|
00:01 -
18/06/26 |
|
|
|
|
|

ΟΟΣΑ: Υψηλό λειτουργικό κόστος και συντάξεις, χαμηλές
δαπάνες για παιδεία και υγεία στην Ελλάδα
Μια εικόνα ενός
κράτους με υψηλό λειτουργικό κόστος αλλά περιορισμένη
κοινωνική απόδοση αναδεικνύει η πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ, η
οποία εξετάζει τις δημοσιονομικές πολιτικές της Ελλάδας την
τελευταία δεκαετία. Παρά τις περικοπές των τελευταίων ετών,
η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει υψηλές συνταξιοδοτικές
δαπάνες σε διεθνή σύγκριση, ενώ παραμένει χαμηλά στις
δημόσιες επενδύσεις σε παιδεία, υγεία, στέγαση και
κοινωνικές πολιτικές.
Σύμφωνα με τη
μελέτη «Restoring Public Finances: Enabling Effective
Government», περίπου το 35,3% των συνολικών δημόσιων δαπανών
στην Ελλάδα κατευθύνεται σε λειτουργικά έξοδα της κεντρικής
κυβέρνησης. Πρόκειται για δαπάνες που περιλαμβάνουν
μισθοδοσία δημοσίων υπαλλήλων και κόστος αγαθών και
υπηρεσιών που απαιτούνται για την καθημερινή λειτουργία του
κράτους, όπως ενέργεια, υλικά, πληροφορική και συντήρηση.
Με βάση αυτό το
ποσοστό, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 9η θέση μεταξύ των 36
χωρών του ΟΟΣΑ. Υψηλότερες επιβαρύνσεις εμφανίζουν χώρες
όπως η Ιρλανδία, το Ισραήλ, η Ουγγαρία και η Σλοβενία. Όταν
εξετάζεται μόνο η μισθολογική δαπάνη, η Ελλάδα ανεβαίνει
ακόμη ψηλότερα, στην 6η θέση, με τις αμοιβές προσωπικού να
αντιστοιχούν στο 25% των συνολικών δαπανών έναντι 12% του
μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, οι μισθοί καλύπτουν περίπου
το 70% των λειτουργικών δαπανών, έναντι 60% διεθνώς.
Υψηλή θέση στις
συντάξεις
Ιδιαίτερα υψηλή
παραμένει και η συνταξιοδοτική δαπάνη. Το 2023 η Ελλάδα
βρέθηκε στην 3η θέση του ΟΟΣΑ ως προς το μερίδιο των
συντάξεων στις συνολικές δαπάνες (28,9%), πίσω μόνο από την
Ιαπωνία και την Ιταλία. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η χώρα
κατατάσσεται 5η, με 14,3% έναντι 9,5% του μέσου όρου.
Αν και η τάση
είναι πτωτική σε σχέση με το 2015, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η
μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση του ΑΕΠ και
λιγότερο σε ουσιαστική συρρίκνωση των παροχών.
Περιορισμένες
κοινωνικές δαπάνες
Αντίθετα, οι
δαπάνες για κοινωνικές πολιτικές παραμένουν χαμηλές. Στην
υγεία, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 29η θέση μεταξύ 42 χωρών,
με δημόσιες δαπάνες 5,1% του ΑΕΠ έναντι 6,8% του μέσου όρου
του ΟΟΣΑ.
Στην εκπαίδευση
η εικόνα είναι ακόμη πιο ασθενής, καθώς οι σχετικές δαπάνες
διαμορφώνονται στο 4% του ΑΕΠ, κατατάσσοντας τη χώρα στις
τελευταίες θέσεις της κατάταξης. Αντίστοιχα χαμηλές είναι
και οι δαπάνες για οικογένεια και παιδιά, μόλις 0,92% του
ΑΕΠ έναντι σχεδόν 2% στον ΟΟΣΑ.
