|
Στο επίκεντρο βρίσκονται
έξι βασικές κατηγορίες
συναλλαγών, στις οποίες
η ΑΑΔΕ εντείνει τις
διασταυρώσεις,
αναζητώντας αποκλίσεις
ανάμεσα στα δηλωμένα
εισοδήματα και στα
πραγματικά οικονομικά
δεδομένα που προκύπτουν
από τις ηλεκτρονικές
καταγραφές.
Οι
έξι βασικές κατηγορίες
διασταυρώσεων
1. Συναλλαγές μέσω
POS
και ταμειακών μηχανών
Η υποχρεωτική διασύνδεση
των POS
με τις ταμειακές μηχανές
έχει περιορίσει
σημαντικά τις
δυνατότητες απόκρυψης
πωλήσεων. Κάθε πληρωμή
με κάρτα αφήνει
ηλεκτρονικό ίχνος, το
οποίο μπορεί να
αντιπαραβληθεί με τις
αποδείξεις που εκδίδει η
επιχείρηση και τον τζίρο
που δηλώνει στην Εφορία.
Εάν οι εισπράξεις μέσω
ηλεκτρονικών μέσων
πληρωμής δεν συμβαδίζουν
με τα δηλωμένα έσοδα, η
διαφορά μπορεί να
αποτελέσει ένδειξη που
θα οδηγήσει σε περαιτέρω
έλεγχο. Ιδιαίτερη
βαρύτητα έχουν οι
συστηματικές και
επαναλαμβανόμενες
αποκλίσεις, καθώς
ενδέχεται να υποδηλώνουν
πρακτικές απόκρυψης
φορολογητέας ύλης.
2. Ηλεκτρονικά βιβλία
myDATA
και δηλώσεις ΦΠΑ
Η πλατφόρμα
myDATA
αποτελεί πλέον ένα από
τα σημαντικότερα
εργαλεία της ΑΑΔΕ για
την παρακολούθηση της
επιχειρηματικής
δραστηριότητας. Τα
παραστατικά που
διαβιβάζονται
ηλεκτρονικά συγκρίνονται
με τα στοιχεία των
περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ,
διευκολύνοντας τον
εντοπισμό διαφορών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν οι
επιχειρήσεις που
εμφανίζουν μηδενικό ΦΠΑ,
παρά το γεγονός ότι στα
ηλεκτρονικά βιβλία τους
καταγράφονται πωλήσεις
και οικονομική
δραστηριότητα. Στο πεδίο
των ελέγχων
περιλαμβάνονται επίσης η
μη διαβίβαση
παραστατικών, οι
λανθασμένες καταχωρίσεις
και οι αποκλίσεις μεταξύ
των δηλωμένων εσόδων και
των δεδομένων που
διαθέτει η φορολογική
διοίκηση.
3. Τραπεζικοί
λογαριασμοί, καταθέσεις
και μεταφορές χρημάτων
Οι τραπεζικές κινήσεις
αποτελούν ακόμη μία
σημαντική πηγή
πληροφοριών για τους
φοροελεγκτές. Μεγάλες
καταθέσεις, συχνές
πιστώσεις και
επαναλαμβανόμενες
μεταφορές χρημάτων
μπορούν να προκαλέσουν
την προσοχή των αρχών,
όταν δεν δικαιολογούνται
από τα δηλωμένα
εισοδήματα ή την
οικονομική εικόνα του
φορολογουμένου.
Μέσω των προβλεπόμενων
νόμιμων διαδικασιών
πρόσβασης σε τραπεζικά
δεδομένα, η ΑΑΔΕ μπορεί
να διερευνήσει την
προέλευση των χρημάτων
και να εξετάσει εάν
πρόκειται για ήδη
φορολογημένα κεφάλαια,
νόμιμες μεταφορές ή
εισοδήματα που δεν έχουν
δηλωθεί.
Η ύπαρξη μιας μεγάλης
κατάθεσης δεν
συνεπάγεται αυτομάτως
φορολογική παράβαση.
Ωστόσο, όταν δεν υπάρχει
επαρκής τεκμηρίωση για
την προέλευσή της,
μπορεί να αποτελέσει
αφετηρία για τη
διερεύνηση της υπόθεσης.
4. Εισοδήματα από
βραχυχρόνιες μισθώσεις
Σημαντικό πεδίο ελέγχων
αποτελούν και τα έσοδα
από ακίνητα που
διατίθενται μέσω
πλατφορμών βραχυχρόνιας
μίσθωσης.
Οι διασταυρώσεις
αποσκοπούν στον
εντοπισμό διαφορών
μεταξύ των στοιχείων που
καταγράφονται στις
πλατφόρμες, των δηλώσεων
μίσθωσης και των
εισοδημάτων που
εμφανίζονται στις
φορολογικές δηλώσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, η
φορολογική διοίκηση
μπορεί να εντοπίσει
περιπτώσεις ιδιοκτητών
που παραλείπουν να
δηλώσουν μέρος των
εισπράξεών τους ή δεν
αποτυπώνουν πλήρως την
οικονομική δραστηριότητα
που συνδέεται με την
εκμετάλλευση των
ακινήτων τους.
