|
Από την κρίση χρέους
στον ψηφιακό
μετασχηματισμό
Η μεταρρύθμιση της
φορολογικής διοίκησης
ξεκίνησε μέσα στις
συνθήκες της κρίσης
χρέους, όταν η βασική
προτεραιότητα ήταν η
σταθεροποίηση των
δημόσιων εσόδων και η
αντιμετώπιση της
φοροδιαφυγής.
Οι πρώτες παρεμβάσεις
επικεντρώθηκαν σε
φορολογούμενους υψηλού
κινδύνου για μη
συμμόρφωση, στην
ενίσχυση των ελεγκτικών
μηχανισμών και στην
εισαγωγή των πρώτων
ψηφιακών εργαλείων.
Στη συνέχεια, η Ελλάδα
προχώρησε σε βαθύτερες
θεσμικές αλλαγές:
ενοποιήθηκαν φορολογικές
υπηρεσίες,
συγκεντρώθηκαν
αρμοδιότητες ελέγχου και
είσπραξης,
εκσυγχρονίστηκε το
φορολογικό πλαίσιο και
το 2017
δημιουργήθηκε η
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων
Εσόδων (ΑΑΔΕ).
Για το ΔΝΤ, αυτές οι
αλλαγές αποτέλεσαν το
θεσμικό υπόβαθρο πάνω
στο οποίο μπορούσε να
στηριχθεί η επόμενη
φάση: ο ψηφιακός
μετασχηματισμός της
φορολογικής διοίκησης.
myDATA,
ηλεκτρονική τιμολόγηση
και προσυμπληρωμένες
δηλώσεις
Η Ελλάδα πέρασε σταδιακά
σε ένα μοντέλο στο οποίο
η φορολογική διοίκηση
αποκτά πολύ μεγαλύτερη
εικόνα της οικονομικής
δραστηριότητας σε
πραγματικό χρόνο.
Στο πλαίσιο αυτό
εντάσσονται το
myDATA,
η ηλεκτρονική
τιμολόγηση, οι
προσυμπληρωμένες
φορολογικές δηλώσεις, η
διασύνδεση των σημείων
πώλησης και η ευρύτερη
αξιοποίηση της ανάλυσης
δεδομένων.
Η λογική της
μεταρρύθμισης
μετατοπίστηκε έτσι από
τον εκ των υστέρων
εντοπισμό της
φοροδιαφυγής στην
πρόληψη της μη
συμμόρφωσης και την
αυτοματοποίηση των
φορολογικών διαδικασιών.
Το ΔΝΤ θεωρεί ότι αυτή η
μετάβαση έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς επιτρέπει
στο κράτος να αυξάνει τη
συμμόρφωση χωρίς να
χρειάζεται κατ’ ανάγκη
να αυξάνει τους
ονομαστικούς
φορολογικούς
συντελεστές.
Η Ελλάδα μαζί με
Τζαμάικα, Σρι Λάνκα και
Ζάμπια
Η ελληνική περίπτωση
εντάσσεται από το ΔΝΤ σε
μια ομάδα χωρών που
ακολούθησαν διαφορετικές
διαδρομές προς τον
διοικητικό
εκσυγχρονισμό, αλλά
πέτυχαν σημαντικές
βελτιώσεις στη
φορολογική συμμόρφωση
και στην απόδοση των
εσόδων.
Στην ίδια κατηγορία το
Ταμείο αναφέρει την
Τζαμάικα, τη Σρι
Λάνκα και τη Ζάμπια.
Το κοινό χαρακτηριστικό
δεν ήταν κάποια
μεμονωμένη φορολογική
αλλαγή, αλλά η
συνέχεια των
μεταρρυθμίσεων, η
οργανωτική αναδιάρθρωση
και η ισχυρή θεσμική
δέσμευση.
Αυτό είναι και ένα από
τα βασικά συμπεράσματα
του ΔΝΤ: οι
μεταρρυθμίσεις στη
φορολογική διοίκηση
μπορούν να αποδώσουν
σημαντικά όταν δεν
αντιμετωπίζονται ως
προσωρινές παρεμβάσεις,
αλλά ως μακροχρόνια
διαδικασία θεσμικού
εκσυγχρονισμού.
Το κόστος ενός κακού
φορολογικού συστήματος
Το ΔΝΤ δεν περιορίζεται,
πάντως, στη φορολογική
διοίκηση. Στο
Fiscal
Monitor
υπογραμμίζει ότι ο κακός
σχεδιασμός των φόρων
μπορεί να έχει
σημαντικές επιπτώσεις
στην ανάπτυξη.
Οι στρεβλώσεις που
συνδέονται με τον ΦΠΑ
μπορούν να αυξήσουν έως
και 9% το κόστος
των εισροών των
επιχειρήσεων
στις αναδυόμενες και
αναπτυσσόμενες
οικονομίες.
Παράλληλα, οι φόροι επί
των εταιρικών
εισοδημάτων αυξάνουν
κατά μέσο όρο το κόστος
κεφαλαίου κατά
15% έως 20%,
μεταξύ άλλων επειδή οι
επενδυτικές δαπάνες δεν
ανακτώνται πάντοτε
πλήρως για φορολογικούς
σκοπούς.
