|
Πάνω από 300.000 ευρώ
για ένα νεόδμητο
διαμέρισμα
Με βάση τα στοιχεία του
ρεπορτάζ, η μέση τιμή
ενός νεόδμητου ακινήτου
στην Αθήνα ανέρχεται σε
4.300 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο. Για
ένα διαμέρισμα 70 τ.μ.,
το συνολικό κόστος
αγοράς φθάνει έτσι
περίπου τις 301.000
ευρώ, χωρίς να
υπολογίζονται τα
πρόσθετα έξοδα της
συναλλαγής.
Στον σχετικό υπολογισμό
χρησιμοποιείται καθαρός
μηνιαίος μισθός 1.567
ευρώ. Με αυτή την
παραδοχή, η αξία του
ακινήτου αντιστοιχεί σε
περίπου 16 χρόνια
μισθών, εφόσον ολόκληρο
το εισόδημα του
εργαζομένου διατίθεται
για την αγορά του
σπιτιού.
Πρόκειται, βεβαίως, για
μια θεωρητική σύγκριση
και όχι για ένα
ρεαλιστικό σχέδιο
απόκτησης κατοικίας. Ο
εργαζόμενος εξακολουθεί
να έχει έξοδα διαβίωσης,
ενώ στην πράξη μπορεί να
χρειάζεται να
αντιμετωπίσει και άλλες
οικονομικές υποχρεώσεις.
Επιπλέον, ο υπολογισμός
δεν λαμβάνει υπόψη
πιθανές μεταβολές ούτε
στις τιμές των ακινήτων
ούτε στους μισθούς.
Τα 16 χρόνια, συνεπώς,
δεν αντιστοιχούν στον
πραγματικό χρόνο που
απαιτείται για να
συγκεντρωθεί το ποσό
αγοράς ή να εξοφληθεί
ένα στεγαστικό δάνειο.
Αποτυπώνουν τη μεγάλη
απόσταση ανάμεσα στην
αξία ενός νεόδμητου
διαμερίσματος και στο
ετήσιο εισόδημα ενός
εργαζομένου.
Όταν αφαιρεθούν τα έξοδα
διαβίωσης, ο ορίζοντας
φθάνει τα 25 χρόνια
Η δυσκολία γίνεται πιο
εμφανής όταν
συνυπολογιστούν οι
μηνιαίες ανάγκες. Ακόμη
και ένας νέος που
εξακολουθεί να μένει με
τους γονείς του και
καταφέρνει να περιορίζει
τις δαπάνες του στα
500-550 ευρώ τον μήνα,
δεν μπορεί να διαθέσει
ολόκληρο τον μισθό του
για την αγορά κατοικίας.
Με μηνιαίες αποδοχές
1.567 ευρώ και τις
παραπάνω δαπάνες, το
ποσό που απομένει για
αποταμίευση είναι
αισθητά μικρότερο. Υπό
τις ίδιες παραδοχές για
την αξία του ακινήτου
και τη σταθερότητα των
τιμών, ο απαιτούμενος
χρόνος για τη
συγκέντρωση του ποσού
προσεγγίζει τα 24-25
χρόνια.
Ακόμη και αυτό το
σενάριο προϋποθέτει ότι
ο εργαζόμενος θα μπορεί
να αποταμιεύει σταθερά
κάθε μήνα, χωρίς
απρόβλεπτα έξοδα ή
περιόδους απώλειας
εισοδήματος. Για όσους
καταβάλλουν ενοίκιο, οι
δυνατότητες
περιορίζονται ακόμη
περισσότερο, καθώς
σημαντικό μέρος των
αποδοχών τους
κατευθύνεται ήδη στην
κάλυψη της στέγασης.
Και όλα αυτά αφορούν ένα
νεόδμητο διαμέρισμα 70
τ.μ. Σε μεγαλύτερες
κατοικίες, η αύξηση του
συνολικού τιμήματος
διευρύνει ακόμη
περισσότερο την απόσταση
ανάμεσα στις οικονομικές
δυνατότητες των
νοικοκυριών και στις
απαιτήσεις της αγοράς.
Οι κατασκευαστικές
δαπάνες συντηρούν τις
υψηλές τιμές
Σημαντικό ρόλο στη
διαμόρφωση των τιμών
πώλησης διαδραματίζει
και το κόστος
κατασκευής. Σύμφωνα με
τις εκτιμήσεις που
παρουσιάζονται στο
ρεπορτάζ, οι σχετικές
δαπάνες έχουν αυξηθεί
περίπου κατά 50% μέσα
στην τελευταία πενταετία
με εξαετία.
Το κόστος ανέγερσης νέων
κατοικιών υπολογίζεται
σε 2.000-2.500 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο, χωρίς
να περιλαμβάνεται η αξία
του οικοπέδου. Το
επίπεδο αυτό επιβαρύνει
το τελικό κόστος
διάθεσης των νεόδμητων
ακινήτων, περιορίζοντας
τα περιθώρια για
σημαντικές μειώσεις στις
τιμές πώλησης.
Για τη φετινή χρονιά, οι
αυξήσεις στις τιμές
πώλησης εκτιμώνται σε
περίπου 5%-6%, με
ηπιότερο ρυθμό σε σχέση
με προηγούμενες
περιόδους. Ωστόσο, οι
διαφορές μεταξύ των
περιοχών της Αττικής
παραμένουν έντονες.
Στα δυτικά προάστια, οι
τιμές νεόδμητων
κατοικιών που
αναφέρονται στο ρεπορτάζ
κυμαίνονται μεταξύ 3.700
και 4.100 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο. Στη
Γλυφάδα, αντίθετα, για
ορισμένα ακίνητα οι
ζητούμενες τιμές φθάνουν
ακόμη και τα
10.000-11.000 ευρώ ανά
τετραγωνικό.
Η απόκλιση αυτή
καταδεικνύει ότι η
δυνατότητα αγοράς
κατοικίας εξαρτάται σε
μεγάλο βαθμό από την
περιοχή, τα
χαρακτηριστικά του
ακινήτου και το
διαθέσιμο εισόδημα του
αγοραστή.
Το βασικό πρόβλημα,
πάντως, παραμένει το
ίδιο: όταν ένα
διαμέρισμα 70 τ.μ.
κοστίζει περίπου 301.000
ευρώ και η αξία του
ισοδυναμεί με 16
ολόκληρα χρόνια καθαρών
μισθών, η συγκέντρωση
ακόμη και της
προκαταβολής για ένα
στεγαστικό δάνειο μπορεί
να εξελιχθεί σε
μακροχρόνιο οικονομικό
στόχο. Για όσους δεν
διαθέτουν ήδη
αποταμιεύσεις ή
οικογενειακή οικονομική
στήριξη, η μετάβαση από
το ενοίκιο στην
ιδιοκτησία γίνεται έτσι
ολοένα δυσκολότερη.
|