|
Σύμφωνα με τον ίδιο, «η
απόφαση επιβεβαιώνει τη σαφή
πρόθεση του νομοθέτη να
αποστασιοποιηθεί όσον
αφορά τον προσδιορισμό
των τόκων από
τους κανόνες της
τραπεζικής πρακτικής.
Γι’ αυτό και ξεκαθαρίζει
ότι ο υπολογισμός του
επιτοκίου θα πρέπει να
γίνει επί της μηνιαίας
δόσης και όχι επί του
κεφαλαίου της οφειλής».
Κατά τον ίδιο, «ο
Άρειος Πάγος
αποδοκιμάζει κάθε
προσέγγιση που θα
οδηγούσε στον εγκλωβισμό
του οφειλέτη σε
υπέρογκες δόσεις που θα
υπερέβαιναν τις
οικονομικές του
δυνατότητες και θα
καταστρατηγούσαν τον
σκοπό του νόμου. Γι’
αυτό και κάθε περιοδική
(μηνιαία) δόση
αποπληρωμής του
κεφαλαίου διατηρεί την
αυτοτέλειά της και
μπορεί να αυξηθεί μόνο
με το ποσοστό του
επιτοκίου που ισχύει
κατά τον μήνα καταβολής.
Ο οφειλέτης δεν μπορεί
πλέον να αιφνιδιάζεται
με αξιώσεις για τόκους
που αποκλίνουν από το
ποσόν της μηνιαίας
οφειλής που ορίζει η
δικαστική απόφαση».
Κληθείς να
απαντήσει αν η απόφαση
έχει αναδρομική ισχύ,
δηλαδή αν θα πρέπει
τράπεζες και servicers
να επιστρέψουν χρήματα ή
να μειώσουν το υπόλοιπο
της οφειλής, ξεκαθαρίζει
προς άρση οποιασδήποτε
παρερμηνείας ότι «η
κατ’ αυτό τον τρόπο
αποπληρωμή της οφειλής
ανατρέχει ασφαλώς από
τον χρόνο έναρξης της
ρύθμισης και, συνεπώς,
σε περίπτωση υψηλότερων
καταβολών, θα πρέπει
είτε να επιστραφεί η
διαφορά είτε να μειωθεί
το υπόλοιπο της οφειλής».
Όπως αναφέρεται στην
απόφαση του Αρείου Πάγου
«ο υπολογισμός του
επιτοκίου πρέπει να
γίνει επί της μηνιαίας
δόσης και όχι επί του
κεφαλαίου της οφειλής,
διότι κατ’ αυτόν τον
τρόπο εναρμονίζεται με
τον πρωταρχικό σκοπό του
ν. 3869/2010, δηλαδή την
αντιμετώπιση των σοβαρών
οικονομικών και
κοινωνικών προβλημάτων,
στα οποία οδήγησε η
υπερχρέωση των φυσικών
προσώπων και η απαλλαγή
των χρεών των
υπερχρεωμένων
δανειοληπτών, προς
εξυπηρέτηση του
ευρύτερου, δημόσιου
συμφέροντος σκοπού της
επανάκτησης από τους
τελευταίους της
αγοραστικής τους δύναμης
και της επανένταξής τους
στην οικονομική και
κοινωνική
δραστηριότητα».
Οι
τράπεζες
Από την πλευρά
των πιστωτών, τραπεζικές
πηγές έκαναν λόγο για
διαχειρίσιμες συνέπειες
της απόφασης, καθώς
ενδεχομένως συνεπάγεται
κόστος της τάξης των
δεκάδων εκατομμυρίων
ευρώ, την ώρα που τα
τραπεζικά κέρδη
κινούνται περί το 1 δισ.
ευρώ. Σχετικά με ένα
κρίσιμο ερώτημα που
αφορά την αναδρομικότητα
ισχύος της απόφασης,
πέραν των συγκεκριμένων
υποθέσεων που
εκδικάστηκαν, οι ίδιες
πηγές ανέφεραν ότι οι
νομικοί μελετούν την
απόφαση και δεν έχουν
ακόμα καταλήξει κατά
πόσον έχει αναδρομική
ισχύ.
Σύμφωνα με
αυτές, οι δανειολήπτες
θα κληθούν πιθανότατα να
διεκδικήσουν την
αναδρομικότητα με
ξεχωριστές προσφυγές,
κάτι που συνεπάγεται
σημαντικό βάρος για τις
υπηρεσίες των τραπεζών.
Ένα
δεύτερο ερώτημα
συνδέεται με τα
περιθώρια που δημιουργεί
η απόφαση για νέες
προσφυγές δανειοληπτών,
που δεν έχουν υπαχθεί
στον νόμο Κατσέλη αλλά
έχουν παρόμοια
χαρακτηριστικά. Σε κάθε
περίπτωση, οι όποιες
προσφυγές θα κριθούν σε
βάθος χρόνου,
επιτρέποντας σε
πιστωτικά ιδρύματα και
servicers να
προετοιμαστούν κατάλληλα
και να απορροφήσουν
ομαλά τις συνέπειες της
απόφασης.
|