|

Οι υψηλές τιμές δεν εξηγούν από μόνες τους το πρόβλημα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός
ότι σε αρκετές χώρες της Δυτικής Ευρώπης οι τιμές των
ακινήτων και τα ενοίκια είναι επίσης ιδιαίτερα υψηλά.
Ωστόσο, το ποσοστό των νέων που παραμένουν
στο πατρικό τους σπίτι είναι σημαντικά χαμηλότερο.
Αυτό δείχνει ότι το κρίσιμο μέγεθος δεν
είναι μόνο η απόλυτη τιμή μιας κατοικίας, αλλά η σχέση
μεταξύ κόστους στέγασης και διαθέσιμου εισοδήματος.
Ένας νέος με υψηλότερο μισθό, σταθερή
εργασία και πρόσβαση σε χρηματοδότηση μπορεί να
αντιμετωπίσει υψηλότερο ενοίκιο ευκολότερα από έναν
εργαζόμενο με σημαντικά χαμηλότερο εισόδημα, ακόμη και όταν
οι ονομαστικές τιμές κατοικίας είναι μικρότερες.
Γι' αυτό η στεγαστική κρίση πρέπει να
εξετάζεται σε συνδυασμό με την αγορά εργασίας, το διαθέσιμο
εισόδημα και την πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Ο ευρωπαϊκός Νότος έχει κοινό πρόβλημα
Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία
εμφανίζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά.
Χαμηλότερα εισοδήματα σε σχέση με το κόστος
κατοικίας, περιορισμένη προσφορά προσιτών ακινήτων και
ισχυρή εξάρτηση από την οικογένεια συνθέτουν ένα μοντέλο στο
οποίο η οικογενειακή περιουσία λειτουργεί συχνά ως
υποκατάστατο μιας οργανωμένης στεγαστικής πολιτικής.
Αυτό όμως δημιουργεί και μια σημαντική
ανισότητα.
Ένας νέος που προέρχεται από οικογένεια με
ακίνητη περιουσία ή οικονομική δυνατότητα μπορεί να έχει
πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση στην κατοικία από έναν συνομήλικό
του που δεν διαθέτει αντίστοιχη οικογενειακή στήριξη.
Έτσι, η στεγαστική κρίση μετατρέπεται
σταδιακά και σε ζήτημα κοινωνικών και οικονομικών
ανισοτήτων.
Η κατοικία συνδέεται άμεσα με το δημογραφικό
Η καθυστέρηση της στεγαστικής αυτονόμησης
έχει συνέπειες πολύ πέρα από την αγορά ακινήτων.
Η δημιουργία ανεξάρτητου νοικοκυριού
αποτελεί συχνά προϋπόθεση για τη συμβίωση, τον γάμο και την
απόκτηση παιδιών.
Όταν ένας νέος δεν μπορεί να εξασφαλίσει
κατοικία που να ανταποκρίνεται στο εισόδημά του, οι
αποφάσεις αυτές μετατίθενται χρονικά.
Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία ήδη
αντιμετωπίζει έντονη δημογραφική πίεση, η στεγαστική κρίση
μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως επιπλέον παράγοντας
υπογεννητικότητας.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν ένας νέος μπορεί
να πληρώσει το ενοίκιο. Είναι αν μπορεί να σχεδιάσει με
οικονομική ασφάλεια τη δημιουργία του δικού του νοικοκυριού.
Επιπτώσεις και στην αγορά εργασίας
Η στεγαστική κρίση επηρεάζει παράλληλα την
επαγγελματική κινητικότητα.
Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει τη
δυνατότητα να βρει καλύτερη δουλειά σε άλλη πόλη, αλλά να
αδυνατεί να μετακινηθεί επειδή το κόστος κατοικίας στην
περιοχή είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον μισθό.
Έτσι, η έλλειψη προσιτής κατοικίας μπορεί να
περιορίζει τη γεωγραφική κινητικότητα του εργατικού
δυναμικού και να δυσκολεύει τις επιχειρήσεις να καλύψουν
θέσεις εργασίας σε περιοχές με υψηλό στεγαστικό κόστος.
Παράλληλα, όταν καθυστερεί η δημιουργία νέων
νοικοκυριών, περιορίζεται και μια σειρά οικονομικών
δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτήν: αγορά ή ενοικίαση
κατοικίας, έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, ανακαινίσεις,
ασφάλιση και αυξημένη καθημερινή κατανάλωση.
Η ανάγκη για μια διαφορετική στεγαστική
πολιτική
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αντιμετώπιση του
προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε προσωρινά επιδόματα
ή μεμονωμένα προγράμματα.
Απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη στεγαστική
στρατηγική που θα αυξάνει την προσφορά κατοικιών και
ταυτόχρονα θα βελτιώνει την πρόσβαση των νέων στη στέγη.
Στο επίκεντρο θα μπορούσαν να βρεθούν:
η αξιοποίηση και ανακαίνιση κλειστών
κατοικιών,
η ανάπτυξη κοινωνικής και προσιτής
κατοικίας,
η ενίσχυση της φοιτητικής στέγης,
φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση
σε προσιτές τιμές,
προγράμματα εγγυοδοσίας και χρηματοδότησης
για την πρώτη κατοικία,
συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα,
ένα σταθερότερο πλαίσιο για τη μακροχρόνια
μίσθωση,
συστηματική καταγραφή της προσφοράς και της
ζήτησης κατοικιών.
Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι να αυξηθεί η
προσφορά κατοικιών που μπορούν πράγματι να αποκτήσουν ή να
μισθώσουν οι νέοι εργαζόμενοι. Περισσότερα ακίνητα από μόνα
τους δεν αρκούν, εάν οι τιμές τους παραμένουν απρόσιτες.
|