|
Η ταχύτητα της
διεύρυνσης έχει
αιφνιδιάσει την αγορά. Η
Barclays
είχε εκτιμήσει στα τέλη
Αυγούστου ότι ένα
spread
πάνω από τις 100 μονάδες
βάσης ήταν απίθανο να
σημειωθεί φέτος και θα
αποτελούσε ιδιαίτερα
δυσμενές σενάριο για τη
Γαλλία.
Η εξέλιξη αποτυπώνει την
αύξηση του risk
premium
που απαιτούν οι
επενδυτές για να
διακρατούν γαλλικό αντί
γερμανικού χρέους.
Όπως επισημαίνουν
αναλυτές, η Γαλλία είναι
ιδιαίτερα εκτεθειμένη
στον συνδυασμό
υψηλού χρέους, μεγάλων
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων και
περιορισμένων περιθωρίων
άσκησης πολιτικής.
Το ρίσκο του 2027
Στο επίκεντρο βρίσκεται
πλέον και η προεδρική
εκλογή του 2027.
Η πολιτική πόλωση και η
αποδυνάμωση των
παραδοσιακών κεντρώων
δυνάμεων αυξάνουν την
αβεβαιότητα για την
επόμενη ημέρα στη
Γαλλία.
Αναλυτές προειδοποιούν
ότι μια εκλογική
αναμέτρηση στην τελική
φάση μεταξύ της
Marine
Le
Pen
και του Jean-Luc
Mélenchon
θα μπορούσε να
προκαλέσει έντονη
μεταβλητότητα στις
αγορές.
Παράλληλα, η πιθανότητα
νέων υποβαθμίσεων της
γαλλικής πιστοληπτικής
αξιολόγησης αποτελεί
έναν ακόμη παράγοντα
κινδύνου. Η Scope
Ratings
προχώρησε πρόσφατα σε
υποβάθμιση της Γαλλίας,
ενώ η Moody’s
θα μπορούσε να
επανεξετάσει την
αξιολόγησή της στα τέλη
Οκτωβρίου.
Οι αγορές στοιχηματίζουν
σε μεγαλύτερη πίεση στα
OATs
Η ανησυχία αποτυπώνεται
και στην αγορά
συμβολαίων μελλοντικής
εκπλήρωσης των γαλλικών
ομολόγων OAT.
Τα συγκεκριμένα
συμβόλαια προσφέρουν
στους επενδυτές τη
δυνατότητα να λάβουν
θέσεις αγοράς ή πώλησης
χωρίς να χρειάζεται να
κατέχουν τα ίδια τα
ομόλογα.
Σύμφωνα με αναλυτές της
Natixis,
υπάρχουν σαφείς
ενδείξεις ότι ορισμένοι
επενδυτές τοποθετούνται
για περαιτέρω επιδείνωση
της κατάστασης στη
Γαλλία, μεταξύ άλλων
μέσω short
θέσεων στα OAT
futures.
Ωστόσο, ένα μέρος της
πρόσφατης πτώσης των
γαλλικών ομολόγων δεν
αφορά αποκλειστικά τη
Γαλλία, αλλά αποτελεί
αποτέλεσμα του
γενικευμένου sell-off
στις διεθνείς αγορές
κρατικού χρέους.
Οι γαλλικές μετοχές
μένουν πίσω
Η πίεση δεν περιορίζεται
στην αγορά ομολόγων.
Ο γαλλικός
χρηματιστηριακός δείκτης
έχει υποχωρήσει περίπου
0,5% από την
αρχή του 2026,
την ώρα που οι
ευρωπαϊκές αγορές
συνολικά καταγράφουν
άνοδο περίπου 8%.
Η εικόνα αντικατοπτρίζει
και τις πιο αδύναμες
προοπτικές ανάπτυξης της
γαλλικής οικονομίας.
Ο ΟΟΣΑ προβλέπει
ανάπτυξη μόλις
0,4% για τη Γαλλία το
2026, έναντι
περίπου 1% για
την ευρωζώνη συνολικά.
Οι γαλλικές τράπεζες
αισθάνονται την πίεση
Το περιβάλλον είναι
ιδιαίτερα δύσκολο για
τις γαλλικές τράπεζες,
καθώς η πολιτική
αβεβαιότητα και το υψηλό
δημόσιο χρέος επηρεάζουν
τις αποτιμήσεις και το
κόστος χρηματοδότησης.
|
Μετοχή /
δείκτης
|
Απόδοση
2026
|
|
Crédit Agricole
|
+1%
|
|
Société Générale
|
+2%
|
|
STOXX Europe
Banks
|
+19%
|
Η BNP
Paribas
έχει επίσης παρουσιάσει
αδυναμία τους
τελευταίους μήνες, αν
και συνολικά παραμένει
κοντά στην άνοδο του
ευρωπαϊκού τραπεζικού
δείκτη.
Η πίεση είναι ακόμη
εντονότερη σε μικρότερες
τράπεζες και
ασφαλιστικές με
μεγαλύτερη έκθεση στη
γαλλική οικονομία.
Παράλληλα, οι επενδυτές
παρακολουθούν στενότερα
και την αγορά εταιρικών
ομολόγων, ιδιαίτερα για
εταιρείες με υψηλή
εξάρτηση από την εγχώρια
οικονομία.
Τα CDS
δείχνουν αύξηση του
κινδύνου
Ένα ακόμη σημαντικό σήμα
προέρχεται από την αγορά
credit
default
swaps
(CDS).
Το κόστος ασφάλισης
έναντι του κινδύνου
χρεοκοπίας της Γαλλίας
έχει αυξηθεί στο
υψηλότερο επίπεδο σχεδόν
μίας δεκαετίας.