Συμπέρασμα
Η συνολική
εικόνα που προκύπτει είναι ενός κράτους που δαπανά
σημαντικούς πόρους για λειτουργία και συντάξεις, αλλά
περιορισμένα για κρίσιμες κοινωνικές υπηρεσίες. Ο ΟΟΣΑ
εκτιμά ότι αυτή η ανισορροπία μπορεί να συνδέεται με
διαχρονικά προβλήματα αποτελεσματικότητας, αλλά και με
φαινόμενα ανισότητας και υποκειμενικής φτώχειας που
καταγράφονται στην ελληνική οικονομία.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η Ευρώπη των ηλικιωμένων: τεράστιες ανισότητες πλούτου και
μια «σπασμένη» εικόνα ευημερίας
Το χάσμα πλούτου μεταξύ των ηλικιωμένων στην
Ευρώπη αναδεικνύεται σε μία από τις πιο έντονες αλλά
λιγότερο συζητημένες μορφές οικονομικής ανισότητας. Παρότι
οι άνω των 65 ετών συχνά αντιμετωπίζονται ως μια ενιαία
κοινωνική κατηγορία συνταξιούχων, τα διαθέσιμα στοιχεία
δείχνουν ότι πρόκειται για μια βαθιά ετερογενή ομάδα με
μεγάλες οικονομικές αποκλίσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με
μια δημογραφική και κοινωνική αντίφαση: ενώ η γήρανση του
πληθυσμού εντείνεται, τα οικονομικά δεδομένα αποκαλύπτουν
μια Ευρώπη «δύο ταχυτήτων» για τους ηλικιωμένους. Πίσω από
τους μέσους όρους συντάξεων και πλούτου κρύβονται έντονες
διαφορές, που καθορίζονται από τη χώρα κατοικίας και τη δομή
των εθνικών συστημάτων πρόνοιας, διαμορφώνοντας είτε
συνθήκες σχετικής ευημερίας είτε παρατεταμένης οικονομικής
πίεσης.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το ζήτημα της
ποιότητας ζωής στην τρίτη ηλικία, σε μια εποχή όπου το
προσδόκιμο ζωής αυξάνεται και το ζητούμενο δεν είναι μόνο η
παράταση της διάρκειας ζωής, αλλά και η διασφάλιση
αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης.
Η Ευρώπη των μεγάλων αποκλίσεων
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας (Έρευνα HFCS), όπως παρουσιάστηκαν από το Euronews,
ο πλούτος των ηλικιωμένων στην Ευρώπη παρουσιάζει
εντυπωσιακές διαφορές. Σε ορισμένες χώρες, τα νοικοκυριά
ηλικίας 65–74 ετών διαθέτουν έως και 30 φορές μεγαλύτερη
καθαρή περιουσία από αντίστοιχα νοικοκυριά άλλων κρατών.
Στην ευρωζώνη, η διάμεση καθαρή περιουσία
αυτής της ηλικιακής ομάδας ανέρχεται στα 185.300 ευρώ.
Ωστόσο, το εύρος είναι εξαιρετικά μεγάλο: από 36.300 ευρώ
στη Λετονία έως πάνω από 1,2 εκατ. ευρώ στο Λουξεμβούργο, το
οποίο αποτελεί ακραία εξαίρεση λόγω του μικρού μεγέθους του.
Εξαιρώντας τα ιδιαίτερα δεδομένα του
Λουξεμβούργου και της Μάλτας, στην κορυφή βρίσκονται το
Βέλγιο και η Ιρλανδία, με διάμεση περιουσία κοντά ή άνω των
300.000 ευρώ. Ακολουθούν η Γαλλία και η Γερμανία γύρω στα
232.000 ευρώ, ενώ η Ισπανία καταγράφει περίπου 200.800 ευρώ.
Η Ιταλία, μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, εμφανίζει
χαμηλότερη επίδοση με 168.000 ευρώ.
Η Ελλάδα καταγράφει σημαντικά χαμηλότερο
επίπεδο, με διάμεση καθαρή περιουσία περίπου 104.300 ευρώ
για τα νοικοκυριά 65–74 ετών, τοποθετούμενη κάτω από τον
μέσο όρο της ευρωζώνης. Παρόμοια εικόνα εμφανίζουν και χώρες
της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με ακόμη χαμηλότερες
τιμές σε κράτη όπως η Λιθουανία, η Ουγγαρία και η Εσθονία.
Η εικόνα μετά τα 75
Για τα νοικοκυριά άνω των 75 ετών, η διάμεση
περιουσία στην ευρωζώνη μειώνεται στα 144.400 ευρώ,
καταγράφοντας πτώση περίπου 22% σε σχέση με την ηλικιακή
ομάδα 65–74. Η μείωση αυτή είναι σχεδόν καθολική στις
ευρωπαϊκές χώρες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, γεγονός που
αποτυπώνει τη σταδιακή απομείωση του πλούτου στην πολύ
προχωρημένη ηλικία.
