|
Η
Wall Street, ωστόσο, δεν
φαίνεται να ανησυχεί
ιδιαίτερα. Και υπάρχει
εξήγηση.
Τί
λεει η ιστορία
Μεταπολεμικά και από το
1950, ο S&P 500 έχει
καταγράψει θετική
απόδοση στο δωδεκάμηνο
μετά από καθεμία από τις
19 ενδιάμεσες εκλογικές
αναμετρήσεις, με μέση
άνοδο περίπου 17%.
Η
εξήγηση είναι σχετικά
απλή, καθώς πριν από
εκλογές επικρατεί
συνήθως αβεβαιότητα για
τη μελλοντική οικονομική
πολιτική. Μοιραία, όταν
ολοκληρώνεται η εκλογική
διαδικασία, μέρος αυτής
της αβεβαιότητας
υποχωρεί, επιτρέποντας
στους επενδυτές να
επικεντρωθούν ξανά στα
εταιρικά αποτελέσματα
και στις προοπτικές της
οικονομίας.
Προς επίρρωση, οι
χρονιές των ενδιάμεσων
εκλογών χαρακτηρίζονται
συνήθως από αυξημένη
μεταβλητότητα και
χαμηλότερες αποδόσεις,
μιας και από το 1954, η
μέση ετήσια άνοδος του
S&P 500 σε τέτοιες
χρονιές περιορίζεται
περίπου στο 4,6%.
Το
2026, όμως, υπάρχει μια
σημαντική διαφορά.
Η
αμερικανική αγορά δεν
πλησιάζει στις κάλπες
ύστερα από μια
παρατεταμένη διόρθωση.
Αντίθετα, βρίσκεται
κοντά στα ιστορικά υψηλά
της, έχοντας ανακάμψει
περισσότερο από 20% από
τα χαμηλά του Μαρτίου.
Παράλληλα, ο S&P 500
διαπραγματεύεται περίπου
19 φορές τα εκτιμώμενα
κέρδη των επόμενων
δώδεκα μηνών, έναντι
περίπου 16 φορών πριν
από τις ενδιάμεσες
εκλογές του 2018 και του
2022 και των πολύ
χαμηλότερων επιπέδων των
περασμένων δεκαετιών
(κάποιες και σε
μονοψήφιους
πολλαπλασιαστές).
Αυτό σημαίνει ότι μέρος
της ανόδου που ιστορικά
καταγράφεται μετά τις
εκλογές ενδέχεται να
έχει ήδη ενσωματωθεί
στις χρηματιστηριακές
τιμές.
Χαρακτηριστικό είναι το
παράδειγμα του 2018,
κατά την πρώτη προεδρική
θητεία του Ντόναλντ
Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί
κέρδισαν τη Βουλή των
Αντιπροσώπων (δηλαδή ο
Trump τήν έχασε) και ο
S&P 500 ενισχύθηκε κατά
2% την επόμενη ημέρα.
Ωστόσο, μέσα στις
επόμενες εβδομάδες
υποχώρησε σχεδόν 20%,
μέχρι τα Χριστούγεννα.
Το
πρόβλημα δεν ήταν το
εκλογικό αποτέλεσμα,
αλλά η περιοριστική
νομισματική πολιτική της
Fed, η οποία συνέχιζε να
αυξάνει τα επιτόκια.
Η
ισχυρή ανάκαμψη του 2019
ακολούθησε την αλλαγή
στάσης της κεντρικής
τράπεζας, η οποία αρχικά
σταμάτησε τις αυξήσεις
και στη συνέχεια
προχώρησε σε μειώσεις
επιτοκίων.
Σήμερα, όμως, δεν
υπάρχουν αντίστοιχες
ενδείξεις επικείμενης
χαλάρωσης. Αντίθετα, η
Fed έχει επιστρέψει σε
αυξήσεις επιτοκίων, ενώ
οι αγορές θεωρούν πιθανή
ακόμη μία αύξηση έως το
τέλος του έτους.
Γιατί η απώλεια του
Κογκρέσου δεν είναι
απαραίτητα αρνητική
Ένα
Κογκρέσο στο οποίο
κανένα κόμμα δεν μπορεί
να επιβάλει εύκολα τις
επιλογές του περιορίζει
τις μεγάλες νομοθετικές
αλλαγές.
