| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 17/09/26

                    

 

Στεγαστική κρίση: Πάνω από ένας στους δύο νέους 25-34 ετών στην Ελλάδα μένει με τους γονείς του

 

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της αγοράς ακινήτων και επηρεάζει άμεσα την οικονομική και κοινωνική αυτονόμηση μιας ολόκληρης γενιάς. Η δυσκολία εξασφάλισης μιας προσιτής κατοικίας καθυστερεί την αποχώρηση από το πατρικό σπίτι, τη δημιουργία ανεξάρτητου νοικοκυριού, τη δημιουργία οικογένειας και, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και τις επαγγελματικές επιλογές των νέων.

 

Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα έντονο στην ηλικιακή ομάδα 25 έως 34 ετών. Πρόκειται για ανθρώπους που κατά κανόνα έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους, έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας και βρίσκονται σε μια κρίσιμη φάση για τις αποφάσεις που θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία της ζωής τους.

 

Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, τα οποία δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026, αποτυπώνουν με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο το μέγεθος του προβλήματος.

 

Στο 56,3% το ποσοστό των νέων που μένουν με τους γονείς τους

 

Στην Ελλάδα, το 56,3% των νέων ηλικίας 25-34 ετών εξακολουθεί να διαμένει στο πατρικό σπίτι.

 

Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε 30,1%.

 

Η διαφορά των 26,2 ποσοστιαίων μονάδων είναι εξαιρετικά μεγάλη και κατατάσσει την Ελλάδα στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών, πίσω μόνο από την Κροατία, όπου το ποσοστό φτάνει το 62,3%.

 

Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα περισσότεροι από ένας στους δύο νέους αυτής της ηλικίας δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει ανεξάρτητο νοικοκυριό.

 

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική σε χώρες όπως η Δανία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 3,9%.

 

Η απόσταση αυτή δείχνει ότι η παραμονή των νέων στο πατρικό σπίτι δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από πολιτισμικές ή οικογενειακές ιδιαιτερότητες.

 

Δεν είναι μόνο θέμα οικογενειακής νοοτροπίας

 

Η ελληνική οικογένεια ανέκαθεν λειτουργούσε ως βασικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Οι γονείς συχνά στηρίζουν τα παιδιά τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προσφέροντας στέγη ή οικονομική βοήθεια.

 

Όμως η έκταση του φαινομένου δείχνει ότι πλέον υπάρχει και μια ισχυρή οικονομική διάσταση.

 

Το υψηλό κόστος αγοράς και ενοικίασης κατοικίας, σε συνδυασμό με τους μισθούς και την περιορισμένη προσφορά προσιτών κατοικιών, καθιστά δύσκολη την οικονομική αυτονόμηση ακόμη και για νέους που εργάζονται.

 

Η κατάσταση επιβαρύνεται από:

 

το υψηλό κόστος ενοικίων και αγοράς κατοικίας,

 

τη δυσκολία πρόσβασης σε στεγαστική χρηματοδότηση,

 

τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των νέων,

 

τις επισφαλείς ή χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας,

 

την περιορισμένη προσφορά κατοικιών σε προσιτές τιμές,

 

την έλλειψη επαρκούς κοινωνικής και φοιτητικής κατοικίας.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι για ένα σημαντικό μέρος των νέων η παραμονή στο πατρικό σπίτι δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαστική παράταση της οικονομικής εξάρτησης από την οικογένεια.

 

Η Ελλάδα απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό Βορρά

 

Η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης είναι εντυπωσιακή.

 

Σε χώρες όπου οι νέοι αποχωρούν νωρίτερα από το πατρικό τους σπίτι, η οικονομική αυτονόμηση υποστηρίζεται από ένα διαφορετικό σύστημα μισθών, κοινωνικής προστασίας και στεγαστικής πολιτικής.

 

Υψηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κατοικιών, οργανωμένες αγορές μακροχρόνιας μίσθωσης, φοιτητική κατοικία και επιδόματα στέγασης διευκολύνουν τη δημιουργία ανεξάρτητων νοικοκυριών.

 

Επομένως, η διαφορά δεν είναι απλώς αποτέλεσμα διαφορετικής κοινωνικής κουλτούρας. Αντανακλά και διαφορετικές οικονομικές συνθήκες.

