|
Παρατηρητές ανησυχούν
για μια επερχόμενη
σύγκρουση αυτών των δύο
φαινομένων.
Εν
τω μεταξύ, οι
νομισματικές πολιτικές
των μεγάλων κεντρικών
τραπεζών πλοηγούν σε
ταραγμένα νερά. Αυτή τη
φορά, ο πληθωρισμός
είναι ένα καθαρό, μη
κυκλικό, φαινόμενοσοκ
της προσφοράς, οι
πληθωριστικές προσδοκίες
είναι προς το παρόν
αγκυροβολημένες και οι
αγορές εργασίας, με τη
«βοήθεια» και της Τ.Ν.,
πολύ πιο χαλαρές. Αυτό
είναι ίσως ένα κακό κι
ένα καλό νέο μαζί. Καλό
γιατί δεν φαίνεται να
υπάρχουν προς το παρόν
φαινόμενα «δεύτερου
γύρου», μη
αγκυροβολημένης αύξησης
των τιμών, προκαλούμενα
από ένα σπιράλ αυξήσεων
μισθών τιμών (κυκλικός
πληθωρισμός ζήτησης) και
επιπροσθέτως η ΑΙ μπορεί
να ακυρώσει οποιεσδήποτε
πιέσεις από τις αγορές
εργασίας. Από την άλλη
όμως, εάν η διαταραχή
της προσφοράς επιμείνει,
ενδεχόμενες αυξήσεις των
επιτοκίων θα έχουν
πιθανώς περιορισμένη
αποτελεσματικότητα στον
κατευνασμό των τιμών.
Γι’ αυτό και αυξήσεις
επιτοκίων από τη Fed δεν
φαίνονται πιθανές παρά
τον πληθωρισμό 3,7%, ενώ
και η ΕΚΤ είναι σωστά
πολύ προσεκτική, πολλώ
δε μάλλον όταν η
Ευρωζώνη κινδυνεύει με
στασιμοπληθωρισμό.
Υπάρχουν πάντως
περαιτέρω αδυναμίες στο
διεθνές οικονομικό
σύστημα, οι οποίες
ενδεχομένως να βαρύνουν
περισσότερο καθώς ο
καιρός περνάει και η
συνεννόηση των μεγάλων
οικονομικών δυνάμεων δεν
βρίσκεται στο τραπέζι
για την αντιμετώπιση των
μεγάλων ανισορροπιών στα
εξωτερικά ισοζύγια. Πολύ
περισσότερο καθώς αυτά
προκύπτουν από τα πολύ
διαφορετικά οικονομικά
υποδείγματα χωρών όπως η
Κίνα και οι ΗΠΑ. Οι
δημοσιονομικές
αντιδράσεις,
περιοριζόμενες και από
ένα δημογραφικό πρόβλημα
που εντείνεται ταχύτατα,
είναι πολύ συγκεκριμένες
έως ανύπαρκτες. Το
παράδειγμα των
τελευταίων εβδομάδων
είναι η Μ. Βρετανία,
καθώς το περιθώριο
αντιδράσεων σε μια αγορά
κρατικών ομολόγων που
χρηματοδοτεί τον
προϋπολογισμό με υψηλό
κόστος και μια φορολογία
που αδυνατεί να
περιοριστεί για να
ανακουφίσει από τον
πληθωρισμό, είναι
χαρακτηριστική και
πυροδοτεί πολιτική
αστάθεια. Επίσης, σε μια
τέτοια αγορά,
τροφοδοτούνται φαινόμενα
που χειροτερεύουν και τη
δομή του χρέους με
προτίμηση των επενδυτών,
κυρίως hedge funds, για
πολύ βραχυχρόνιες
τοποθετήσεις. Κι όλα
αυτά ενώ η πίεση της
ευάλωτης μεσαίας τάξης
για αυξήσεις μισθών
πιθανώς να μεγαλώνει
προσεχώς και μάλιστα να
κατευθύνεται σε πολιτικά
άκρα, γεγονός που μπορεί
να επιδεινώσει εκ νέου
το οικονομικό κλίμα.
* Ο
κ. Θεόδωρος Πελαγίδης
είναι καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο Πειραιώς,
υποδιοικητής της ΤΤΕ και
πρώην υπουργός
Οικονομικών. Το
τελευταίο βιβλίο του
«Από τον πληθωρισμό
στους δασμούς»
κυκλοφορεί από τις
εκδόσεις Παπαζήση.
**
Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή.
|