|
Τρεις παράγοντες πιέζουν
τη γαλλική οικονομία
Το CAE
εντοπίζει τρεις βασικές
αδυναμίες που
επιβαρύνουν σταδιακά τις
προοπτικές της χώρας.
Η πρώτη αφορά τη
γήρανση του πληθυσμού,
η οποία αυξάνει τις
ανάγκες χρηματοδότησης
των συντάξεων και της
υγειονομικής περίθαλψης.
Οι αυξανόμενες
κοινωνικές δαπάνες
περιορίζουν τα περιθώρια
για άλλες δημόσιες
επενδύσεις και για μέτρα
που θα μπορούσαν να
ενισχύσουν την
οικονομική
δραστηριότητα.
Η δεύτερη είναι η
διαρκής επιδείνωση των
δημόσιων οικονομικών. Τα
υψηλά ελλείμματα και η
αυξανόμενη επιβάρυνση
από τους τόκους
περιορίζουν τη
δυνατότητα της
κυβέρνησης να αντιδράσει
σε νέες οικονομικές
αναταράξεις, χωρίς να
επιβαρύνει περαιτέρω το
δημόσιο χρέος.
Η τρίτη αφορά την
ασθενέστερη
αύξηση της
παραγωγικότητας,
η οποία δυσχεραίνει τη
διατήρηση ισχυρών ρυθμών
ανάπτυξης και τη
δημιουργία νέων πόρων
για τη χρηματοδότηση του
κράτους.
Οι οικονομολόγοι θεωρούν
ότι οι τρεις αυτές
τάσεις
αλληλοτροφοδοτούνται,
δημιουργώντας ένα ολοένα
δυσκολότερο περιβάλλον
για τη γαλλική
οικονομία.
Η τεχνολογική υστέρηση
ως βασικό πρόβλημα
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
στην αδυναμία της
Γαλλίας να διαδώσει
γρήγορα και
αποτελεσματικά τις
ψηφιακές τεχνολογίες σε
ολόκληρη την οικονομία.
Σύμφωνα με την έκθεση, η
περιορισμένη αξιοποίηση
των νέων τεχνολογιών
αποτελεί βασική αιτία
της υποχώρησης της
οικονομικής δυναμικής
της χώρας. Η τεχνητή
νοημοσύνη δημιουργεί
νέες δυνατότητες για
αύξηση της
παραγωγικότητας, αλλά η
αξιοποίησή τους
προϋποθέτει επενδύσεις,
κατάλληλες δεξιότητες
και προσαρμογή των
επιχειρήσεων.
Στην ίδια κατεύθυνση
λειτουργεί και η
επιδείνωση των
εκπαιδευτικών επιδόσεων,
ιδιαίτερα στα
μαθηματικά, καθώς και η
διεύρυνση των
οικονομικών ανισοτήτων.
Οι αδυναμίες αυτές
αποκτούν μεγαλύτερη
σημασία σε ένα
περιβάλλον αυξανόμενων
εξωτερικών πιέσεων: από
την κλιματική αλλαγή και
τον ανταγωνισμό από την
Κίνα έως τις
γεωπολιτικές συγκρούσεις
και τις ανατροπές που
προκαλεί η τεχνητή
νοημοσύνη.
Για το CAE,
η αντιμετώπιση των
προβλημάτων απαιτεί
αλλαγή πορείας και όχι
απλώς επιμέρους
διορθώσεις στην
οικονομική πολιτική.
Δημοσιονομική προσαρμογή
€125 δισ. έως το 2032
Στο επίκεντρο της
έκθεσης βρίσκεται η
ανάγκη ουσιαστικής
μείωσης του
δημοσιονομικού
ελλείμματος.
Οι 23 οικονομολόγοι
προτείνουν μέτρα
συνολικής δημοσιονομικής
προσαρμογής ύψους
125 δισ. ευρώ
έως το 2032, με
περίπου το ήμισυ της
προσπάθειας να
πραγματοποιείται μέσα
στα πρώτα δύο χρόνια.
Πρόκειται για μια μεγάλη
παρέμβαση, η οποία θα
απαιτούσε συνδυασμό
περιορισμού δαπανών,
αλλαγών στη φορολογία
και αναθεώρησης
υφιστάμενων πολιτικών.
Μεταξύ των περίπου 150
πιθανών μέτρων που
εξετάζονται
περιλαμβάνονται:
Τριετές πάγωμα του
κρατικού προϋπολογισμού,
με εξαίρεση την
εξυπηρέτηση του δημόσιου
χρέους.
Πενταετές πάγωμα των
δαπανών της τοπικής
αυτοδιοίκησης.
Κατάργηση της αυτόματης
τιμαριθμικής
αναπροσαρμογής των
συντάξεων.
Επανεξέταση φόρων,
μεταξύ άλλων στον τομέα
της κατοικίας και της
περιουσίας.
Αλλαγές στον ΦΠΑ και στη
φορολογία των
επιχειρήσεων.
Μείωση των επιδοτήσεων
προς τις επιχειρήσεις.
Παρεμβάσεις στις
εισφορές κοινωνικής
ασφάλισης.
Οι προτάσεις αυτές
αποτελούν εναλλακτικές
επιλογές πολιτικής που
περιλαμβάνονται στην
έκθεση και όχι ένα
ενιαίο, ήδη αποφασισμένο
κυβερνητικό πρόγραμμα.