Για
τις επιχειρήσεις, αυτό
μπορεί να σημαίνει
μεγαλύτερη
προβλεψιμότητα,
λιγότερες αιφνιδιαστικές
φορολογικές παρεμβάσεις
και μικρότερη πιθανότητα
νέων μεγάλων
δημοσιονομικών πακέτων.
Ιστορικά, μάλιστα, ο
συνδυασμός
Ρεπουμπλικανού προέδρου
και διαιρεμένου
Κογκρέσου έχει συνδεθεί
με ικανοποιητικές
χρηματιστηριακές
αποδόσεις.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο
σημαντικές επιφυλάξεις.
Η
πρώτη αφορά στους
δασμούς, διότι η
εμπορική πολιτική
καθορίζεται σε μεγάλο
βαθμό από την
εκτελεστική εξουσία.
Επομένως, ακόμη και αν
οι Δημοκρατικοί
κερδίσουν το Κογκρέσο, ο
Τραμπ θα εξακολουθήσει
να διαθέτει σημαντικές
δυνατότητες παρέμβασης
στο διεθνές εμπόριο.
Η
δεύτερη, και
σημαντικότερη, αφορά τα
δημόσια οικονομικά, με
την πρωθύστερη
παρατήρηση ότι το
αμερικανικό
δημοσιονομικό έλλειμμα
εκτιμάται κοντά στα 1,9
τρισ. δολάρια, σχεδόν
στο 6% του ΑΕΠ, ενώ οι
ετήσιες καθαρές δαπάνες
για τόκους αναμένεται να
ξεπεράσουν το 1 τρισ.
δολάρια. Κι έτσι, ένα
διαιρεμένο Κογκρέσο
μπορεί, μεν, να
περιορίσει νέες δαπάνες,
αλλά δύσκολα θα
συμφωνήσει σε ουσιαστική
δημοσιονομική
προσαρμογή. Άρα, όσο τα
ελλείμματα παραμένουν
τόσο υψηλά, το
αμερικανικό Δημόσιο θα
συνεχίσει να χρειάζεται
τεράστια ποσά δανεισμού,
ασκώντας πίεση στην
αγορά κρατικών ομολόγων.
Το
δεκαετές είναι ο
πραγματικός κίνδυνος
Η
απόδοση του αμερικανικού
δεκαετούς ομολόγου
ξεπέρασε το 5% και
άγγιξε στις αρχές
Οκτωβρίου το 5,35%, σε
ένα περιβάλλον
αυστηρότερης
νομισματικής πολιτικής.
Η
εξέλιξη αυτή δημιουργεί
σημαντικό πρόβλημα για
τις χρηματιστηριακές
αποτιμήσεις, διότι
με τον S&P 500 να
διαπραγματεύεται περίπου
19 φορές τα μελλοντικά
του κέρδη, η αντίστοιχη
απόδοση κερδών
διαμορφώνεται κοντά στο
5,3%.
Όταν ένα αμερικανικό
κρατικό ομόλογο
δεκαετούς διάρκειας
προσφέρει απόδοση
περίπου 5,1%, η διαφορά
περιορίζεται σε μόλις
0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Με
απλά λόγια, οι επενδυτές
μπορούν να εξασφαλίσουν
υψηλή ονομαστική απόδοση
από τα κρατικά ομόλογα,
χωρίς να αναλαμβάνουν
τον ίδιο κίνδυνο που
συνεπάγεται η τοποθέτηση
σε μετοχές.
Βεβαίως, η σύγκριση δεν
αποτυπώνει πλήρως το
ασφάλιστρο κινδύνου των
μετοχών, καθώς οι
εταιρείες έχουν τη
δυνατότητα να αυξάνουν
τα κέρδη τους με την
πάροδο του χρόνου, ενώ
και η διαφορά σε όρους
υπεραξιών είναι
Αναδεικνύει, όμως, πόσο
περιορισμένο είναι πλέον
το περιθώριο για
περαιτέρω άνοδο των
χρηματιστηριακών
αποτιμήσεων.
Διότι όσο το αμερικανικό
δεκαετές παραμένει πάνω
από το 5%, η Wall Street
θα χρειάζεται ισχυρότερη
αύξηση εταιρικών κερδών
για να δικαιολογήσει
υψηλότερες τιμές.