Το αποτέλεσμα είναι ένα
φορολογικό σύστημα που
μπορεί να λειτουργεί ως
αντικίνητρο για
επενδύσεις, παραγωγή και
απασχόληση.
Αντίστοιχα, ο κακός
σχεδιασμός της
φορολογίας της εργασίας
μπορεί να αποδυναμώσει
τα κίνητρα για συμμετοχή
στην αγορά εργασίας και
για αύξηση του
εισοδήματος.
Οι φόροι μπορούν να
ενισχύσουν την ανάπτυξη
Το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι η
μείωση των φορολογικών
στρεβλώσεων μπορεί να
έχει σημαντικό
αναπτυξιακό αποτέλεσμα.
Η αποκατάσταση της
ουδετερότητας του ΦΠΑ,
μέσω του περιορισμού των
απαλλαγών και της
πλήρους αναγνώρισης του
ΦΠΑ που καταβάλλεται
στις εισροές των
επιχειρήσεων, μπορεί να
δημιουργήσει
όφελος ευημερίας έως και
0,8% του ΑΕΠ
στις οικονομίες που
εξετάστηκαν.
Στο μέτωπο των
επενδύσεων, η άμεση
έκπτωση των επενδυτικών
δαπανών μπορεί να
περιορίσει τις
φορολογικά προκαλούμενες
αυξήσεις του κόστους
κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τα μοντέλα
του Ταμείου, τέτοιες
μεταρρυθμίσεις θα
μπορούσαν να αυξήσουν
μακροπρόθεσμα το
κεφαλαιακό απόθεμα κατά
περίπου 6,4%
στις ανεπτυγμένες
οικονομίες και
κατά 8,2% στις
αναπτυσσόμενες
οικονομίες χαμηλού
εισοδήματος.
Ακόμη και οι
μεταρρυθμίσεις στη
φορολογία της εργασίας
μπορούν να έχουν
μετρήσιμη επίδραση στην
απασχόληση. Παρεμβάσεις
που δεν μειώνουν τα
συνολικά φορολογικά
έσοδα θα μπορούσαν να
αυξήσουν τα ποσοστά
απασχόλησης κατά
1,2 ποσοστιαίες μονάδες
στις αναδυόμενες και
αναπτυσσόμενες
οικονομίες και
κατά 0,8 μονάδες
στις ανεπτυγμένες
οικονομίες.
Περισσότερα έσοδα χωρίς
υψηλότερους συντελεστές
Το σημαντικότερο ίσως
μήνυμα του ΔΝΤ αφορά τη
σχέση μεταξύ φορολογικής
διοίκησης και
φορολογικών συντελεστών.
Μια ισχυρότερη και
αποτελεσματικότερη
φορολογική διοίκηση
μπορεί να αυξήσει τα
δημόσια έσοδα
χωρίς αύξηση των νόμιμων
φορολογικών συντελεστών,
περιορίζοντας τη
φοροδιαφυγή και
αυξάνοντας τη
συμμόρφωση.
Παράλληλα, η καλύτερη
εφαρμογή των φόρων
δημιουργεί μεγαλύτερο
περιθώριο για έναν
φορολογικό σχεδιασμό με
λιγότερες στρεβλώσεις.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί ο
ΦΠΑ: αξιόπιστες και
έγκαιρες επιστροφές του
φόρου διασφαλίζουν ότι
οι επιχειρήσεις μπορούν
να εκπέσουν τον φόρο των
εισροών τους, ενώ
ταυτόχρονα η φορολογική
διοίκηση μπορεί να
αξιοποιεί δεδομένα και
ελέγχους για τον
περιορισμό της απάτης.
Η ελληνική εμπειρία ως
μάθημα
Η αναφορά της Ελλάδας
στο
Fiscal
Monitor
έχει ιδιαίτερη σημασία,
καθώς αποτυπώνει τη
μεταβολή της φορολογικής
διοίκησης μέσα σε
περίπου 15 χρόνια.
Από ένα μοντέλο που είχε
ως βασική προτεραιότητα
την αντιμετώπιση της
δημοσιονομικής κρίσης
και τη συγκέντρωση
εσόδων, η χώρα έχει
περάσει σταδιακά σε ένα
σύστημα που στηρίζεται
περισσότερο στην
ψηφιοποίηση, την ανάλυση
δεδομένων, την
αυτοματοποίηση και την
προληπτική συμμόρφωση.
Το ΔΝΤ ουσιαστικά
επισημαίνει ότι η
ελληνική εμπειρία
δείχνει πως η φορολογική
μεταρρύθμιση δεν είναι
απαραίτητα συνώνυμη με
υψηλότερους φόρους.
Μπορεί να σημαίνει
καλύτερη
διοίκηση, λιγότερη
φοροδιαφυγή, μικρότερες
στρεβλώσεις και
περισσότερα έσοδα,
ενώ παράλληλα δημιουργεί
ένα φορολογικό
περιβάλλον που
επιβαρύνει λιγότερο τις
επενδύσεις, την εργασία
και την ανάπτυξη.

|