 

                    

 

Οι υψηλές τιμές δεν εξηγούν από μόνες τους το πρόβλημα

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε αρκετές χώρες της Δυτικής Ευρώπης οι τιμές των ακινήτων και τα ενοίκια είναι επίσης ιδιαίτερα υψηλά.

 

Ωστόσο, το ποσοστό των νέων που παραμένουν στο πατρικό τους σπίτι είναι σημαντικά χαμηλότερο.

 

Αυτό δείχνει ότι το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι μόνο η απόλυτη τιμή μιας κατοικίας, αλλά η σχέση μεταξύ κόστους στέγασης και διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Ένας νέος με υψηλότερο μισθό, σταθερή εργασία και πρόσβαση σε χρηματοδότηση μπορεί να αντιμετωπίσει υψηλότερο ενοίκιο ευκολότερα από έναν εργαζόμενο με σημαντικά χαμηλότερο εισόδημα, ακόμη και όταν οι ονομαστικές τιμές κατοικίας είναι μικρότερες.

 

Γι' αυτό η στεγαστική κρίση πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με την αγορά εργασίας, το διαθέσιμο εισόδημα και την πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

 

Ο ευρωπαϊκός Νότος έχει κοινό πρόβλημα

 

Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία εμφανίζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά.

 

Χαμηλότερα εισοδήματα σε σχέση με το κόστος κατοικίας, περιορισμένη προσφορά προσιτών ακινήτων και ισχυρή εξάρτηση από την οικογένεια συνθέτουν ένα μοντέλο στο οποίο η οικογενειακή περιουσία λειτουργεί συχνά ως υποκατάστατο μιας οργανωμένης στεγαστικής πολιτικής.

 

Αυτό όμως δημιουργεί και μια σημαντική ανισότητα.

 

Ένας νέος που προέρχεται από οικογένεια με ακίνητη περιουσία ή οικονομική δυνατότητα μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση στην κατοικία από έναν συνομήλικό του που δεν διαθέτει αντίστοιχη οικογενειακή στήριξη.

 

Έτσι, η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σταδιακά και σε ζήτημα κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

 

Η κατοικία συνδέεται άμεσα με το δημογραφικό

 

Η καθυστέρηση της στεγαστικής αυτονόμησης έχει συνέπειες πολύ πέρα από την αγορά ακινήτων.

 

Η δημιουργία ανεξάρτητου νοικοκυριού αποτελεί συχνά προϋπόθεση για τη συμβίωση, τον γάμο και την απόκτηση παιδιών.

 

Όταν ένας νέος δεν μπορεί να εξασφαλίσει κατοικία που να ανταποκρίνεται στο εισόδημά του, οι αποφάσεις αυτές μετατίθενται χρονικά.

 

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία ήδη αντιμετωπίζει έντονη δημογραφική πίεση, η στεγαστική κρίση μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως επιπλέον παράγοντας υπογεννητικότητας.

 

Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν ένας νέος μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο. Είναι αν μπορεί να σχεδιάσει με οικονομική ασφάλεια τη δημιουργία του δικού του νοικοκυριού.

 

Επιπτώσεις και στην αγορά εργασίας

 

Η στεγαστική κρίση επηρεάζει παράλληλα την επαγγελματική κινητικότητα.

 

Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει τη δυνατότητα να βρει καλύτερη δουλειά σε άλλη πόλη, αλλά να αδυνατεί να μετακινηθεί επειδή το κόστος κατοικίας στην περιοχή είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον μισθό.

 

Έτσι, η έλλειψη προσιτής κατοικίας μπορεί να περιορίζει τη γεωγραφική κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και να δυσκολεύει τις επιχειρήσεις να καλύψουν θέσεις εργασίας σε περιοχές με υψηλό στεγαστικό κόστος.

 

Παράλληλα, όταν καθυστερεί η δημιουργία νέων νοικοκυριών, περιορίζεται και μια σειρά οικονομικών δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτήν: αγορά ή ενοικίαση κατοικίας, έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, ανακαινίσεις, ασφάλιση και αυξημένη καθημερινή κατανάλωση.

 

Η ανάγκη για μια διαφορετική στεγαστική πολιτική

 

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε προσωρινά επιδόματα ή μεμονωμένα προγράμματα.

 

Απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη στεγαστική στρατηγική που θα αυξάνει την προσφορά κατοικιών και ταυτόχρονα θα βελτιώνει την πρόσβαση των νέων στη στέγη.

