|
Η
αναδίπλωση της Επιτροπής
μετά τις αντιδράσεις για
τον φόρο CORE δεν
προκαλεί έκπληξη. Οι
«ίδιοι πόροι», δηλαδή οι
ανεξάρτητοι πόροι της
ίδιας της Ένωσης, οι
οποίοι προορίζονται για
την κάλυψη των αναγκών
της, επανειλημμένα
αναδεικνύονται σε
διελκυστίνδα των
διαπραγματεύσεων για τον
προϋπολογισμό, από την
πρώτη στιγμή
θεσμοθέτησής τους το
μακρινό 1970. Οι ίδιοι
πόροι αντικατέστησαν τις
εθνικές εισφορές που
κατέβαλαν τα κράτη έως
τότε βάσει συγκεκριμένων
ποσοστώσεων που
περιγράφονταν στις
Συνθήκες της Ρώμης. Οι
πρώτοι ίδιοι πόροι που
συμφωνήθηκαν ήταν: (α)
δασμοί επί των εισαγωγών
αγροτικών προϊόντων από
τρίτες χώρες, καθώς και
φόροι στην παραγωγή
ζάχαρης (καταργήθηκαν
αργότερα), (β) δασμοί
επί των εισαγωγών από
τρίτες χώρες και (γ)
μέρος από τις εισπράξεις
του Φόρου Προστιθέμενης
Αξίας (ΦΠΑ) των κρατών
μελών. Η δημοσιονομική
μεταρρύθμιση του 1988,
εισήγαγε ένα νέο πόρο,
μια κατ’ ουσίαν εθνική
εισφορά από κάθε κράτος
μέλος στη βάση του
Ακαθάριστου Εγχώριου
Εισοδήματός (ΑΕΕ) του. Ο
τελευταίος νέος ίδιος
πόρος εισήχθη την 1η
Ιανουαρίου του 2021·
πρόκειται για εισφορά
των κρατών μελών στη
βάση των μη
ανακυκλωμένων
απορριμμάτων πλαστικών
συσκευασιών.
Η
δημιουργία των ίδιων
πόρων αποτέλεσε κρίσιμη
καμπή στην ιστορία της
ΕΕ, καθώς συνιστούσε
αναγνώριση της ανάγκης
ενίσχυσης των
υπερεθνικών δυνατοτήτων
των Κοινοτήτων καθώς
ήδη την εποχή εκείνη, η
δημιουργία νέων κοινών
πολιτικών, και ιδίως η
Κοινή Αγροτική Πολιτική
(ΚΑΠ), έθεταν μετ’
επιτάσεως το ζήτημα των
πόρων που θα έπρεπε να
εξευρεθούν για την
υλοποίηση τους. Ωστόσο,
οι κοινοί πόροι
χρειάζονται υπερεθνική
διαχείριση και εποπτεία
και κατ’ επέκταση
διεύρυνση των
αρμοδιοτήτων των
υπερεθνικών οργάνων,
ιδίως του Κοινοβουλίου.
Η αναγνώριση αυτή
προσέκρουε στον
διακυβερνητικό σχεδιασμό
των Κοινοτήτων και στην
αμφιθυμία των κρατών
μελών για μεγαλύτερες
παραχωρήσεις εθνικής
κυριαρχίας.
Τα
ίδια εμπόδια
εξακολουθούν να
περιορίζουν τη
«χρηματοδοτική
αυτονόμηση» της ΕΕ και
σήμερα, και κατ’
επέκταση το ύψος του
προϋπολογισμού,
δεδομένου ότι αυτός
χρηματοδοτείται σχεδόν
αποκλειστικά από τους
ίδιους πόρους.
Αυτό συμβαίνει παρά το
γεγονός ότι πλέον η ΕΕ
αριθμεί 27 κράτη μέλη,
διαθέτει μεγάλο εύρος
κοινών πολιτικών, ενώ
βρίσκεται αντιμέτωπη και
με σημαντικές προκλήσεις
που απαιτούν
συντονισμένη δράση. Όπως
χαρακτηριστικά αναφέρει
η Επιτροπή στην εισήγησή
της για τους νέους
ίδιους πόρους: «Η
Ευρωπαϊκή Ένωση
αντιμετωπίζει
αυξανόμενες απαιτήσεις
σε βασικούς τομείς όπως
η ανταγωνιστικότητα, η
άμυνα, η ασφάλεια, η
πράσινη και η ψηφιακή
μετάβαση και η
ανθεκτικότητα σε
εξωτερικούς
κλυδωνισμούς. Επιπλέον,
το επόμενο πολυετές
δημοσιονομικό πλαίσιο
(ΠΔΠ) πρέπει να
προβλέπει την αποπληρωμή
του NextGenerationEU […]
τα τελευταία χρόνια
έχουν δείξει ότι ο
προϋπολογισμός της ΕΕ
πρέπει να είναι σε θέση
να ανταποκρίνεται με
μεγαλύτερη ευελιξία στις
κρίσεις και σε έναν
μεταβαλλόμενο κόσμο».
