|
Εξακολουθεί φυσικά να
υπάρχει στις ΗΠΑ μια
ιδεολογική εμμονή : η
κουλτούρα του
deregulation
(απορρύθμιση) και της
efficient market
hypothesis (υπόθεση
αποτελεσματικών αγορών)
βασικοί πυλώνες της
θεωρίας περί «ελεύθερου»
παιγνίου στις αγορές.
Ταυτόχρονα όμως ο
πλανήτης ζει με την
γεωπολιτική ανισορροπία,
την αισιοδοξία
υπεραποδόσεων της
τεχνητής νοημοσύνης και
την κούρσα
«υπεραπόδοσης» στην
κατάκτηση του
διαστήματος.
Αλλά να θυμίσω ότι έχει
εκδοθεί «οριστικό
διαζύγιο» της παραγωγής
από την τιτλοποίηση του
ίδιου του παραγωγικού
προϊόντος, και της
υπερχρέωσης των δρώντων
(agents) που το
παράγουν/καταναλώνουν,
στην οικονομία.
Δεν
βλάπτει να θυμόσαστε
φυσικά ότι «ηθικός
αυτουργός» όλων αυτών
των φαινομένων είναι η
Fed, αρχής γενομένης από
την διοίκηση του
εκλιπόντος χθες Άλαν
Γκρήνσπαν, και η
κυβέρνηση Κλίντον τη
δεκαετία του ’90, που
καθόρισαν απο τότε την
ξέφρενη πορεία των
αγορών.
Ορόσημο αποτέλεσε η
κατάργηση του νόμου
Glass-Steagall (1999),
νόμος του 1933, του
οποίου η παύση επέτρεψε
τη συγχώνευση εμπορικών
και επενδυτικών
τραπεζών, γεγονός που
οδήγησε σε ανεξέλεγκτη
ανισορροπία και
απορρύθμιση των αγορών
και στην οικονομική
κρίση του 2008 (Lehman
Brothers)
Σήμερα, επειδή οι αγορές
μόνο «ανεβαίνουν» μετά
την πανδημία (ενώ
πληθωρισμός και επιτόκια
είναι στα υψηλά τους) η
ιδεολογική εμμονή στο
ότι αυτές ως «ελεύθερες»
μπορούν να
αυτορρυθμίζονται και να
αυτοδιορθώνονται, χωρίς
κρατικές παρεμβάσεις,
είναι απλά η ίδια
συνταγή της επόμενης
μεγάλης κρίσης.
Η
Αμερική, με λίγα λόγια,
σκόπιμα εξάγει την
σύγχυση «αυτορρύθμιση –
απορρύθμιση» διότι έτσι
προώθησε παντού, από την
διπλή θητεία Κλίντον,
την απελευθέρωση των
χρηματοοικονομικών
παραγώγων, δημιουργώντας
ένα σύστημα που συνέβαλε
τελικά στον
στοιχηματισμό με
μόχλευση κεφαλαίων, και
φυσικά στην κατάρρευση
των ενυπόθηκων ομολόγων
πάνω στα οποία στήθηκε
το μεγαλύτερο ποντάρισμα
όλων των εποχών.
Το
μάθημα δεν το πήραμε και
ίσως αναγκαστούμε να
πληρώσουμε ξανά ακριβά
δίδακτρα. Πότε ακριβώς ;
«Οι τέσσερις πιο
επικίνδυνες λέξεις στον
χώρο των αγορών είναι:
«Αυτή την φορά διαφέρει»
(Sir John Templeton)..
|