|
Οι τεχνολογίες αυτές
έχουν υψηλό κόστος
κεφαλαίου αλλά πολύ
χαμηλό λειτουργικό
κόστος. Αν υπολογίσει
κανείς το συνολικό
κόστος της ωφέλιμης
ενέργειας σε όλη τη
διάρκεια ζωής της
επένδυσης, αυτό είναι
φθηνότερο από τη
συμβατική λύση με
καύσιμα ή αέριο σε όλες
τις περιπτώσεις. Γιατί
λοιπόν δεν επικρατούν
αυθόρμητα;
Η απάντηση δεν βρίσκεται
στην οικονομική
αποδοτικότητα, αλλά στη
χρηματοδότηση. Τα
περισσότερα νοικοκυριά,
αλλά και οι
επιχειρήσεις, δεν
διαθέτουν το αρχικό
κεφάλαιο ή διστάζουν,
αβέβαια για την τεχνική
αποτελεσματικότητα, ενώ
οι τράπεζες δανείζουν με
φειδώ. Το κρίσιμο
εμπόδιο είναι η αρχική
επένδυση. Εδώ ο ρόλος
του κράτους είναι
καθοριστικός: με
στοχευμένα προγράμματα
μπορεί να μοχλεύσει
ιδιωτικά κεφάλαια σε
μεγάλη κλίμακα, μέσω
εγγυήσεων και εργαλείων
κινητοποίησης
χρηματοδότησης, και να
άρει την αβεβαιότητα.
Πρόκειται για εγγύηση
και μόχλευση, όχι για
γενικευμένη επιδότηση, η
οποία δικαιολογείται
μόνο για τα οικονομικά
ευάλωτα νοικοκυριά.
Το ίδιο ισχύει για τα
δίκτυα. Ο εξηλεκτρισμός
προϋποθέτει υποδομές που
πρέπει να προηγηθούν της
ζήτησης. Η
ηλεκτροκίνηση, για
παράδειγμα, δεν
απογειώνεται χωρίς πυκνό
δίκτυο φόρτισης. Κανένας
ιδιώτης δεν αναλαμβάνει
εύκολα το ρίσκο μιας
εκτεταμένης υποδομής
πριν υπάρξει μαζική
χρήση· γι’ αυτό η
ιδιωτική πρωτοβουλία
οδηγεί σε καθυστέρηση
και ελλιπή κάλυψη. Μόνο
το κράτος, μέσω των
ρυθμιζόμενων
διαχειριστών δικτύων,
όπως ο ΔΕΔΔΗΕ, μπορεί να
το αναλάβει
αποτελεσματικά.
Η εικόνα της Ελλάδας
είναι ασύμμετρη. Οι ΑΠΕ
κάλυψαν το 60,9% της
ηλεκτροπαραγωγής το
2025, φέρνοντας τη χώρα
στην πρώτη πεντάδα της
Ε.Ε. Αντίθετα, η
αποθήκευση προχωράει
λιγότερο ικανοποιητικά,
ενώ η εξοικονόμηση, ο
εξηλεκτρισμός και τα
δίκτυα φόρτισης έχουν
απελπιστικά
καθυστερήσει. Ολοι οι
στόχοι, πλην των ΑΠΕ,
υστερούν δραματικά
έναντι του Εθνικού
Σχεδίου για την Ενέργεια
και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Η
μετάβαση έχει ουσιαστικά
αποκλίνει από την τροχιά
που υποχρεωτικά χάραξαν
ο κλιματικός νόμος και
οι ευρωπαϊκές οδηγίες.
Μεταξύ των ειδικών
επικρατεί η εντύπωση ότι
τα προγράμματα
εξοικονόμησης απέτυχαν.
Χρήματα δόθηκαν, και
μάλιστα επί σειρά ετών.
Η αποτυχία αφορά την
αποτελεσματικότητα, τη
στόχευση και τη μέτρηση.
Σε δεκαπέντε χρόνια
χρηματοδοτήθηκαν περίπου
200.000 κατοικίες,
δηλαδή λιγότερες από
14.000 τον χρόνο, όταν
το ΕΣΕΚ προβλέπει 60.000
ανακαινίσεις ετησίως. Οι
περισσότερες
περιορίστηκαν σε αλλαγή
κουφωμάτων, που
πιθανότατα θα γινόταν
ούτως ή άλλως, χωρίς να
μετρηθεί ποτέ η
πραγματική εξοικονόμηση.