Τι σημαίνει «καθαρός πλούτος»
Ο καθαρός πλούτος αποτελεί το πιο
ολοκληρωμένο μέτρο οικονομικής ευημερίας, καθώς αποτυπώνει
τι απομένει αν αφαιρεθούν τα χρέη από το σύνολο των
περιουσιακών στοιχείων. Περιλαμβάνει τόσο χρηματοοικονομικά
στοιχεία (καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα, συνταξιοδοτικά
αποθέματα) όσο και υλικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ακίνητα
και οχήματα, μείον κάθε μορφή υποχρεώσεων.
Σε αντίθεση με το εισόδημα, που αποτυπώνει
μια «ροή» χρημάτων, ο καθαρός πλούτος αποτελεί μια
«συσσωρευμένη δεξαμενή» οικονομικής δύναμης που
διαμορφώνεται διαχρονικά.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ καταδεικνύουν ότι η
Ευρώπη των ηλικιωμένων δεν είναι ενιαία, αλλά βαθιά
πολωμένη. Πίσω από τους μέσους όρους συντάξεων και
στατιστικών κρύβεται μια πραγματικότητα έντονων αποκλίσεων,
όπου η χώρα διαμονής και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο
καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό αν η τρίτη ηλικία συνοδεύεται από
οικονομική ασφάλεια ή συνεχή πίεση.
|
|
|
|
|
|
|
|

Έκθεση «Ήλιος»: βαθύ χάσμα στις νέες συντάξεις μεταξύ
ιδιωτικού και δημοσίου τομέα
Έντονες εισοδηματικές πιέσεις για τη μεγάλη
πλειονότητα των συνταξιούχων και σαφή συμπίεση των νέων
συντάξεων του ιδιωτικού τομέα καταγράφει η έκθεση του
συστήματος «Ήλιος» για τον Μάιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι νέες συντάξεις
που απονεμήθηκαν σε ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα
υπολείπονται κατά 45,7% σε σχέση με εκείνες του Δημοσίου, με
τη διαφορά να φτάνει τα 644 ευρώ κατά μέσο όρο.
Μεγάλη απόκλιση μεταξύ ιδιωτικού και
δημοσίου
Οι νέοι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα
λαμβάνουν κατά μέσο όρο περίπου 763 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχοι
του Δημοσίου διαμορφώνονται στα 1.407 ευρώ.
Η απόκλιση αυτή, που αντιστοιχεί σε διαφορά
644 ευρώ, αποτυπώνει μια σταθερή τάση διεύρυνσης του
χάσματος μεταξύ των δύο κατηγοριών συνταξιούχων, με τους
εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα να εμφανίζονται οι πιο
επιβαρυμένοι.
Η συνολική εικόνα των συντάξεων
Σε επίπεδο συνόλου, η μέση κύρια σύνταξη
διαμορφώθηκε στα 866 ευρώ, ενώ η μέση επικουρική ανήλθε στα
196 ευρώ και το μέσο μέρισμα στα 116 ευρώ.
Τον Μάιο απονεμήθηκαν 18.833 νέες συντάξεις
σε ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, έναντι 1.643 συντάξεων
στο Δημόσιο, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγάλη υπεροχή των
συνταξιούχων προερχόμενων από τον ιδιωτικό τομέα στο σύνολο
των απονομών.
Οι αιτίες του χάσματος
Το αυξημένο χάσμα αποδίδεται σε μια σειρά
παραγόντων που συνδέονται με τη μακρά περίοδο της
οικονομικής κρίσης, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και
τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων.
Οι χαμηλότεροι μισθοί, η εκτεταμένη ευέλικτη
εργασία, οι περίοδοι ανεργίας και η αδήλωτη εργασία έχουν
επηρεάσει άμεσα τις συντάξιμες αποδοχές των εργαζομένων του
ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, για ελεύθερους επαγγελματίες και
αγρότες, η επιλογή χαμηλότερων ασφαλιστικών κατηγοριών λόγω
εισοδηματικών περιορισμών οδηγεί σε ακόμη χαμηλότερες
μελλοντικές παροχές.