Το 5ετές γαλλικό
CDS
κινείται περίπου στις
52 μονάδες βάσης,
στο υψηλότερο επίπεδο
από τον Απρίλιο του
2017.
Με απλά λόγια, αυτό
σημαίνει ότι η ασφάλιση
για κάθε 100 δολάρια
γαλλικού χρέους κοστίζει
περίπου 0,52 δολάρια
ετησίως.
Το επίπεδο παραμένει
πολύ χαμηλότερα από τα
ιστορικά υψηλά άνω των
110 μονάδων βάσης του
2012, όμως έχει
διπλασιαστεί μέσα σε έξι
μήνες.
Μόνο τους τελευταίους
τρεις μήνες, τα γαλλικά
CDS
έχουν αυξηθεί κατά
περίπου 25
μονάδες βάσης,
έναντι περίπου 13
μονάδων για τα ιταλικά
και ελάχιστης μεταβολής
για τα γερμανικά.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική
είναι η εικόνα στις
τράπεζες: τα CDS
των BNP
Paribas,
Société
Générale
και Crédit
Agricole
έχουν ανέβει στα
υψηλότερα επίπεδα από
τον Απρίλιο του 2025,
ενώ ο ευρωπαϊκός δείκτης
CDS
των τραπεζών βρίσκεται
μόλις σε υψηλό τριμήνου.
Και το ευρώ βρίσκεται
υπό πίεση
Η επιδείνωση της εικόνας
στη Γαλλία έχει
επιπτώσεις και στο ευρώ.
Το EUR/USD
υποχώρησε κάτω από τα
1,14 δολάρια,
σε χαμηλό τριών μηνών,
την ώρα που οι αποδόσεις
των ευρωπαϊκών ομολόγων
αυξάνονται.
Υπό φυσιολογικές
συνθήκες, υψηλότερες
αποδόσεις θα μπορούσαν
να λειτουργήσουν
υποστηρικτικά για το
ευρώ, εφόσον αντανακλούν
ισχυρότερη ανάπτυξη και
υψηλότερες προσδοκίες
για τα επιτόκια.
Όταν όμως η άνοδος των
αποδόσεων συνοδεύεται
από πολιτική
αβεβαιότητα, αυξημένο
δημοσιονομικό κίνδυνο
και χαμηλή ανάπτυξη, η
εικόνα αλλάζει.
Ένα ασθενέστερο ευρώ
δημιουργεί επιπλέον
πρόβλημα, καθώς αυξάνει
το κόστος των
εισαγόμενων προϊόντων
και ιδιαίτερα της
ενέργειας, επιβαρύνοντας
περαιτέρω τον πληθωρισμό
και τα νοικοκυριά.
Το δύσκολο δίλημμα της
ΕΚΤ
Οι αγορές προεξοφλούν
αυτή τη στιγμή
τουλάχιστον
τρεις αυξήσεις επιτοκίων
έως τον Απρίλιο,
όμως ορισμένοι αναλυτές
θεωρούν ότι οι
προσδοκίες αυτές μπορεί
να είναι υπερβολικά
επιθετικές.
Η ΕΚΤ βρίσκεται έτσι
αντιμέτωπη με ένα
δύσκολο δίλημμα: από τη
μία πλευρά, οι
ενεργειακές και
πληθωριστικές πιέσεις
απαιτούν αυστηρότερη
πολιτική· από την άλλη,
η ευρωπαϊκή οικονομία
παρουσιάζει περιορισμένη
δυναμική και η γαλλική
οικονομία ειδικότερα
εμφανίζει πολύ χαμηλές
προοπτικές ανάπτυξης.
Όπως επισημαίνουν
αναλυτές, τρεις αυξήσεις
από τα σημερινά επίπεδα
μπορεί να είναι
υπερβολικά επιθετικό
σενάριο, καθώς η
κεντρική τράπεζα δύσκολα
θα ήθελε να αυξήσει
περαιτέρω το κόστος
χρήματος σε μια
οικονομία που ήδη
εμφανίζει περιορισμένη
δυναμική.
Η Γαλλία γίνεται πλέον
κεντρικό ρίσκο για τις
ευρωπαϊκές αγορές
Η εικόνα που
διαμορφώνεται είναι
σαφής: η Γαλλία
δεν αποτελεί πλέον μόνο
πολιτικό πρόβλημα, αλλά
εξελίσσεται σε σημαντικό
παράγοντα κινδύνου για
τις αγορές ομολόγων, τις
τράπεζες και το ευρώ.
Το spread
άνω των 110 μονάδων
βάσης, η άνοδος των
CDS,
η υστέρηση των γαλλικών
μετοχών και η
αβεβαιότητα γύρω από τις
εκλογές του 2027
δείχνουν ότι οι
επενδυτές απαιτούν ήδη
μεγαλύτερο ασφάλιστρο
κινδύνου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
εάν η πίεση θα
παραμείνει ελεγχόμενη ή
εάν η δημοσιονομική και
πολιτική αβεβαιότητα θα
δημιουργήσει έναν φαύλο
κύκλο:
υψηλότερες αποδόσεις →
ακριβότερη εξυπηρέτηση
χρέους → μεγαλύτερη
δημοσιονομική πίεση →
υψηλότερο risk
premium
→ ακόμη υψηλότερες
αποδόσεις.
Για την ώρα, η Γαλλία
απέχει σημαντικά από τα
επίπεδα της κρίσης
χρέους του 2012. Όμως η
ταχύτητα με την οποία
επιδεινώνονται ορισμένοι
δείκτες εξηγεί γιατί οι
αγορές παρακολουθούν
πλέον στενά κάθε εξέλιξη
στο Παρίσι.
|