Δεν στοχεύθηκαν οι σε
βάθος ανακαινίσεις των
ενεργοβόρων κατοικιών,
όπου το αποτέλεσμα θα
ήταν ορατό.
Το παράδοξο είναι
εύγλωττο. Η Ελλάδα έχει
από τα υψηλότερα ποσοστά
στην Ε.Ε. νοικοκυριών
που δεν θερμαίνονται
επαρκώς, 18% έως 19%,
διπλάσιο του ευρωπαϊκού
μέσου όρου. Ταυτόχρονα,
έπειτα από διόρθωση για
το κλίμα με βάση τις
βαθμοημέρες θέρμανσης,
κατατάσσεται μεταξύ των
χωρών με την υψηλότερη
κατανάλωση ανά κατοικία.
Καταναλώνουμε πολύ και
ζεσταινόμαστε λίγο. Η
σπατάλη δεν οφείλεται
στη συμπεριφορά των
νοικοκυριών, αλλά στην
κακή μόνωση του κελύφους
των κτιρίων.
Παρόμοια ήταν η τύχη των
προγραμμάτων
αντικατάστασης συσκευών
και αγοράς αντλιών
θερμότητας. Χιλιάδες
αιτήσεις εξυπηρετήθηκαν
με διαδικασία που θύμιζε
κλήρωση, χωρίς κριτήρια
για το μέγεθος της
εξοικονόμησης ή του
εξηλεκτρισμού.
Αντικαταστάθηκαν
συσκευές που ουσιαστικά
δεν λειτουργούσαν, και
εγκαταστάθηκαν μικρές
αντλίες θερμότητας σε μη
μονωμένα σπίτια, χωρίς
κατάλληλο σύστημα
διανομής θερμότητας. Η
εξοικονόμηση ήταν
ελάχιστη. Και, το
χειρότερο, δεν υπάρχει
καμία ποσοτική
αξιολόγηση της
πραγματικής
εξοικονόμησης, ούτε ανά
παρέμβαση ούτε συνολικά.
Στις μεταφορές η εικόνα
είναι εξίσου
ανησυχητική. Τα ιδιωτικά
αυτοκίνητα αποτελούν τον
μεγαλύτερο ενεργειακό
καταναλωτή (43%), και ο
στόλος μας είναι ο
γηραιότερος της Ε.Ε., με
μέση ηλικία 17,8 έτη. Η
ηλεκτροκίνηση προχωράει
με τους βραδύτερους
ρυθμούς στην Ενωση: το
2025 ταξινομήθηκαν μόλις
8.892 αμιγώς ηλεκτρικά
αυτοκίνητα, περίπου 6%
των πωλήσεων, έναντι
17,4% στην Ε.Ε., ενώ το
ΕΣΕΚ στοχεύει σε μερίδιο
50% των ηλεκτρικών στις
νέες ταξινομήσεις το
2030.
Το συμπέρασμα προκύπτει
αβίαστα. Τα προγράμματα
εξοικονόμησης και
εξηλεκτρισμού πρέπει να
επανασχεδιαστούν με άλλη
λογική: να στοχεύουν
στην κλίμακα της μείωσης
κατανάλωσης και της
αύξησης χρήσης
ηλεκτρισμού, να
ανταμείβουν μετρημένες
και πιστοποιημένες
αποδόσεις, να μοχλεύουν
τραπεζικά κεφάλαια. Δεν
μπορούν να εξαντλούνται
σε συγκαλυμμένη
κοινωνική πολιτική,
γιατί έτσι η
εξοικονόμηση δεν θα
φτάσει ποτέ σε ορατά
μεγέθη. Η ενεργειακή
φτώχεια είναι υπαρκτή
και από τις υψηλότερες
στην Ε.Ε. Οφείλουμε να
την αντιμετωπίσουμε
ευθέως, με στοχευμένες
επιδοτήσεις, και όχι
μεταμφιεσμένη σε
πολιτική εξοικονόμησης.
*Ο κ. Παντελής Κάπρος
είναι καθηγητής
Ενεργειακής Οικονομίας
στο ΕΜΠ.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|