|
Στους περιορισμούς
αυτούς προστίθεται και
ένας ακόμα που αφορά το
σύνολο των μικρών
ανοικτών οικονομιών. Η
πανδημία COVID-19 έφερε
στο φως το γεγονός πως
οι διαταραχές στις
διεθνείς αγορές και στις
αλυσίδες εφοδιασμού
παράγουν αβεβαιότητα και
ως εκ τούτου τα μικρά
κράτη έρχονται
αντιμέτωπα με μεγάλες
προκλήσεις. Στο πλαίσιο
αυτό, όσο πιο ανοικτή
είναι μια οικονομία τόσο
μεγαλύτερη είναι η
ευπάθεια της σε
εξωτερικά σοκ, ακόμα και
αν η ανοικτότητα έχει
υπάρξει ιστορικά πηγή
οικονομικής ανάπτυξης. Η
ενέργεια αποτελεί ένα
από τα
χαρακτηριστικότερα
παραδείγματα.
Τα
ελληνικά στοιχεία
επιβεβαιώνουν τον
συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια
Τράπεζα, ο δείκτης
εμπορικής ανοικτότητας
(εμπόριο αγαθών και
υπηρεσιών ως ποσοστό του
ΑΕΠ) σχεδόν
διπλασιάστηκε από 46,4%
το 2009 σε 89,8% το
2024, ενώ το 2022 είχε
κορυφωθεί στο 108,1%.
Την ίδια στιγμή, η
ενεργειακή εξάρτηση από
εισαγωγές αυξήθηκε από
70,7% το 2018 σε 79,6%
το 2022 και παραμένει
σήμερα κοντά στο 80%,
καθώς η χώρα εισάγει
σχεδόν το σύνολο του
πετρελαίου και του
φυσικού αερίου που
καταναλώνει. Το
Ινστιτούτο Ενέργειας
Νοτιοανατολικής Ευρώπης
(ΙΕΝΕ) χαρακτήρισε τα
επίπεδα αυτά
ανησυχητικά. Στον
ηλεκτρισμό η εικόνα
είναι διαφορετική κυρίως
χάρη τις ΑΠΕ. Η Ελλάδα
έγινε το 2024 καθαρός
εξαγωγέας ηλεκτρικής
ενέργειας για πρώτη φορά
από το 2000. Ο
ηλεκτρισμός όμως
καλύπτει μονάχα το ένα
τέταρτο από την τελική
κατανάλωση ενέργειας. Η
ανοικτότητα δηλαδή
αυξήθηκε δίχως να
συνοδευτεί από
αντίστοιχη ενίσχυση
ενεργειακής αυτονομίας
και έτσι ουσιαστικά
πολλαπλασίασε τα σημεία
έκθεσης της χώρας.
Η
εικόνα αυτή ενισχύεται
υπό το πρίσμα του
αναπτυξιακού
υποδείγματος, δηλαδή του
ποια συνιστώσα της
ζήτησης κινεί τη
μεγέθυνση. Πριν την
κρίση, η Ελλάδα
στηριζόταν σε κατανάλωση
χρηματοδοτούμενη με
δανεισμό, με έλλειμμα
τρεχουσών συναλλαγών που
άγγιξε κατά μέσο όρο
περίπου το 15% του ΑΕΠ
την περίοδο 2007 – 2008.
Η άνοδος της
ανοικτότητας από τότε
δεν σημαίνει μετάβαση σε
εξαγωγικό πρότυπο. Όπως
υποστηρίζει ο Δημήτρης
Κατσίκας σε πρόσφατο
άρθρο του, στο Money
Review, η βελτίωση του
εξωτερικού ισοζυγίου
κατά την κρίση προήλθε
κυρίως από την
κατάρρευση των εισαγωγών
και της εγχώριας
ζήτησης, όχι από την
ενίσχυση της παραγωγικής
βάσης. Μέρος της αύξησης
της ανοικτότητας
οφείλεται επίσης στις
τιμές της ενέργειας,
αφού σημαντικό τμήμα των
εξαγωγών είναι
διυλισμένα προϊόντα από
εισαγόμενο αργό.
Υπάρχουν πάντως κάποιες
ενδείξεις αλλαγής: οι
εξαγωγές αγαθών
αυξήθηκαν κατά περίπου
43% την τελευταία
δεκαετία, φτάνοντας τα
44 δις ευρώ το 2025 με
αυξανόμενο μερίδιο
βιομηχανικών προϊόντων,
τροφίμων και φαρμάκων.
