|
Παρά τα παραπάνω, η
περαιτέρω αύξηση των
επιτοκίων δεν θεωρείται
δεδομένη. Εφόσον οι
γεωπολιτικές εντάσεις
στη Μέση Ανατολή
αποκλιμακωθούν και οι
τιμές της ενέργειας
συνεχίσουν να υποχωρούν
πριν από τη συνεδρίαση
της 23ης Ιουλίου, η ΕΚΤ
δεν θα έχει ισχυρό λόγο
να προχωρήσει σε νέες
αυξήσεις ούτε τον Ιούλιο
ούτε τον Σεπτέμβριο.
Κατά την άποψη της
Berenberg,
η επιβράδυνση της
ζήτησης που προκαλείται
από το υψηλό ενεργειακό
κόστος, σε συνδυασμό με
την αβεβαιότητα που
σχετίζεται με το Ιράν,
αρκεί για να περιορίσει
τους πληθωριστικούς
κινδύνους, χωρίς να
απαιτείται επιπλέον
νομισματική αυστηρότητα.
Η τράπεζα εκτιμά ότι η
ΕΚΤ κινδυνεύει να
αντιμετωπίζει τη
σημερινή κρίση με τα
αντανακλαστικά της
προηγούμενης. Κατά την
περίοδο 2021-2022, η
ευρωπαϊκή οικονομία
ανέκαμπτε δυναμικά μετά
την πανδημία και ο
πληθωρισμός είχε ήδη
εκτοξευθεί στο 5,9% πριν
ακόμη ξεσπάσει ο πόλεμος
στην Ουκρανία. Παρ’ όλα
αυτά, το επιτόκιο
καταθέσεων της ΕΚΤ
παρέμενε στο -0,5%,
γεγονός που οδήγησε
πολλούς αναλυτές να
θεωρήσουν ότι η
αντίδρασή της ήταν
καθυστερημένη.
Σήμερα, όμως, οι
συνθήκες είναι
διαφορετικές. Ο
πληθωρισμός βρίσκεται
κοντά στο 2%, ενώ το
ίδιο επίπεδο διατηρείται
και στο επιτόκιο
καταθέσεων της ΕΚΤ. Ως
εκ τούτου, ο κίνδυνος να
μεταφερθούν οι αυξήσεις
στις τιμές της ενέργειας
στους μισθούς και στη
γενικότερη διαμόρφωση
των τιμών θεωρείται
σαφώς χαμηλότερος σε
σχέση με το 2022.
Για τον λόγο αυτό, η
Berenberg
θεωρεί ότι μια νέα
επιθετική αντίδραση της
ΕΚΤ θα μπορούσε να
αποδειχθεί υπερβολική
και να επιβαρύνει
αδικαιολόγητα την
οικονομική δραστηριότητα
σε μια περίοδο που η
ανάπτυξη της ευρωζώνης
παραμένει ήδη υποτονική.
Ο Χόλγκερ Σμίντινγκ
είναι επικεφαλής
οικονομολόγος της
Berenberg.
Το παρόν κείμενο
αποτελεί σύνοψη
ευρύτερης ανάλυσης της
γερμανικής τράπεζας προς
τους πελάτες της.
|