνών, ξεπερνώντας
αισθητά το τρέχον εύρος του βασικού επιτοκίου της Fed, το οποίο
διαμορφώνεται μεταξύ 3,5% και 3,75%.
Η άνοδος αυτή τροφοδοτήθηκε κυρίως από τα
πρόσφατα στοιχεία της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ, τα οποία
κατέδειξαν ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή. Ως
αποτέλεσμα, ενισχύθηκαν οι εκτιμήσεις ότι η κεντρική τράπεζα
ίσως χρειαστεί να προχωρήσει σε περαιτέρω σύσφιγξη της πολιτικής
της προκειμένου να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να
αποτρέψει ενδεχόμενη υπερθέρμανση της οικονομίας, ιδιαίτερα σε
ένα περιβάλλον αυξημένων επενδύσεων και δαπανών που σχετίζονται
με την τεχνητή νοημοσύνη.
Παρά τα πιο ήπια στοιχεία για τον δομικό
πληθωρισμό, οι επενδυτές εξακολουθούν να προεξοφλούν το
ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων έως το τέλος του έτους. Τα
συμβόλαια ανταλλαγής επιτοκίων συνεχίζουν να ενσωματώνουν αυτή
την πιθανότητα, ενώ οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων κρατικών
τίτλων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με αναλυτές, τα τελευταία στοιχεία
προσφέρουν στη Fed ένα περιθώριο χρόνου ώστε να αξιολογήσει τις
εξελίξεις πριν λάβει νέες αποφάσεις. Ωστόσο, η συζήτηση για την
κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής παραμένει ανοιχτή, καθώς
αρκετοί επενδυτές θεωρούν ότι η αμερικανική οικονομία συνεχίζει
να αναπτύσσεται με ρυθμούς που ενδέχεται να αναζωπυρώσουν τον
πληθωρισμό.
Η πρώτη δοκιμασία για τον Κέβιν Γουόρς
Το περιβάλλον αυτό διαμορφώνει μια απαιτητική
αφετηρία για τον νέο πρόεδρο της Federal Reserve, Κέβιν Γουόρς,
ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα ενόψει της επόμενης συνεδρίασης
της FOMC. Αν και στο παρελθόν είχε εμφανιστεί πιο φιλικός προς
τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, πλέον καλείται να
ισορροπήσει ανάμεσα στις ανησυχίες των αγορών για επίμονες
πληθωριστικές πιέσεις και στις προσδοκίες όσων επιθυμούν
διατήρηση ή ακόμη και μείωση του κόστους δανεισμού.
Ορισμένοι διαχειριστές κεφαλαίων παραμένουν
επιφυλακτικοί απέναντι στα αμερικανικά ομόλογα, θεωρώντας ότι η
ανθεκτικότητα της οικονομίας περιορίζει την ελκυστικότητά τους.
Άλλοι εκτιμούν ότι η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα γύρω από
την τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με τη σταθερή κατανάλωση,
ενδέχεται να δημιουργήσει συνθήκες υπερθέρμανσης της οικονομίας
τα επόμενα τρίμηνα.
Στο επίκεντρο το «ουδέτερο επιτόκιο»
Κεντρικό σημείο της συζήτησης αποτελεί πλέον το
λεγόμενο «ουδέτερο επιτόκιο», δηλαδή το επίπεδο επιτοκίων που
δεν επιταχύνει αλλά ούτε επιβραδύνει την οικονομική
δραστηριότητα.
Τον Μάρτιο, οι αξιωματούχοι της Fed εκτιμούσαν
ότι το μακροπρόθεσμο ουδέτερο επιτόκιο διαμορφώνεται περίπου στο
3,1%. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η εκτίμηση αυτή είναι
πλέον χαμηλή, δεδομένης της ανθεκτικότητας της οικονομίας, της
ισχυρής κατανάλωσης και της επενδυτικής έκρηξης που συνδέεται με
την τεχνητή νοημοσύνη.
Η Barclays επισημαίνει ότι εάν αποδειχθεί πως η
τρέχουσα νομισματική πολιτική δεν είναι πραγματικά περιοριστική,
τότε οι εκτιμήσεις για το ουδέτερο επιτόκιο θα πρέπει να
αναθεωρηθούν προς τα πάνω, επηρεάζοντας ολόκληρη την καμπύλη
αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων.
Αντίστοιχα, οι αγορές αποτιμούν ήδη υψηλότερο
ουδέτερο επιτόκιο σε σχέση με τις επίσημες προβλέψεις της Fed,
γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την ανοδική κίνηση των
αποδόσεων.
Οι αγορές κάνουν μέρος της δουλειάς της Fed
Παράλληλα, η σημαντική άνοδος των αποδόσεων των
κρατικών ομολόγων λειτουργεί από μόνη της ως παράγοντας
σύσφιγξης των χρηματοοικονομικών συνθηκών. Με το 10ετές
αμερικανικό ομόλογο να κινείται κοντά στο 4,5%, αυξάνεται το
κόστος χρηματοδότησης για στεγαστικά δάνεια, επιχειρήσεις και
επενδύσεις.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg Economics, η
πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων ισοδυναμεί περίπου με πρόσθετη
σύσφιγξη 75 μονάδων βάσης στα επιτόκια της Fed. Αυτό σημαίνει
ότι η κεντρική τράπεζα ενδέχεται να μην χρειαστεί να προχωρήσει
άμεσα σε νέες αυξήσεις, καθώς μέρος της περιοριστικής πολιτικής
εφαρμόζεται ήδη μέσω των αγορών.
Ωστόσο, εάν η οικονομική ανάπτυξη και οι
πληθωριστικές πιέσεις παραμείνουν ισχυρές τους επόμενους μήνες,
η συζήτηση για υψηλότερα επιτόκια και αναθεώρηση του ουδέτερου
επιπέδου τους αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο.
|