5. Αγοραπωλησίες
ακινήτων και περιουσιακά
στοιχεία
Οι μεταβιβάσεις ακινήτων
και γενικότερα η ακίνητη
περιουσία αποτελούν ένα
ακόμη πεδίο στο οποίο
αξιοποιούνται τα ψηφιακά
δεδομένα.
Η συγκέντρωση
πληροφοριών για
ιδιοκτησίες, συμβόλαια
και αγοραπωλησίες σε
ηλεκτρονικές βάσεις
διευκολύνει τη σύγκριση
της περιουσιακής
κατάστασης με τα
εισοδήματα και τα
υπόλοιπα φορολογικά
στοιχεία των
φορολογουμένων.
Οι ελεγκτές μπορούν έτσι
να εντοπίζουν
περιπτώσεις στις οποίες
η απόκτηση ή η διατήρηση
περιουσιακών στοιχείων
δεν φαίνεται να
συμβαδίζει με τα
διαθέσιμα οικονομικά
δεδομένα, προχωρώντας
όπου απαιτείται σε
περαιτέρω διερεύνηση της
προέλευσης των
κεφαλαίων.
6. Διασυνοριακές
συναλλαγές και
οικονομική δραστηριότητα
στο εξωτερικό
Οι φορολογικές
διασταυρώσεις
επεκτείνονται και πέρα
από τα ελληνικά σύνορα.
Μέσω των μηχανισμών
διεθνούς ανταλλαγής
πληροφοριών, η ΑΑΔΕ
αποκτά πρόσβαση σε
στοιχεία που αφορούν
οικονομικές
δραστηριότητες και
συναλλαγές Ελλήνων
φορολογουμένων στο
εξωτερικό.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν
οι ενδοκοινοτικές
συναλλαγές, όπου τα
δεδομένα που
διαβιβάζονται από τις
φορολογικές διοικήσεις
άλλων κρατών μπορούν να
συγκριθούν με τις
δηλώσεις που
υποβάλλονται στην
Ελλάδα.
Με αυτόν τον τρόπο
διευκολύνεται ο
εντοπισμός
αναντιστοιχιών μεταξύ
των συναλλαγών που
εμφανίζονται στο
εξωτερικό και εκείνων
που δηλώνονται στην
ελληνική φορολογική
διοίκηση.
Η τεχνητή νοημοσύνη
αλλάζει τον τρόπο
επιλογής των φορολογικών
ελέγχων
Πέρα από τη συγκέντρωση
και τη διασταύρωση
δεδομένων, σημαντική
αλλαγή στον τρόπο
λειτουργίας των
φοροελεγκτικών
μηχανισμών φέρνει η
αξιοποίηση της τεχνητής
νοημοσύνης και των
τεχνικών ανάλυσης
μεγάλου όγκου
πληροφοριών.
Στον σχεδιασμό της ΑΑΔΕ
περιλαμβάνεται η
ανάπτυξη μοντέλων
μηχανικής μάθησης και
εξειδικευμένων σεναρίων
εντοπισμού φορολογικής
παραβατικότητας. Στόχος
είναι να εντοπίζονται
πιο γρήγορα οι
περιπτώσεις που
παρουσιάζουν αυξημένο
φορολογικό κίνδυνο και
να επιλέγονται
αποτελεσματικότερα οι
υποθέσεις που θα
οδηγηθούν σε έλεγχο.
Τα συστήματα αυτά
μπορούν να αναγνωρίζουν
ασυνήθιστες
συναλλακτικές
συμπεριφορές,
επαναλαμβανόμενες
αποκλίσεις μεταξύ
διαφορετικών πηγών
δεδομένων και μοτίβα
οικονομικής
δραστηριότητας που
χρήζουν περαιτέρω
διερεύνησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν
υποκαθιστά τον ανθρώπινο
έλεγχο, ούτε κάθε
αναντιστοιχία στα
ηλεκτρονικά δεδομένα
αποτελεί αυτομάτως
απόδειξη φοροδιαφυγής.
Προσφέρει, όμως, τη
δυνατότητα στις
υπηρεσίες της ΑΑΔΕ να
αξιοποιούν πολύ
μεγαλύτερο όγκο
πληροφοριών και να
κατευθύνουν τους
διαθέσιμους πόρους στις
υποθέσεις όπου
εντοπίζονται οι
ισχυρότερες ενδείξεις
παραβάσεων.
Για επιχειρήσεις,
ελεύθερους επαγγελματίες
και ιδιοκτήτες ακινήτων,
η νέα πραγματικότητα
σημαίνει ότι η απόκρυψη
της πραγματικής
οικονομικής
δραστηριότητας γίνεται
ολοένα δυσκολότερη. Όσο
περισσότερες συναλλαγές
καταγράφονται
ηλεκτρονικά και όσο
περισσότερα πληροφοριακά
συστήματα διασυνδέονται,
τόσο περιορίζονται τα
περιθώρια να εμφανίζεται
στη φορολογική δήλωση
μια εικόνα διαφορετική
από εκείνη που προκύπτει
από τα πραγματικά
οικονομικά δεδομένα.
|