Παρότι η ΕΕ αναγνωρίζει
τις προκλήσεις που
καλείται να
αντιμετωπίσει και
σχεδιάζει νέες φιλόδοξες
πολιτικές προς αυτή την
κατεύθυνση, το ύψος του
προϋπολογισμού παραμένει
εξαιρετικά χαμηλό, γύρω
στο 1% του ΑΕΠ της. Ο
προϋπολογισμός
βρίσκεται, διαχρονικά,
στο επίκεντρο
συγκρούσεων για την
αναδιανομή πόρων μεταξύ
κρατών μελών, αλλά και
τη διανομή νέων
ευρωπαϊκών δημόσιων
αγαθών, ενώ η προοπτική
εισαγωγής φόρων
αποκλειστικά για την ΕΕ,
προσκρούει στην πάγια
επιφύλαξη των κρατών
μελών να συναινέσουν
στην παραχώρηση του
δικαιώματος επιβολής
φορολογίας στην Ένωση.
Με
αυτά τα δεδομένα είναι
δύσκολο να είναι κανείς
αισιόδοξος για τις
διαπραγματεύσεις για
τους νέους ίδιους
πόρους, οι οποίες
συνεχίζονται, χωρίς να
έχουν ληφθεί ακόμη
οριστικές αποφάσεις. Οι
πέντε προτάσεις δεν
βρίσκονται στο ίδιο
επίπεδο προόδου. Ο CBAM
είναι ο πιο ώριμος
διοικητικά, καθώς ο
μηχανισμός λειτουργεί
ήδη από τις αρχές του
2026, και πολιτικά είναι
πιο εύκολο να εγκριθεί
καθώς θα επιβαρύνει
παραγωγούς από τρίτες
χώρες. Ο πόρος από το
ETS συνεπάγεται μεταφορά
του 30% των εσόδων από
πλειστηριασμούς
δικαιωμάτων του
υφιστάμενου ETS στον
προϋπολογισμό της ΕΕ.
Είναι τεχνικά εύκολος,
αλλά εδώ το πρόβλημα
είναι ότι τα έσοδα των
δημοπρασιών εισρέουν
στους εθνικούς
προϋπολογισμούς και τα
κράτη δεν θέλουν να
παραχωρήσουν σημαντικό
μέρος των εθνικών τους
εσόδων. Ο πόρος από τα
ηλεκτρονικά απόβλητα,
δεν αντιμετωπίζει
αντίστοιχα πολιτικά
προβλήματα, αλλά
αντιμετωπίζει σοβαρά
τεχνικά προβλήματα
δεδομένων και
υπολογισμού. Ο φόρος
καπνού έχει εμπλακεί
στην παράλληλη
διαπραγμάτευση για τη
νέα Οδηγία για τη
φορολογία καπνού στην ΕΕ
-η οποία βρίσκεται αυτή
τη στιγμή σε αδιέξοδο-
ενώ όπως και με το ETS
απαιτείται από τα κράτη
να αποδώσουν πόρους που
διαφορετικά θα
χρηματοδοτούσαν τους
εθνικούς
προϋπολογισμούς. Η
πολιτική του αποδοχή
είναι επομένως χαμηλή,
ιδιαίτερα σε χώρες με
υψηλή κατανάλωση. Τέλος,
ο CORE είναι πολιτικά ο
πιο αδύναμος και
πιθανότερος υποψήφιος
για σημαντική
τροποποίηση ή
αντικατάσταση καθώς ήδη
χώρες όπως η Γερμανία
και η Ολλανδία τον
απέρριψαν
κατηγορηματικά,
τονίζοντας ότι η ΕΕ δεν
έχει νομική αρμοδιότητα
να φορολογεί απευθείας
εταιρείες, ενώ υπάρχουν
και ενστάσεις για τις
επιπτώσεις του φόρου
στην ανταγωνιστικότητα
των ευρωπαϊκών
επιχειρήσεων αλλά και
για τον τρόπο
υπολογισμού του.
Είναι προφανές ότι με
αυτά τα δεδομένα είναι
μάλλον απίθανο να
υιοθετηθούν όλες οι
προτάσεις της Επιτροπής
στην αρχική τους μορφή.
Βέβαια, αξίζει να
σημειωθεί, ότι ακόμα και
αν αυτές γίνονταν δεκτές
η αναμενόμενη απόδοσή
τους θα ήταν περίπου 44
δις. ετησίως, ή 0,20%
του μέσου ετήσιου ΑΕΕ
της ΕΕ κατά την περίοδο
2028–2034. Τα νούμερα
αυτά καταδεικνύουν τον
βαθμό δυσκολίας του
εγχειρήματος· ακόμα και
οι «φιλόδοξες» προτάσεις
της Επιτροπής συνιστούν
μια ελάχιστη αύξηση σε
έναν ήδη εξαιρετικά
περιορισμένο
προϋπολογισμό. Τα
πράγματα δεν πρόκειται
να αλλάξουν όσο τα κράτη
μέλη επιμένουν σε μια
μυωπική αντίληψη που
αντιλαμβάνεται τον
προϋπολογισμό ως ένα
ταμείο στο οποίο
προσπαθούν
μεγιστοποιήσουν το
ισοζύγιο εισπράξεων –
πληρωμών προς όφελός
τους, και όχι σαν ένα
εργαλείο πολιτικής που
θα τους επιτρέψει
να αντιμετωπίσουν τις
κοινές προκλήσεις του
21ου αιώνα.
* Ο
Δημήτρης Χ. Κατσίκας
είναι Αναπληρωτής
Καθηγητής ΕΚΠΑ, Κύριος
Ερευνητής ΕΛΙΑΜΕΠ και
Πρόεδρος του ΣΔ, ΕΔΕΠΟ.
Πρώτη δημοσίευση στο
Money Review
|