 

Στο επίκεντρο θα μπορούσαν να βρεθούν:

 

η αξιοποίηση και ανακαίνιση κλειστών κατοικιών,

η ανάπτυξη κοινωνικής και προσιτής κατοικίας,

η ενίσχυση της φοιτητικής στέγης,

φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση σε προσιτές τιμές,

προγράμματα εγγυοδοσίας και χρηματοδότησης για την πρώτη κατοικία,

συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα,

ένα σταθερότερο πλαίσιο για τη μακροχρόνια μίσθωση,

συστηματική καταγραφή της προσφοράς και της ζήτησης κατοικιών.

 

Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών που μπορούν πράγματι να αποκτήσουν ή να μισθώσουν οι νέοι εργαζόμενοι. Περισσότερα ακίνητα από μόνα τους δεν αρκούν, εάν οι τιμές τους παραμένουν απρόσιτες.

 

                                   

 

Μια γενιά σε αναμονή

 

Το ποσοστό του 56,3% δεν είναι απλώς ένας ακόμη κοινωνικός δείκτης.

 

Αποτυπώνει την οικονομική δυνατότητα μιας γενιάς να περάσει από την οικογενειακή προστασία στην πλήρη αυτονομία.

 

Όταν περισσότεροι από ένας στους δύο Έλληνες ηλικίας 25-34 ετών εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί οι νέοι καθυστερούν να φύγουν από το πατρικό σπίτι.

 

Είναι εάν η οικονομία και η αγορά κατοικίας τους επιτρέπουν να φύγουν.

 

Η κατοικία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την οικονομική ανεξαρτησία, τη δημιουργία οικογένειας, την επαγγελματική κινητικότητα και τελικά την κοινωνική συνοχή.

 

Γι' αυτό η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι πλέον αποκλειστικά πρόβλημα της αγοράς ακινήτων. Είναι ταυτόχρονα πρόβλημα εισοδημάτων, δημογραφίας, κοινωνικών ανισοτήτων και ίσων ευκαιριών.

 

Και όσο περισσότερο καθυστερεί η πρόσβαση των νέων σε μια προσιτή και αξιοπρεπή κατοικία, τόσο περισσότερο καθυστερεί και η ίδια η μετάβασή τους στην ανεξάρτητη ενήλικη ζωή.

 

           

 

Ελλάδα: Γερνάει ταχύτερα από την Ευρώπη – Στα 182 άτομα άνω των 65 για κάθε 100 παιδιά

 

Με ταχύτατους ρυθμούς γηράσκει ο ελληνικός πληθυσμός, καθώς τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat αποτυπώνουν μια ολοένα πιο έντονη δημογραφική πίεση. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον γηραιότερο πληθυσμό, ενώ την ίδια στιγμή οι γεννήσεις μειώνονται και το φυσικό ισοζύγιο επιδεινώνεται.

 

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2024 αντιστοιχούσαν 182 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω ανά 100 παιδιά έως 14 ετών, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Ο δείκτης γήρανσης αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας τον συνδυασμό της υπογεννητικότητας και της αύξησης του προσδόκιμου ζωής.

 

Την ίδια στιγμή, οι γεννήσεις μειώθηκαν από 84.764 το 2020 σε μόλις 68.467 το 2024, ενώ ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε στο 1,2, από 1,4 το 2020. Πρόκειται για επίπεδο πολύ χαμηλότερο από το 2,1, που θεωρείται απαραίτητο για τη δημογραφική αναπλήρωση των γενεών.

 

Όλο και μεγαλύτερο το δημογραφικό έλλειμμα

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική από την εξέλιξη του φυσικού ισοζυγίου. Η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων διευρύνθηκε από -46.261 άτομα το 2020 σε -58.449 το 2024.

 

Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι ο ελληνικός πληθυσμός δεν αντιμετωπίζει απλώς πρόβλημα γήρανσης, αλλά και σταδιακή συρρίκνωση της παραγωγικής του βάσης.

 

Η άνοδος του προσδόκιμου ζωής αποτελεί ασφαλώς σημαντική κατάκτηση, όμως σε συνδυασμό με τις πολύ χαμηλές γεννήσεις δημιουργεί αυξανόμενες ανάγκες για το σύστημα υγείας, την κοινωνική φροντίδα και το ασφαλιστικό. Παράλληλα, σε βάθος χρόνου περιορίζεται η δεξαμενή διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, τόσο για εξειδικευμένες όσο και για λιγότερο εξειδικευμένες θέσεις.

