|
Η ζήτηση αυξάνεται
ταχύτερα από την
παραγωγή
Η εικόνα που καταγράφει
η S&P
Global
Energy
δείχνει ότι το πρόβλημα
δεν αφορά μόνο την
υφιστάμενη συγκέντρωση
της παραγωγής, αλλά και
τη μελλοντική ισορροπία
προσφοράς και ζήτησης.
Η παγκόσμια ζήτηση
γαλλίου εκτιμάται ότι
ανερχόταν περίπου στους
1.000 τόνους το 2025.
Σύμφωνα με τις προβολές
της S&P
Global,
θα αυξηθεί στους 1.414
τόνους το 2028 και θα
φθάσει τους 1.738 τόνους
το 2030. Αυτό
μεταφράζεται σε μέσο
ετήσιο ρυθμό αύξησης
περίπου 12% για την
περίοδο 2026-2030.
Η προσφορά, ωστόσο, δεν
φαίνεται να μπορεί να
ακολουθήσει τον ίδιο
ρυθμό.
Η Κίνα ελέγχει περίπου
το 99% της παγκόσμιας
δυναμικότητας παραγωγής
γαλλίου χαμηλής
καθαρότητας και περίπου
το 62% της παραγωγικής
δυναμικότητας υψηλής
καθαρότητας. Πρόκειται
για εξαιρετικά υψηλό
βαθμό συγκέντρωσης σε
μια πρώτη ύλη που
χρησιμοποιείται σε
τεχνολογίες στρατηγικής
σημασίας.
Έτσι, το γάλλιο από ένα
σχετικά μικρό
βιομηχανικό μέταλλο έχει
μετατραπεί σε παράγοντα
γεωοικονομικής ισχύος. Η
δυνατότητα ελέγχου της
παραγωγής του μπορεί να
επηρεάσει ολόκληρες
αλυσίδες αξίας από τους
ημιαγωγούς και τις
τηλεπικοινωνίες έως την
άμυνα και την τεχνητή
νοημοσύνη.
Η Δύση ξεκινά σχεδόν από
το μηδέν
Η προσπάθεια
διαφοροποίησης της
παγκόσμιας παραγωγής
ξεκινά από εξαιρετικά
χαμηλή βάση.
Σήμερα η παραγωγή εκτός
Κίνας περιορίζεται
ουσιαστικά σε περίπου 5
τόνους, από την
εγκατάσταση
Iijima
στην Ιαπωνία.
Ακόμη και με την
ολοκλήρωση των πρώτων
νέων projects,
η εικόνα δεν αλλάζει
δραματικά. Μέχρι το
τέλος του 2026, η
παραγωγική δυναμικότητα
εκτός Κίνας αναμένεται
να φθάσει μόλις τους 20
τόνους, αφήνοντας ένα
τεράστιο κενό σε σχέση
με την παγκόσμια ζήτηση.
Το 2028, η δυναμικότητα
εκτός Κίνας προβλέπεται
να αυξηθεί στους 280
τόνους, ενώ το 2030
μπορεί να φθάσει περίπου
στους 386 τόνους.
Το πρόβλημα είναι ότι η
ζήτηση αυξάνεται ακόμη
ταχύτερα. Με παγκόσμια
ζήτηση 1.738 τόνων το
2030 και παραγωγική
δυναμικότητα εκτός
κινεζικού ελέγχου μόλις
386 τόνων, το θεωρητικό
έλλειμμα φθάνει περίπου
τους 729 τόνους.
Με άλλα λόγια, η Δύση θα
έχει κάνει ένα σημαντικό
βήμα διαφοροποίησης της
εφοδιαστικής αλυσίδας,
αλλά δεν θα έχει ακόμη
δημιουργήσει μια
πραγματικά αυτάρκη
αγορά.
Τα νέα projects
Η S&P
Global
έχει καταγράψει οκτώ
ανακοινωμένα
projects,
τα οποία συνολικά
μπορούν να προσθέσουν
περίπου 381 τόνους
παραγωγικής
δυναμικότητας έως το
2030.
Στην προσπάθεια
συμμετέχουν η Αυστραλία,
οι ΗΠΑ, ο Καναδάς,
ευρωπαϊκές χώρες και
άλλες αγορές.
Με βάση τις διαθέσιμες
προβολές, η παραγωγική
δυναμικότητα το 2030 θα
μπορούσε να διαμορφωθεί
περίπου στους 100 τόνους
στην Αυστραλία, στους
120 τόνους στις ΗΠΑ,
στους 40 τόνους στον
Καναδά, σε περίπου 40
τόνους στις υπόλοιπες
χώρες G7+
και σε περίπου 86 τόνους
στον υπόλοιπο κόσμο.
Η γεωγραφική
διαφοροποίηση είναι
σαφώς μεγαλύτερη σε
σχέση με σήμερα, αλλά
εξακολουθεί να μην
επαρκεί για να καλύψει
την εκρηκτική αύξηση της
ζήτησης.