Επίσης οι Άμεσες Ξένες
Επενδύσεις σημείωσαν
σημαντική αύξηση
φτάνοντας σε επίπεδο
ρεκόρ. Το έλλειμμα
τρεχουσών συναλλαγών,
ωστόσο, παρέμεινε το
2025 στο 5,7% του ΑΕΠ,
ενώ μεγάλο μέρος των
επενδύσεων κατευθύνεται
ακόμα σε ακίνητα και
χρηματοπιστωτικές
υπηρεσίες. Το σημερινό
υπόδειγμα θα μπορούσε να
χαρακτηριστεί υβριδικό:
εξαγωγές υπηρεσιών,
κυρίως τουρισμός και
ναυτιλία, και εγχώρια
ζήτηση με κινητήρια
δύναμη την ιδιωτική
κατανάλωση, ενισχυμένη
από ευρωπαϊκούς πόρους,
η οποία λόγω της στενής
παραγωγικής βάσης
διαρρέει σε εισαγωγές.
Το διακύβευμα της
στρατηγικής αυτονομίας
για μια μικρή οικονομία
δεν είναι επομένως μόνο
η άμυνα απέναντι στα
σοκ, αλλά η αλλαγή του
τι εισάγει και τι
εξάγει.
Για
τις μεγάλες οικονομίες,
η στρατηγική αυτονομία
είναι πολιτική επιλογή
που στηρίζεται σε
δημοσιονομικό χώρο,
νομισματική ευελιξία και
διαπραγματευτική ισχύ.
Για τις μικρές όμως
μοιάζει περισσότερο με
αναγκαστική προσαρμογή.
Γι’ αυτό, για την
Ελλάδα, δεν μπορεί να
νοηθεί ως εθνικό
εγχείρημα αλλά ως προϊόν
συλλογικής ευρωπαϊκής
δράσης καθώς η ΕΕ
λειτουργεί ως
πολλαπλασιαστής ισχύος
και σε κάποιο βαθμό
αντισταθμιστής της
απώλειας εργαλείων.
Παράγει όμως και μια
δευτερεύουσα ασυμμετρία:
οι προτεραιότητες της
«ανοιχτής στρατηγικής
αυτονομίας» της Ένωσης
διαμορφώνονται κυρίως με
γνώμονα τις μεγάλες
οικονομίες του πυρήνα,
χωρίς πάντα να λαμβάνουν
υπόψη τις ιδιαιτερότητες
των περιφερειακών
κρατών-μελών.
Οι
μικρές οικονομίες λοιπόν
έρχονται αντιμέτωπες με
ένα διπλό δίλημμα: την
ενσωμάτωση στη νέα
βιομηχανική στρατηγική
ώστε να μην βρεθούν
περιθωριοποιημένες και
την ίδια στιγμή την
ανάπτυξη τομέων στους
οποίους διαθέτουν
συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η έννοια του “Hinge
state” μπορεί να
προσφέρει ένα χρήσιμο
πλαίσιο εδώ καθώς
παραπέμπει στα κράτη που
αναπτύσσουν στοχευμένα
κρατική ικανότητα για να
διαπραγματευτούν
ασυμμετρίες ισχύος και
να αξιοποιήσουν τη θέση
τους στις παγκόσμιες
αλυσίδες αξίας. Η Ελλάδα
δεν μπορεί να
διαμορφώσει μόνη της
τους όρους της διεθνούς
τάξης όμως έχει στη
διάθεση της σημεία
κομβικότητας όπως μεταξύ
άλλων, η ενεργειακή
διασύνδεση της
Ανατολικής Μεσογείου και
ο ρόλος της ως πύλης
προς τα Βαλκάνια. Με
αντίστοιχη ικανότητα
σχεδιασμού, αυτά θα
μπορούσαν να παρέχουν
στη χώρα βαρύτητα
δυσανάλογη του μεγέθους
της.
Συμπερασματικά, η
απώλεια ισχύος που
περιέγραψε η Strange δεν
αναιρείται αλλά δύναται
να αποτελέσει
αντικείμενο διαχείρισης.
Για την ελληνική
περίπτωση, η ανάκτηση
ενεργού ρόλου δεν
συνεπάγεται απαραίτητα
επιστροφή στα εργαλεία
του παρελθόντος αλλά
αναζήτηση νέων μορφών
επιρροής – γεωγραφικών,
θεσμικών και
διαπραγματευτικών– σε
ένα πλαίσιο όπου η
κυριαρχία ασκείται πλέον
κυρίως συλλογικά. Εφόσον
η συμμετοχή στην ΕΕ
αποτελεί δεδομένη
συνθήκη, το στοίχημα για
την Ελλάδα είναι να
διεκδικήσει από μέσα,
όρους στρατηγικής
αυτονομίας που να
αντανακλούν και τις
δικές της ανάγκες
ανθεκτικότητας, όχι μόνο
αυτές των μεγαλύτερων
εταίρων της.
* Ο
Κωνσταντίνος Πεχυνάκης
είναι υποψήφιος
διδάκτορας στο
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο
Θράκης, Επιστημονικός
Συνεργάτης του ΙΔΟΣ και
μέλος της ΕΔΕΠΟ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|