 

Η Ελλάδα στην τέταρτη θέση των γηραιότερων χωρών

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα ανέρχεται πλέον σε 47,2 έτη, κατατάσσοντας τη χώρα στην τέταρτη θέση μεταξύ των γηραιότερων πληθυσμών της ΕΕ.

 

Το ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το υψηλό επίπεδο της διάμεσης ηλικίας, αλλά κυρίως η ταχύτητα με την οποία έχει αυξηθεί. Μέσα σε περίπου δύο δεκαετίες έχει προσθέσει οκτώ χρόνια, αποτυπώνοντας τη βαθιά αλλαγή στη δημογραφική σύνθεση της χώρας.

 

Η Αττική συγκεντρώνει περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού

 

Παράλληλα με τη γήρανση, ιδιαίτερα έντονη είναι και η γεωγραφική ανισορροπία.

 

Με βάση την απογραφή του 2021, η Αττική συγκεντρώνει το 36,4% του συνολικού πληθυσμού, με 3,81 εκατ. κατοίκους, ενώ ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με 17,1% και περίπου 1,8 εκατ. κατοίκους.

 

Στον αντίποδα, σημαντικές απώλειες πληθυσμού καταγράφονται σε αρκετές περιφέρειες της χώρας. Η Δυτική Μακεδονία υποχώρησε κατά 10,3% την περίοδο 2011-2021, ενώ η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη κατά 7,6%.

 

Αντίθετα, το Νότιο Αιγαίο παρουσίασε αύξηση 6,1%, ενώ ο πληθυσμός της Κρήτης ενισχύθηκε οριακά κατά 0,2%, εξέλιξη που συνδέεται μεταξύ άλλων με την τουριστική και οικονομική δραστηριότητα των δύο περιοχών.

 

                                  

 

Λιγότερα μέλη, περισσότερα μονομελή νοικοκυριά

 

Δεν αλλάζει μόνο το μέγεθος και η ηλικία του πληθυσμού, αλλά και η ίδια η δομή της ελληνικής οικογένειας.

 

Τα μονομελή νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 32% μεταξύ 2011 και 2021, ενώ αντίθετα τα νοικοκυριά με τρία ή περισσότερα μέλη μειώθηκαν κατά 14,8%.

 

Στην απογραφή του 2021 οι γυναίκες αποτελούσαν το 51,1% του πληθυσμού, έναντι 48,9% των ανδρών. Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα μεγάλη στις μεγαλύτερες ηλικίες. Στην ομάδα των 80 ετών και άνω καταγράφονται 351.588 γυναίκες έναντι 231.746 ανδρών, καθώς οι γυναίκες έχουν υψηλότερο προσδόκιμο ζωής.

 

Η Ελλάδα ζει περισσότερο, αλλά γεννά λιγότερο

 

Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Το 2024 διαμορφώθηκε στα 79,4 έτη για τους άνδρες και στα 84,4 έτη για τις γυναίκες, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

 

Η αντίθεση, όμως, είναι εμφανής: ο ελληνικός πληθυσμός ζει περισσότερο, αλλά οι νέες γενιές είναι ολοένα μικρότερες.

 

Αυτό είναι και το βασικό δημογραφικό πρόβλημα της χώρας. Η γήρανση από μόνη της δεν αποτελεί πρόβλημα. Γίνεται όμως κρίσιμη όταν δεν συνοδεύεται από επαρκή ανανέωση του πληθυσμού.

 

Το μεγάλο στοίχημα για την οικονομία

 

Η δημογραφική εξέλιξη αναμένεται να επηρεάσει σχεδόν κάθε πλευρά της ελληνικής οικονομίας: από το ασφαλιστικό και τις δαπάνες υγείας έως την αγορά εργασίας, την κατανάλωση, τη ζήτηση κατοικιών και τη φορολογική βάση.

 

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνεκτική πολιτική σε πολλά επίπεδα, από κίνητρα για τη δημιουργία οικογένειας και πρόσβαση στη στέγη έως τη στήριξη της μητρότητας, της γυναικείας απασχόλησης και του συνδυασμού εργασίας και οικογενειακής ζωής.

 

Για την Ελλάδα, επομένως, το δημογραφικό δεν αποτελεί πλέον ένα μακροπρόθεσμο θεωρητικό ζήτημα. Είναι ήδη ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν την παραγωγική και οικονομική πορεία της χώρας τις επόμενες δεκαετίες.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum