|
Η απουσία προγράμματος
μείωσης ρίσκου κράτησε
τους περισσότερους
επενδυτές σε αδράνεια
(πλην λίγων μεγάλων
ομίλων χάρις στην
καθετοποίησή τους), απλά
γιατί δεν μπορεί
επενδύσεις εντάσεως
κεφαλαίου να βασίζονται
στην αβεβαιότητα
χρηματιστηριακής αγοράς
όπως η χονδρεμπορική
αγορά ηλεκτρισμού. Η
ανεπαρκής αποθήκευση
υπονομεύει τη λογική
ανάπτυξης του ΕΣΕΚ,
οδηγεί τους επενδυτές
φωτοβολταϊκών σε
αδιέξοδο, και καθιστά
τις τιμές εξαρτημένες
από το φυσικό αέριο,
ευάλωτο σε γεωπολιτικούς
κινδύνους.
Τα εξαγγελθέντα μέτρα
είναι σε λάθος
κατεύθυνση. Δεν
χρειαζόταν κρατική
ενίσχυση, άλλωστε είναι
φειδωλή σε σχέση με το
μέγεθος των επενδύσεων.
Χρειάζεται θεσμική
μεταρρύθμιση που να
διασφαλίζει την απόδοση
των επενδύσεων σε
αποθήκευση (και σε
ορισμένες ΑΠΕ), που
σήμερα εξαρτώνται μόνο
από τη χονδρεμπορική
αγορά με κυμαινόμενες
τιμές, αποθαρρύνοντας τη
χρηματοδότηση.
Η Οδηγία της ΕΕ του 2023
υπέδειξε τον δρόμο των
Συμβάσεων επί Διαφορών
και άλλων διμερών
συμβάσεων με κρατική
εγγύηση, χωρίς
επιδότηση, ώστε να
αποσυνδεθούν οι τιμές
από το φυσικό αέριο·
στην Ελλάδα όμως έχει
αγνοηθεί, ενώ οι άλλες
χώρες έχουν ήδη
οργανώσει τη στήριξη των
επενδύσεων σε Συμβάσεις
επί Διαφορών. Επιπλέον,
τα μέτρα προωθούν ασαφώς
την ιδιοπαραγωγή με ΑΠΕ
και αποθήκευση, με
αβέβαιο όφελος έναντι
αντίστοιχων επενδύσεων
συστημικής κλίμακας που
θα ήταν οικονομικότερες.
Ακόμη κι αν η αποθήκευση
περιορίσει το μερίδιο
του φυσικού αερίου, οι
επενδύσεις θα επιδιώξουν
ανάκτηση κόστους, οπότε
μείωση τιμών 30% σε τόσο
σύντομο διάστημα είναι
απίθανη. Επιπλέον, το
κόστος των δικτύων
(ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ) θα
αυξηθεί για την κάλυψη
αναγκαίων πρόσθετων
επενδύσεων, ενώ το
κόστος υπηρεσιών κοινής
ωφέλειας για τα νησιά
δύσκολα θα μειωθεί
βραχυπρόθεσμα, λόγω
ανάγκης διατήρησης
θερμικών σταθμών
εφεδρείας.
Συμπερασματικά, μείωση
τιμών ρεύματος κατά 30%
έως το 2029 είναι απλά
«ευσεβής πόθος». Η
προτεραιότητα πρέπει να
είναι στην απεξάρτηση
από το φυσικό αέριο μέσω
μεταρρύθμισης που θα
διευκολύνει τη
χρηματοδότηση επενδύσεων
σε αποθήκευση και ΑΠΕ,
ώστε να επιτευχθούν
σταθερές τιμές, ασφάλεια
εφοδιασμού και πρόσβαση
των καταναλωτών – ιδίως
της βιομηχανίας – στο
χαμηλό κόστος των ΑΠΕ.
Το ΕΣΕΚ προέβλεπε, βάσει
αναλυτικών υπολογισμών,
μέση μείωση τιμών μόνο
κατά 10% το 2030 έναντι
του 2023.
Ο
κ. Παντελής Κάπρος είναι
ομότιμος καθηγητής
Ενεργειακής Οικονομίας
στο ΕΜΠ
Πρώτη δημοσίευση στον
Οικονομικό Ταχυδρόμο
|