Ο νέος τρόπος υπολογισμού
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και ο τρόπος
υπολογισμού των συντάξεων, καθώς πλέον η ανταποδοτική
σύνταξη βασίζεται στον μέσο όρο των αποδοχών ολόκληρου του
εργασιακού βίου.
Έτσι, οι χαμηλές αμοιβές της περιόδου της
κρίσης και τα κενά ασφάλισης επηρεάζουν άμεσα το τελικό
ποσό, «συμπαρασύροντας» προς τα κάτω τις νέες συντάξεις.
Δύο διαφορετικές «ταχύτητες» συνταξιούχων
Τα δεδομένα αναδεικνύουν τη δημιουργία δύο
διαφορετικών κατηγοριών συνταξιούχων: όσους αποχώρησαν με
παλαιότερα, πιο ευνοϊκά καθεστώτα και υψηλότερες αποδοχές,
και τους νέους συνταξιούχους, κυρίως του ιδιωτικού τομέα,
που λαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερες παροχές.
Σήμερα, πάνω από 1,13 εκατομμύρια
συνταξιούχοι λαμβάνουν κύρια σύνταξη έως 1.000 ευρώ, ενώ
περίπου 265.000 ζουν με ποσά κάτω των 500 ευρώ, στοιχείο που
αποτυπώνει την πίεση στο σύνολο του συστήματος.
|
|
|
|
|
|
|
|

Πληθωρισμός και ακρίβεια στην Ελλάδα: Απόκλιση από την
Ευρωζώνη και δομικές στρεβλώσεις στην αγορά
Η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ελλάδα
αποτυπώνει μια επίμονη και διευρυνόμενη απόκλιση από τον
μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του
ΟΟΣΑ, ο συνολικός πληθωρισμός αυξήθηκε στο 4,4% τον Απρίλιο
από 4% τον Μάρτιο, με την Ελλάδα να καταγράφει από τις
υψηλότερες αυξήσεις στην Ευρώπη.
Τον Μάιο, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών
καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 4,9% στην Ελλάδα έναντι 3,2%
στην Ευρωζώνη, διευρύνοντας την ψαλίδα στις 1,7 ποσοστιαίες
μονάδες – επίπεδο που ισοφαρίζει το υψηλότερο σημείο του
τελευταίου έτους. Αντίστοιχα, τον Απρίλιο οι τιμές αυξήθηκαν
κατά 4,6% στην Ελλάδα και 3% στην Ευρωζώνη.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η πληθωριστική
πίεση στην ελληνική οικονομία δεν αποτελεί απλώς
«εισαγόμενο» φαινόμενο, αλλά εμφανίζει εσωτερικές ενισχύσεις
και επιμονή, ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση της ενεργειακής
κρίσης.
Διαρθρωτικές διαφορές στις τιμές βασικών
αγαθών
Η απόκλιση αποτυπώνεται εντονότερα σε
επιμέρους κατηγορίες προϊόντων:
Το κρέας αυξήθηκε κατά 11,8% στην Ελλάδα
έναντι 6,7% στην Ευρωζώνη
Το φρέσκο γάλα αυξήθηκε κατά 4,4%, ενώ στην
Ευρωζώνη μειώθηκε κατά 1,7%
Τα τυριά αυξήθηκαν κατά 3,5%, όταν στην
Ευρωζώνη υποχώρησαν κατά 1%
Τα εσπεριδοειδή αυξήθηκαν κατά 18% έναντι
7,5% στην Ευρωζώνη
Τα λαχανικά αυξήθηκαν κατά 7,3% έναντι 3,2%
Η σοκολάτα αυξήθηκε κατά 7,7% έναντι 5,7%
Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν μπορούν να
αποδοθούν αποκλειστικά σε διεθνείς παράγοντες, καθώς οι
ίδιες αγορές και πρώτες ύλες τροφοδοτούν σε μεγάλο βαθμό
όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Γιατί ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος
στην Ελλάδα
Η σημερινή εικόνα δεν είναι αποτέλεσμα ενός
μεμονωμένου σοκ, αλλά της αλληλεπίδρασης διαδοχικών κρίσεων
από το 2021 και μετά. Η πανδημική επανεκκίνηση, οι
διαταραχές εφοδιασμού από την Κίνα, η ενεργειακή κρίση λόγω
Ουκρανίας και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή
συνέβαλαν σε ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης τιμών.
