|
Ψηφιακή χαρτογράφηση και
τεχνητή νοημοσύνη στο
δίκτυο
Η εγκατάσταση έξυπνων
μετρητών αποτελεί μέρος
ενός ευρύτερου σχεδίου
ψηφιακού μετασχηματισμού
του δικτύου διανομής. Ο
ΔΕΔΔΗΕ προχωρά παράλληλα
στην ψηφιακή
χαρτογράφηση του δικτύου
χαμηλής τάσης, η οποία
καλύπτει ήδη περίπου το
50% των πελατών του, ενώ
σχεδιάζει την τοποθέτηση
50.000 μονάδων
παρακολούθησης στους
υποσταθμούς.
Με τις νέες υποδομές, ο
Διαχειριστής θα μπορεί
να εντοπίζει ταχύτερα
προβλήματα λειτουργίας,
όπως υπερφορτώσεις και
βλάβες, αλλά και να
προσδιορίζει τις
περιοχές και τους
καταναλωτές που έχουν
μείνει χωρίς
ηλεκτροδότηση. Σημαντικό
ρόλο αναμένεται να
διαδραματίσει και η
τεχνητή νοημοσύνη, η
οποία θα αξιοποιείται
για την ανάλυση του
αυξανόμενου όγκου
δεδομένων που παράγει το
ψηφιοποιημένο δίκτυο.
Η αναβάθμιση των
συστημάτων
παρακολούθησης συνδέεται
και με την αντιμετώπιση
των ρευματοκλοπών.
Σύμφωνα με στοιχεία που
παρουσίασε ο διευθύνων
σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ,
Αναστάσιος Μάνος, στο
Renewable
& Storage
Forum,
το ετήσιο κόστος των
ρευματοκλοπών, το οποίο
είχε ανέλθει στα 350
εκατ. ευρώ το 2023, έχει
πλέον περιοριστεί κάτω
από τα 300 εκατ. ευρώ.
Η μείωση των απωλειών
μεταφράζεται σε ετήσιο
όφελος 130 έως 150 εκατ.
ευρώ. Αν συνυπολογιστούν
και οι εισπράξεις από
τις βεβαιωμένες
περιπτώσεις
ρευματοκλοπών, το
συνολικό όφελος για τους
καταναλωτές υπολογίζεται
σε περίπου 400 εκατ.
ευρώ.
Από τις τρεις ημερήσιες
συνδέσεις ΑΠΕ στις 80
Η ενίσχυση των υποδομών
του δικτύου αποτυπώνεται
και στην ικανότητά του
να ενσωματώνει νέες
μονάδες ανανεώσιμων
πηγών ενέργειας. Το 2019
ο ΔΕΔΔΗΕ πραγματοποιούσε
περίπου τρεις νέες
συνδέσεις ΑΠΕ ημερησίως,
ενώ το 2024 και το 2025
ο αριθμός τους αυξήθηκε
στις 78 έως 80 την
ημέρα.
Σήμερα, στο δίκτυο
διανομής είναι
συνδεδεμένο περίπου το
50% της συνολικής
εγκατεστημένης ισχύος
ΑΠΕ της χώρας. Πρόκειται
για περισσότερους από
100.000 παραγωγούς, με
συνολική ισχύ περίπου 10
GW.
Στις αρχές του 2026,
περισσότερες από οκτώ
στις δέκα συμβάσεις
σύνδεσης αφορούσαν
μικρές εγκαταστάσεις
ισχύος έως 100 kW.
Την ίδια στιγμή, ο
Διαχειριστής έχει
αποκτήσει τη δυνατότητα
τηλεχειρισμού περίπου 6
GW
παραγωγής από
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας. Η δυνατότητα
αυτή είναι ιδιαίτερα
σημαντική σε περιόδους
αυξημένης παραγωγής από
ΑΠΕ και περιορισμένης
ζήτησης, όταν
απαιτούνται παρεμβάσεις
για τη διατήρηση της
ισορροπίας στο ηλεκτρικό
σύστημα.
Ενδεικτική ήταν η
περίοδος του Πάσχα του
2026, κατά την οποία ο
ΔΕΔΔΗΕ κλήθηκε να
διαχειριστεί περίπου 4
GW
παραγωγής χωρίς να
προκύψουν προβλήματα στη
λειτουργία του
συστήματος.
Επενδύσεις 800 εκατ.
ευρώ ετησίως για την
αναβάθμιση των υποδομών
Η επιτάχυνση του
ψηφιακού μετασχηματισμού
και η αυξανόμενη
διείσδυση των ΑΠΕ
συνοδεύονται από
σημαντική αύξηση των
επενδύσεων στο δίκτυο
διανομής. Από περίπου
150 εκατ. ευρώ ετησίως
την περίοδο 2011-2019,
οι επενδύσεις του ΔΕΔΔΗΕ
έχουν πλέον αυξηθεί σε
επίπεδα κοντά στα 800
εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Όπως ανέφερε ο
επικεφαλής του
Διαχειριστή, η
περιορισμένη επενδυτική
δραστηριότητα των
προηγούμενων ετών
δημιούργησε ένα
επενδυτικό κενό που
υπολογίζεται σε περίπου
1,7 δισ. ευρώ. Η κάλυψή
του αποτελεί πλέον
βασική προτεραιότητα,
καθώς το δίκτυο καλείται
να εξυπηρετήσει
περισσότερες μονάδες
παραγωγής, νέες
τεχνολογίες και
αυξημένες απαιτήσεις
διαχείρισης της
ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο επίκεντρο και η
αποθήκευση ενέργειας
Παράλληλα με την
ενίσχυση των δικτύων και
την ανάπτυξη των
ψηφιακών υποδομών,
αυξάνεται η σημασία της
αποθήκευσης ηλεκτρικής
ενέργειας. Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει
εντοπίσει περισσότερα
από 70 σημεία σύνδεσης
στα οποία μπορούν να
υποδεχθούν άμεσα περίπου
1 GW
συστημάτων αποθήκευσης,
ενώ οι σχετικές αιτήσεις
έχουν ήδη ξεπεράσει τα
2,2 GW.
Η ανάπτυξη των μπαταριών
θεωρείται κρίσιμη για
την καλύτερη αξιοποίηση
της παραγωγής από ΑΠΕ,
ιδιαίτερα τις ώρες κατά
τις οποίες η πράσινη
ηλεκτροπαραγωγή
υπερβαίνει τη ζήτηση. Η
δυνατότητα αποθήκευσης
της περίσσειας ενέργειας
και η διοχέτευσή της στο
δίκτυο σε μεταγενέστερο
χρόνο μπορούν να
περιορίσουν τις
περικοπές παραγωγής και
να ενισχύσουν την
ευελιξία του ηλεκτρικού
συστήματος.
Η μετάβαση σε ένα
περισσότερο
ψηφιοποιημένο και
ευέλικτο δίκτυο
αποτελεί, επομένως,
βασική προϋπόθεση για
την περαιτέρω διείσδυση
των ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας, την ανάπτυξη
νέων υπηρεσιών
ηλεκτρικής ενέργειας και
τη βελτίωση της
διαχείρισης των υποδομών
προς όφελος των
καταναλωτών.
|