Εάν
οι αποδόσεις των
ομολόγων αυξηθούν
περισσότερο, οι πιέσεις
θα μπορούσαν να
ενταθούν, ιδιαίτερα στις
τεχνολογικές εταιρείες,
των οποίων οι
αποτιμήσεις βασίζονται
σε μεγάλο βαθμό στα
μελλοντικά κέρδη.
Η
κερδοφορία δίνει ανάσες
Η
εταιρική κερδοφορία
παραμένει το ισχυρότερο
επιχείρημα υπέρ της
αμερικανικής αγοράς.
Για
το τρίτο τρίμηνο, η
αύξηση των κερδών του
S&P 500 εκτιμάται κοντά
στο 29%, με την τεχνητή
νοημοσύνη να έχει
καθοριστική συμβολή.
Οι
Microsoft, Alphabet,
Amazon και Meta
αναμένεται να
πραγματοποιήσουν
συνολικές κεφαλαιουχικές
δαπάνες άνω των 700 δισ.
δολαρίων το 2026, ενώ οι
εκτιμήσεις για το 2027
προσεγγίζουν το 1 τρισ.
δολάρια.
Τα
ποσά αυτά κατευθύνονται
κυρίως σε υπολογιστικές
υποδομές, επεξεργαστές,
μνήμες και data centers,
ενισχύοντας εταιρείες
όπως η Nvidia και η
Micron.
Είναι χαρακτηριστικό ότι
χωρίς τη συνεισφορά των
δύο συγκεκριμένων
εταιρειών, η
προβλεπόμενη αύξηση των
κερδών του S&P 500 για
το τρίτο τρίμηνο
περιορίζεται από το 29%
περίπου στο 20%.
Η
κερδοφορία εξακολουθεί
επομένως να αναπτύσσεται
με ισχυρούς ρυθμούς,
αλλά σημαντικό μέρος της
δυναμικής συγκεντρώνεται
σε σχετικά περιορισμένο
αριθμό εταιρειών.
Αυτό δημιουργεί αυξημένη
ευαισθησία σε
οποιαδήποτε απογοήτευση
γύρω από τις επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, εμφανίζεται
ένας νέος παράγοντας
κινδύνου, μιας και
η τεράστια κατανάλωση
ηλεκτρικής ενέργειας από
τα data centers
δημιουργεί αυξανόμενες
ανησυχίες για το κόστος
ηλεκτροδότησης
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
Εάν
οι Δημοκρατικοί
αποκτήσουν τον έλεγχο
του Κογκρέσου, ενδέχεται
να επιδιώξουν μεγαλύτερη
συμμετοχή των
τεχνολογικών ομίλων στο
κόστος αναβάθμισης των
δικτύων, και μια τέτοια
εξέλιξη θα μπορούσε να
περιορίσει την απόδοση
ορισμένων επενδύσεων
στην τεχνητή νοημοσύνη
και να επηρεάσει
εταιρείες ενέργειας και
υποδομών που έχουν
ωφεληθεί από τη
συγκεκριμένη επενδυτική
τάση.
Εν
κατακλείδι, το 2027 θα
κριθεί περισσότερο από
τα επιτόκια παρά από τις
εκλογές. Η Wall Street
μπορεί να συνεχίσει να
ανεβαίνει ακόμη και αν
οι Δημοκρατικοί
κερδίσουν το Κογκρέσο,
δύσκολα, όμως, θα
διατηρήσει την ίδια
δυναμική εάν οι
αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
παραμείνουν σε επίπεδα
που ανταγωνίζονται
ευθέως τις αποδόσεις των
μετοχών. Άρα, οι εκλογές
θα καθορίσουν τους
πολιτικούς συσχετισμούς
στην Ουάσιγκτον, αλλά η
πορεία του δεκαετούς θα
καθορίσει πόσο ακριβά θα
είναι διατεθειμένοι οι
επενδυτές να πληρώνουν
τα μελλοντικά εταιρικά
κέρδη.
Ο Συμεών Μαυρουδής είναι
Διαχειριστής Α/Κ και
ιδιωτικών χαρτοφυλακίων
στη Fast
Finance ΑΕΠΕΥ
Πρώτη δημοσίευση στον
Ο.Τ.
|