|
Πρώτο σοβαρό πρόβλημα
είναι ότι τα προγράμματα
σπουδών ορίζονται μέσα
σε κάθε τμήμα, όχι στην
ευρύτερη σχολή, και
βέβαια όχι στο
πανεπιστήμιο συνολικά.
Και οι καθηγητές
εντάσσονται σε ένα
τμήμα, όχι στη σχολή. Το
αποτέλεσμα είναι να μην
μπορούν οι φοιτητές,
π.χ., της φιλολογίας να
κάνουν και μαθήματα
ψυχολογίας ή ιστορίας.
Ούτε να μελετήσουν στο
πρώτο έτος εισαγωγικά
μαθήματα πολύ
διαφορετικών επιστημών,
πριν επιλέξουν
ειδικότητα.
Επιπλέον, αν στο τμήμα
λείπει ένας καθηγητής
για ένα σημαντικό
αντικείμενο του κλάδου
αυτό είναι δύσκολο να
διδαχθεί. Ενώ αν έχει
καταφέρει να «τρυπώσει»
κάποιος με άσχετη
ειδικότητα, αυτή
διδάσκεται.
Δεύτερο σημαντικό
πρόβλημα είναι ότι η
προσφορά πτυχίων δεν
μπορεί να αλλάξει
ανάλογα με τη ζήτηση που
υπάρχει από τους
φοιτητές. Αν ένα τμήμα
ιδρύθηκε και στελεχώθηκε
με την προοπτική να έχει
200 νέους φοιτητές κάθε
χρόνο και μετά δέκα
χρόνια έρχονται μόνον
20, η αδράνεια του
συστήματος διατηρεί το
ίδιο προσωπικό εκεί, να
υποαπασχολείται.
Οσες φορές συζητήθηκε να
αλλάξει ο νόμος και τα
προγράμματα σπουδών να
οργανώνονται σε επίπεδο
σχολής ή ιδρύματος, οι
περισσότεροι καθηγητές
αντέδρασαν. Και όταν
κάποια τμήματα έχουν
χάσει σχεδόν όλους τους
φοιτητές, οι διδάσκοντες
συχνά αντιδρούν στην
συγχώνευση με άλλα.
Αποτέλεσμα είναι να
υπάρχουν σε περιφερειακά
πανεπιστήμια ενεργά
τμήματα με λιγότερους
από δέκα φοιτητές.
Αλλο πρόβλημα είναι ότι
καμία Αρχή έξω από το
τμήμα δεν ελέγχει την
ποιότητα του υλικού της
διδασκαλίας. Ετσι,
μερικοί καθηγητές, για
να συμπληρώσουν το
εισόδημά τους, επιμένουν
να δίνουν ένα δικό τους
σύγγραμμα ως κύριο
βιβλίο, ενώ μπορεί να
υπάρχουν πολύ καλύτερα
στην αγορά.
Η τεχνητή νοημοσύνη, με
τις μεγάλες αλλαγές που
φέρνει στην εργασία αλλά
και στον τρόπο της
μάθησης, κάνει ακόμη πιο
επείγον να έχουμε
πανεπιστήμια με ευελιξία
στην κατανομή των θέσεων
σπουδών, των διδασκόντων
και του διδακτικού
υλικού.
Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια
έχουν το πλεονέκτημα ότι
θα είναι από τη φύση
τους πιο ευέλικτα. Αν
δεν προσαρμόζονται στις
ανάγκες της εποχής και
μείνουν χωρίς φοιτητές,
θα κλείσουν. Αυτό από
μόνο του δεν είναι
εγγύηση ποιότητας, αλλά
είναι ένα ισχυρό κίνητρο
που δεν υπάρχει στο
δημόσιο. Οπως έχω
ξαναγράψει, η ποιότητα
των ιδιωτικών που
ιδρύονται σήμερα από
διοικήσεις κολεγίων, δεν
είναι ενδεικτική αυτών
που μπορεί να έρθουν
αργότερα, όταν το
θεσμικό πλαίσιο έχει
παγιωθεί, η οργανωτική
προετοιμασία από το ξένο
ίδρυμα έχει γίνει
προσεκτικά και τα
κεφάλαια για σοβαρές
επενδύσεις έχουν βρεθεί.
Αλλά όσο πιο γρήγορα
ξεκινήσουν οι πρώτοι,
τόσο πιο γρήγορα θα
έρθουν και οι επόμενοι.
Κάθε καθυστέρηση βλάπτει
το μέλλον των νέων. Σε
αυτούς που λένε ότι
πρέπει όλα αυτά να
σχεδιάζονται πολύ
προσεκτικά και να μην
επιτρέπονται πειράματα
με αμφίβολη ποιότητα, η
απάντηση είναι: από τα
πειράματα κτίζεται η
ποιότητα. Με το δικό σας
σκεπτικό, δεν θα είχαμε
Διαδίκτυο, διαδικτυακά
μαθήματα και σχεδόν
απεριόριστη πρόσβαση στη
γνώση που παράγεται σε
όλο τον κόσμο. Θα είχαμε
μόνο τα συγγράμματά σας.
Σκεφτείτε το.
* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης
είναι ομότιμος εταίρος
στο κεφάλαιο επενδύσεων
τεχνολογίας Big
Pi.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|