Η Metlen
βάζει την Ελλάδα στον
χάρτη
Σε αυτή τη νέα αγορά η
Ελλάδα επιχειρεί να
αποκτήσει έναν ρόλο που
υπερβαίνει κατά πολύ τα
μεγέθη της εγχώριας
οικονομίας.
Η Metlen
αξιοποιεί την
καθετοποιημένη
παραγωγική της αλυσίδα
στον βωξίτη, την
αλουμίνα και το
αλουμίνιο, προκειμένου
να προσθέσει το γάλλιο
στο παραγωγικό της
οικοσύστημα.
Η επένδυση αναπτύσσεται
στις εγκαταστάσεις του
Αλουμινίου της Ελλάδος
στον Άγιο Νικόλαο
Βοιωτίας και προβλέπει
παραγωγική δυναμικότητα
περίπου 50 τόνων γαλλίου
ετησίως. Η έναρξη της
παραγωγής έχει
προγραμματιστεί σταδιακά
από το 2027, με στόχο
την πλήρη ανάπτυξη της
δυναμικότητας το 2028.
Τα 50 αυτά τόνοι έχουν
ιδιαίτερη σημασία όταν
συγκριθούν με τα
σημερινά δεδομένα της
δυτικής παραγωγής. Η
Ελλάδα από μόνη της θα
μπορούσε να
αντιπροσωπεύει ένα
σημαντικό κομμάτι της
συνολικής δυναμικότητας
εκτός Κίνας στα πρώτα
χρόνια ανάπτυξης της
νέας αγοράς.
Η επένδυση εντάσσεται
στο ευρύτερο πρόγραμμα
της Metlen,
ύψους περίπου 295,5
εκατ. ευρώ, το οποίο
αποφασίστηκε τον
Ιανουάριο του 2025. Το
σχέδιο δεν αφορά
αποκλειστικά το γάλλιο,
αλλά συνδέει την
παραγωγή του με την
ενίσχυση της βασικής
παραγωγικής αλυσίδας της
εταιρείας.
Προβλέπεται αύξηση της
παραγωγής βωξίτη περίπου
στους 2 εκατ. τόνους
ετησίως, ενώ η
δυναμικότητα παραγωγής
αλουμίνας αυξάνεται από
865.000 σε 1,265 εκατ.
τόνους.
Ακριβώς αυτή η
καθετοποίηση αποτελεί
ένα από τα σημαντικότερα
πλεονεκτήματα του
project.
Το γάλλιο δεν
αντιμετωπίζεται ως μια
απομονωμένη επένδυση,
αλλά ως ένα ακόμη προϊόν
που μπορεί να παραχθεί
αξιοποιώντας την
υφιστάμενη βιομηχανική
βάση.
Από στρατηγικό
project
σε ευρωπαϊκή επένδυση
Η σημασία της επένδυσης
έχει ήδη αναγνωριστεί σε
ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το project
της Metlen
έχει ενταχθεί από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα
Στρατηγικά Έργα του
Critical
Raw
Materials
Act,
γεγονός που τοποθετεί
την παραγωγή γαλλίου στο
ευρύτερο πλαίσιο της
ευρωπαϊκής προσπάθειας
για τη μείωση των
εξαρτήσεων από κρίσιμες
πρώτες ύλες.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή
Τράπεζα Επενδύσεων έχει
εγκρίνει χρηματοδότηση
90 εκατ. ευρώ για τις
επενδύσεις σε βωξίτη και
γάλλιο στο πλαίσιο του
REPowerEU.
Τον Μάιο του 2026, το
συνολικό επενδυτικό
σχέδιο, ύψους περίπου
300 εκατ. ευρώ, έλαβε
και την έγκριση της
Διυπουργικής Επιτροπής
Στρατηγικών Επενδύσεων,
με προβλεπόμενη στήριξη
μέσω επιχορηγήσεων και
φορολογικών κινήτρων
περίπου 118 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα επομένως είναι
σαφής: η παραγωγή
γαλλίου στην Ελλάδα δεν
αντιμετωπίζεται μόνο ως
ένα νέο επιχειρηματικό
εγχείρημα της
Metlen,
αλλά ως μέρος της
ευρωπαϊκής στρατηγικής
για την ασφάλεια
εφοδιασμού.
Το πρώτο offtake
έχει ήδη κλείσει
Η Metlen
έχει κινηθεί ήδη και στο
εμπορικό σκέλος της
επένδυσης, πριν ακόμη
ξεκινήσει η πλήρης
παραγωγή.
Η εταιρεία έχει
υπογράψει συμφωνία
offtake
για περίπου το 25% της
μελλοντικής παραγωγής.