Η έκτασή τους
αποτυπώνει, ωστόσο, το
μέγεθος της
δημοσιονομικής
προσπάθειας που θεωρούν
αναγκαία οι
οικονομολόγοι για να
περιοριστεί ο κίνδυνος
μιας αναγκαστικής
προσαρμογής στο μέλλον.
Επενδύσεις στην
εκπαίδευση και την
καινοτομία
Η έκθεση δεν
περιορίζεται στη
δημοσιονομική εξυγίανση.
Αντίθετα, υποστηρίζει
ότι η μείωση του
ελλείμματος πρέπει να
συνοδευτεί από
στοχευμένες επενδύσεις
που θα ενισχύσουν την
παραγωγικότητα και τις
αναπτυξιακές δυνατότητες
της χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό,
προτείνεται η διάθεση
4 δισ. ευρώ
ετησίως για την
εκπαίδευση, με
στόχο να καλυφθούν οι
αδυναμίες που έχουν
συσσωρευτεί και να
βελτιωθούν οι δεξιότητες
του ανθρώπινου
δυναμικού.
Παράλληλα, οι
οικονομολόγοι
εισηγούνται μια
ολοκληρωμένη πολιτική
για την εξάπλωση των
ψηφιακών τεχνολογιών και
της τεχνητής νοημοσύνης,
καθώς και την έναρξη
ενός προγράμματος με
ορίζοντα το 2040 για την
προώθηση της
καινοτομίας.
Στις προτεραιότητες
περιλαμβάνεται επίσης η
ενίσχυση της προσαρμογής
στην κλιματική αλλαγή,
καθώς οι σχετικές
πιέσεις αναμένεται να
δημιουργήσουν πρόσθετες
ανάγκες για επενδύσεις
και δημόσιους πόρους.
Η λογική της έκθεσης
είναι ότι η
δημοσιονομική προσαρμογή
δεν μπορεί να στηριχθεί
αποκλειστικά στη
συγκράτηση των δαπανών.
Χρειάζεται παράλληλα να
ενισχυθεί η δυνατότητα
της οικονομίας να
παράγει υψηλότερα
εισοδήματα και
μεγαλύτερη προστιθέμενη
αξία.
Στο στόχαστρο και οι
μεγάλες κληρονομιές
Μεταξύ των προτάσεων
περιλαμβάνεται και η
αύξηση της φορολόγησης
των μεγάλων κληρονομιών.
Σύμφωνα με τους
συντάκτες της έκθεσης,
μια τέτοια παρέμβαση θα
μπορούσε να συμβάλει
στον περιορισμό της
φτώχειας και των
οικονομικών ανισοτήτων,
ενισχύοντας παράλληλα τα
δημόσια έσοδα.
Η πρόταση εντάσσεται σε
μια ευρύτερη συζήτηση
για τον τρόπο κατανομής
του φορολογικού βάρους,
σε μια χώρα όπου η
δημοσιονομική προσαρμογή
θα πρέπει να συνδυαστεί
με τη διατήρηση της
κοινωνικής συνοχής.
Η εφαρμογή τέτοιων
μέτρων, πάντως, θα
απαιτούσε πολιτικές
αποφάσεις και αξιολόγηση
των επιπτώσεών τους στην
αποταμίευση, στις
επενδύσεις και στη
φορολογική συμπεριφορά.
Το κόστος του χρήματος
περιορίζει τα περιθώρια
Η προειδοποίηση του
CAE
αποκτά ιδιαίτερη
βαρύτητα σε μια περίοδο
κατά την οποία το κόστος
δανεισμού της Γαλλίας
παραμένει αυξημένο.
Όσο υψηλότερες είναι οι
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων, τόσο
μεγαλύτερο μέρος των
δημόσιων εσόδων
απαιτείται για την
εξυπηρέτηση του χρέους.
Αυτό περιορίζει τους
διαθέσιμους πόρους για
επενδύσεις, κοινωνικές
πολιτικές και
παρεμβάσεις που θα
μπορούσαν να στηρίξουν
την ανάπτυξη.
Εάν η δημοσιονομική
πορεία δεν αλλάξει, η
Γαλλία κινδυνεύει να
βρεθεί αντιμέτωπη με μια
προσαρμογή υπό
δυσμενέστερους όρους,
καθώς οι αγορές θα
απαιτούν υψηλότερη
αποζημίωση για την
ανάληψη του πιστωτικού
κινδύνου.
Αυτός είναι και ο
πυρήνας της
προειδοποίησης των 23
οικονομολόγων: η
δημοσιονομική προσαρμογή
είναι προτιμότερο να
σχεδιαστεί και να
εφαρμοστεί με ελεγχόμενο
τρόπο, παρά να επιβληθεί
από τις συνθήκες της
αγοράς.
Για τη Γαλλία, η
πρόκληση είναι διπλή.
Από τη μία πλευρά,
πρέπει να περιορίσει το
έλλειμμα και να
σταθεροποιήσει τη
δυναμική του δημόσιου
χρέους. Από την άλλη,
χρειάζεται να ανακτήσει
την παραγωγικότητα και
να ενισχύσει την
ανταγωνιστικότητά της.
Η επιτυχία δεν θα κριθεί
μόνο από το πόσο γρήγορα
θα μειωθούν οι δημόσιες
δαπάνες ή θα αυξηθούν τα
έσοδα, αλλά και από το
εάν οι αλλαγές θα
δημιουργήσουν τις
προϋποθέσεις για
ισχυρότερη και πιο
διατηρήσιμη ανάπτυξη.
|