Ωστόσο, κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι τιμές,
μετά το αρχικό άλμα, δεν επανήλθαν ποτέ στα προ κρίσεων
επίπεδα, ιδιαίτερα σε τρόφιμα και υπηρεσίες. Αντίθετα,
παρέμειναν σε υψηλό «νέο επίπεδο ισορροπίας».
Παρεμβάσεις στην αγορά και επιδράσεις στον
ανταγωνισμό
Η συγκράτηση των τιμών σε ορισμένες
κατηγορίες προϊόντων, όπως τα μεταποιημένα τρόφιμα, δεν
φαίνεται να προήλθε αποκλειστικά από ενίσχυση του
ανταγωνισμού, αλλά και από ρυθμιστικές παρεμβάσεις, όπως το
πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους.
Η προσωρινή άρση και επαναφορά του μέτρου
συνδέθηκε με ανατιμήσεις σε χιλιάδες προϊόντα, γεγονός που
οδήγησε σε νέες διορθωτικές πρωτοβουλίες από την πλευρά της
πολιτείας.
Παράλληλα, η δομή της αγοράς λιανικής
τροφίμων χαρακτηρίζεται από:
σχετικά χαμηλή συγκέντρωση,
περιορισμένη παραγωγικότητα,
χαμηλότερα περιθώρια κέρδους (~1,5% έναντι
~4% στην Ευρώπη),
μικρό μερίδιο προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας
(περίπου 27%).
Οι παράγοντες αυτοί μειώνουν την ένταση του
ανταγωνισμού και περιορίζουν τη δυνατότητα πίεσης στις
τιμές.
|
|
|
|
|
|
|
|

Αδυναμίες στην αλυσίδα τροφίμων και υπηρεσιών
Σημαντικές
στρεβλώσεις καταγράφονται και στην αγορά νωπών προϊόντων,
όπου η απουσία ισχυρών συνεταιριστικών σχημάτων αφήνει κενό
που καλύπτεται από χονδρεμπόρους, οι οποίοι διατηρούν ισχυρή
διαμεσολαβητική θέση στην αλυσίδα διανομής.
Παράλληλα, οι
υπηρεσίες –ιδίως στον τουρισμό– αποτελούν βασικό παράγοντα
πληθωριστικής πίεσης, καθώς η υψηλή εξωτερική ζήτηση
επιτρέπει τη διατήρηση αυξημένων τιμών χωρίς αντίστοιχη
υποχώρηση της ζήτησης.
Μια οικονομία
με αυξημένη ζήτηση και περιορισμένη προσφορά
Η συνδυασμένη
εικόνα δείχνει μια οικονομία όπου η συνολική ζήτηση
αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγική δυνατότητα, με
αποτέλεσμα:
αυξημένη
εξάρτηση από εισαγωγές,
ενισχυμένες
πληθωριστικές πιέσεις,
περιορισμένα
περιθώρια αποκλιμάκωσης τιμών.
Σε αυτό το
περιβάλλον, οι παρεμβάσεις πολιτικής έχουν κατά κύριο λόγο
βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και συχνά στηρίζονται σε
επιδοματικές ενισχύσεις, οι οποίες ανακυκλώνουν μέρος των
φορολογικών εσόδων από τον ΦΠΑ προς συγκεκριμένες κοινωνικές
ομάδες.
Συμπέρασμα
Η επίμονη
απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από την Ευρωζώνη δεν
φαίνεται να αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αντανάκλαση
βαθύτερων διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της αγοράς αγαθών και
υπηρεσιών.
Η αλληλεπίδραση περιορισμένου ανταγωνισμού, υψηλής ζήτησης,
δομικών αδυναμιών σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού και
επαναλαμβανόμενων εξωγενών σοκ συνθέτει ένα περιβάλλον στο
οποίο οι τιμές εμφανίζουν ανθεκτικότητα προς τα κάτω και
μεγαλύτερη ευαισθησία προς τα πάνω — μια εκδοχή της γνωστής
ασυμμετρίας “rockets
and
feathers”.
|
|
|
|
|
|