Με δεδομένη τη συνολική
δυναμικότητα των 50
τόνων ετησίως, η
συμφωνία αντιστοιχεί σε
περίπου 12,5 τόνους
γαλλίου κάθε χρόνο.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
δείχνει ότι υπάρχει ήδη
βιομηχανική ζήτηση για
μέρος της μελλοντικής
παραγωγής.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν
εμφανίζεται με την ίδια
ένταση σε όλες τις
γεωγραφικές αγορές.
Η Metlen
έχει εκφράσει την
επιθυμία να κατευθυνθεί
μέρος της παραγωγής σε
ευρωπαίους καταναλωτές.
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα
έχει αναφέρει ο
Ευάγγελος Μυτιληναίος,
το ενδιαφέρον από την
Ευρώπη είναι μέχρι
στιγμής μικρότερο σε
σχέση με αυτό που
καταγράφεται από τις
ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη
Νότια Κορέα.
Η παράδοξη πλευρά της
ευρωπαϊκής στρατηγικής
Εδώ βρίσκεται ίσως και η
μεγαλύτερη αντίφαση της
συγκεκριμένης αγοράς.
Η Ευρώπη αναγνωρίζει ότι
χρειάζεται να
δημιουργήσει δική της
παραγωγική βάση σε
κρίσιμες πρώτες ύλες,
χρηματοδοτεί
projects,
παρέχει θεσμικά κίνητρα
και χαρακτηρίζει
στρατηγικές επενδύσεις
όπως αυτή της
Metlen.
Την ίδια στιγμή, όμως,
οι πιο αποφασισμένοι
αγοραστές του ευρωπαϊκού
γαλλίου φαίνεται μέχρι
σήμερα να βρίσκονται
εκτός Ευρώπης.
Η αντίφαση είναι
χαρακτηριστική της
ευρωπαϊκής βιομηχανικής
πολιτικής: η Ευρώπη
θέλει να δημιουργήσει
παραγωγή για να
περιορίσει την εξάρτησή
της από τρίτες χώρες,
αλλά χρειάζεται
παράλληλα να
δημιουργήσει και την
αντίστοιχη βιομηχανική
ζήτηση στο εσωτερικό
της.
Στην περίπτωση του
γαλλίου, το πρόβλημα
είναι ακόμη μεγαλύτερο
επειδή η ζήτηση που
έρχεται από τους
ημιαγωγούς, τα
data
centers,
την τεχνητή νοημοσύνη,
τα δίκτυα 5G,
την άμυνα και την
ηλεκτροκίνηση αναμένεται
να αυξηθεί σημαντικά τα
επόμενα χρόνια.
Το γάλλιο ως στρατηγικό
asset
Η επένδυση της
Metlen
αποκτά επομένως
διαφορετική διάσταση από
αυτή ενός ακόμη
project
παραγωγής μετάλλων.
Τα 50.000 κιλά ετήσιας
παραγωγής που
προβλέπονται για την
ελληνική μονάδα είναι
μικρός αριθμός σε σχέση
με τις ανάγκες της
παγκόσμιας αγοράς. Είναι
όμως σημαντικός αριθμός
σε μια αγορά όπου η
παραγωγή εκτός Κίνας
ξεκινά από μόλις 5
τόνους.
Και κυρίως, η αξία του
project
δεν βρίσκεται μόνο στον
όγκο παραγωγής.
Βρίσκεται στη δημιουργία
ενός νέου ευρωπαϊκού
κρίκου σε μια αλυσίδα
εφοδιασμού που σήμερα
ελέγχεται σε συντριπτικό
βαθμό από την Κίνα.
Εάν η ζήτηση γαλλίου
πράγματι κινηθεί προς
τους 1.738 τόνους έως το
2030, όπως προβλέπει η
S&P
Global,
τότε η αγορά θα
χρειαστεί πολύ
περισσότερες μονάδες
παραγωγής εκτός Κίνας.
Η Ελλάδα, μέσω της
Metlen,
έχει ήδη τοποθετηθεί σε
αυτή την κούρσα. Και
εφόσον η επένδυση
ολοκληρωθεί σύμφωνα με
τον σχεδιασμό της, η
χώρα δεν θα διαθέτει
απλώς μια νέα παραγωγική
δραστηριότητα, αλλά θα
έχει αποκτήσει έναν από
τους ελάχιστους
ευρωπαϊκούς κρίκους σε
μια κρίσιμη τεχνολογική
και γεωοικονομική
αλυσίδα.
Το μεγάλο στοίχημα,
πλέον, δεν είναι μόνο να
παραχθεί το γάλλιο στην
Ελλάδα. Είναι να
δημιουργηθεί γύρω από
αυτό μια ευρωπαϊκή
βιομηχανική αλυσίδα που
θα μπορεί να το
απορροφήσει, να το
μετατρέψει σε προϊόντα
υψηλότερης προστιθέμενης
αξίας και τελικά να
μειώσει την εξάρτηση της
Ευρώπης από την Κίνα.
|