|
Τούτων δοθέντων
οι αρχηγοί
των κρατών-μελών
της G7
ανακοίνωσαν
πρόσφατα (2/10/2026),
μετά από
έντονες
διαπραγματεύσεις
με τις ΗΠΑ,
την διάθεση
100 εκατομ.
βαρελιών ντίζελ
από τα
στρατηγικά
αποθέματα
πετρελαίου τους
εντός των
επόμενων τεσσάρων
μηνών. Κι΄αυτό
προκειμένου να
περιοριστεί το
αυξημένο κόστος
του ντίζελ
και να
μειωθεί η
επιβάρυνση των
νοικοκυριών, των
αγροτών, των
βιομηχανιών, των
μεταφορών, κ.λ.π.,
ιδιαίτερα κατά
την σημερινή
περίοδο των
χαμηλών
θερμοκρασιών που
συμπίπτει και
με εκλογικές
εξελίξεις στις
δύο πλευρές του
Ατλαντικού.
Παράλληλα αναπτύσσεται
σε διεθνές και ευρωπαϊκό
επίπεδο ένας
σοβαρός
προβληματισμός εάν
η
συντελούμενη αύξηση
των επιτοκίων από
τις Κεντρικές
Τράπεζες είναι η
πιο αποτελεσματική
λύση για την
καταπολέμηση του
πληθωρισμού της
προσφοράς και
του πληθωρισμού
των κερδών.
Κι΄αυτό επειδή
οι λόγοι του
σημερινού
πληθωρισμού δεν
είναι η
αύξηση της
κατανάλωσης και
της ζήτησης, η
υπερθέρμανση της
οικονομίας, η
σημαντική αύξηση
των μισθών
αλλά
είναι, κατά
βάση, η αύξηση
των δασμών,
οι πόλεμοι
Ρωσίας-Ουκρανίας
και Μ.Ανατολής, οι
αναταραχές στις
εφοδιαστικές
αλυσίδες
ενέργειας, τροφίμων,
λιπασμάτων, κ.λ.π.
(Caroline Alves,
K.Report,12/5/2026).
Στο
περιβάλλον αυτό
η ασκούμενη
μονεταριστική
(νεοκλασική
θεώρηση) επιλογή
από τις
Κεντρικές Τράπεζες
της αύξησης
των επιτοκίων
σε συνθήκες
πληθωρισμού της
προσφοράς και
του πληθωρισμού
των κερδών
αμφισβητείται
τεχνικο-επιστημονικά
και πολιτικά
θεωρούμενη
παράλληλα ως
ένα «τυφλό» και
αναποτελεσματικό
εργαλείο σε
διεθνές και
ευρωπαϊκό επίπεδο
δεδομένου των
επιπτώσεων
του στην
οικονομική
στασιμότητα, την
μείωση της
ζήτησης, την
αύξηση του
κόστους δανεισμού
για τις
επιχειρήσεις και
τα νοικοκυριά, την
διεύρυνση των
ανισοτήτων και
την επιδείνωση
του βιοτικού
επιπέδου του
πληθυσμού.
Έτσι, παρά
το γεγονός
ότι η
αύξηση των
επιτοκίων, ως
αντιφατική και
αναποτελεσματική
παρέμβαση μεταξύ
στόχου και
αποτελέσματος δεν
λύνει το
ενεργειακό
πρόβλημα,
εντούτοις
θεωρείται από τις
Πολιτικές και
Τραπεζικές Αρχές
σε διεθνές
και ευρωπαϊκό
επίπεδο ως
θεμιτή και
συμβατή με
την κυρίαρχη
μονεταριστική
θεώρηση της
μεταφοράς του
κόστους
στους
προϋπολογισμούς
των νοικοκυριών,
των δανειοληπτών
και των
μικρο-μεσαίων
επιχειρήσεων.
Αντίθετα στην
σύγχρονη
βιβλιογραφία της
οικονομικής
ανάλυσης υποστηρίζεται
ότι οι
απαιτούμενες
αποτελεσματικές
παρεμβάσεις για
τις συγκεκριμένες
κατηγορίες
πληθωρισμού
επικεντρώνονται,
κατά βάση,
στις εξής
συγκεκριμένες
επιλογές.
Στην κατεύθυνση
αυτή προτεραιότητα
έχουν: α) η
δημοσιονομική
ευελιξία, β)
η ειδική
φορολόγηση
στρατηγικών κλάδων
(π.χ. ενέργεια,
διϋλιστήρια, τρόφιμα,
μέταλλα) οι
οποίοι
παρουσιάζουν
απότομη αύξηση
των περιθωρίων
κέρδους εξαιτίας
των διεθνών
και ευρωπαϊκών
περιορισμών της
προσφοράς, γ) η
απελευθέρωση και
διαχείριση των
κρατικών
αποθεμάτων
στρατηγικών κλάδων
(π.χ. ενέργεια,
σιτηρά, μέταλλα)
σε περιόδους
ελλείψεων, δ) οι
δημόσιες
παρεμβάσεις
ελέγχων
συγκέντρωσης και
συγκεντροποίησης
αποδυνάμωσης του
ανταγωνισμού στους
στρατηγικούς
κλάδους και
σύστασης
παρατηρητηρίων
τιμών για τη
συστηματική
παρακολούθηση
αδικαιολόγητων
αυξήσεων των
περιθωρίων
κέρδους, και
ε) η στρατηγική
ενεργειακής και
διατροφικής
αυτονομίας.
Τούτων δοθέντων
αναδεικνύεται ότι
ένα « νέο
υπόδειγμα καταπολέμησης
του πληθωρισμού
της προσφοράς
και του
πληθωρισμού των
κερδών», αποτελεί
πρόκληση για
την οικονομική
επιστήμη,
σημειώνοντας ότι
το επιστημονικό
διακύβευμα
συνίσταται στην
τεκμηριωμένη
απόδειξη ότι
η μείωση των
συγκεκριμένων
κατηγοριών
πληθωρισμού δεν
πρϋποθέτει την
περιστολή της
ζήτησης, την
οικονομική στασιμότητα,
την διεύρυνση
των ανισοτήτων
και την διάβρωση
της κοινωνικής
συνοχής.
Πρώτη δημοσίευση στον
Οικονομικό Ταχυδρόμο
|