|
Οι έλεγχοι θα μπορούσαν
να επικεντρωθούν στον
τρόπο υπολογισμού των
μελλοντικών ταμειακών
ροών, στην αποτίμηση των
περιουσιακών στοιχείων
που χρησιμοποιούνται ως
εξασφαλίσεις και στις
παραδοχές που υιοθετούν
οι τράπεζες για την
πιθανότητα αθέτησης των
δανειακών υποχρεώσεων.
Ωστόσο, η τελική μορφή
και η έκταση μιας
τέτοιας εποπτικής
παρέμβασης δεν έχουν
ακόμη αποφασιστεί.
Πρόσωπο με γνώση των
συζητήσεων εκτίμησε ότι
η ενδεχόμενη αξιολόγηση
δεν θα έχει την ευρεία
εμβέλεια της
προηγούμενης αναθεώρησης
της ΕΚΤ για τη
χρηματοδότηση με
μόχλευση, η οποία είχε
προκαλέσει αντιδράσεις
από τις τράπεζες. Η
προσέγγιση για τα
data
centers
και τους ευρύτερους
κινδύνους που συνδέονται
με την τεχνητή νοημοσύνη
παραμένει υπό
διαμόρφωση.
Η κινητικότητα της ΕΚΤ
αντανακλά την αυξανόμενη
ανησυχία των εποπτικών
αρχών διεθνώς για την
ταχύτητα με την οποία
διογκώνεται η
χρηματοδότηση των
υποδομών τεχνητής
νοημοσύνης. Η έντονη
επενδυτική
δραστηριότητα, σε
συνδυασμό με το
υψηλότερο κόστος
δανεισμού, δημιουργεί
ένα περιβάλλον στο οποίο
ενδέχεται να δοκιμαστούν
οι παραδοχές πάνω στις
οποίες βασίζονται οι
αποτιμήσεις και τα
επιχειρηματικά σχέδια
των σχετικών επενδύσεων.
Ήδη, αρκετές τράπεζες
επιχειρούν να
περιορίσουν την έκθεσή
τους στον πιστωτικό
κίνδυνο που συνδέεται με
τα κέντρα δεδομένων.
Μεταξύ των εργαλείων που
χρησιμοποιούν είναι η
πώληση δανείων, οι
μεταβιβάσεις σημαντικού
πιστωτικού κινδύνου (Significant
Risk
Transfers
– SRTs),
η ασφάλιση πιστωτικού
κινδύνου και τα
παράγωγα. Με αυτές τις
κινήσεις επιδιώκουν να
μειώσουν το μέρος του
κινδύνου που διατηρούν
στους ισολογισμούς τους,
χωρίς να διακόπτουν κατ'
ανάγκη τη χρηματοδότηση
του κλάδου.
Παράλληλα, στην αγορά
ομολόγων καταγράφονται
ενδείξεις αυξημένης
επιφυλακτικότητας. Οι
επενδυτές ζητούν
υψηλότερα ασφάλιστρα
κινδύνου για να
αναλάβουν έκθεση σε
εταιρείες που
δραστηριοποιούνται στο
οικοσύστημα της τεχνητής
νοημοσύνης. Ενδεικτική
ήταν η πρόσφατη έκδοση
ομολόγων της
Alphabet,
μέσω της οποίας η
εταιρεία άντλησε 6 δισ.
ευρώ, προσφέροντας
υψηλότερες αποδόσεις σε
σχέση με την αντίστοιχη
έκδοση που είχε
πραγματοποιήσει τον
Μάιο.
Παρά τις ανησυχίες, η
άμεση έκθεση του
ευρωπαϊκού τραπεζικού
συστήματος στον
συγκεκριμένο κλάδο
εκτιμάται ότι παραμένει
σχετικά περιορισμένη. Ο
πρόεδρος της Ευρωπαϊκής
Αρχής Τραπεζών είχε
δηλώσει τον προηγούμενο
μήνα στο
Bloomberg
ότι οι πιθανές
επιπτώσεις μιας
διόρθωσης στην αγορά της
τεχνητής νοημοσύνης για
τις ευρωπαϊκές τράπεζες
φαίνονται διαχειρίσιμες.
Όπως ανέφερε, λιγότερο
από το 4% της συνολικής
έκθεσης των τραπεζών της
ΕΕ αφορά τον ευρύτερο
τομέα των τεχνολογιών
πληροφορικής και
επικοινωνιών (ΤΠΕ), στον
οποίο περιλαμβάνεται και
η τεχνητή νοημοσύνη.
Η περιορισμένη σημερινή
έκθεση, πάντως, δεν
σημαίνει ότι ο κίνδυνος
θα παραμείνει στα ίδια
επίπεδα. Οι ανάγκες
χρηματοδότησης
αναμένεται να αυξηθούν
σημαντικά, καθώς η
κατασκευή και η
λειτουργία νέων
data
centers
απαιτούν τεράστια
κεφάλαια. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις της
McKinsey
& Co,
οι παγκόσμιες δαπάνες
για κέντρα δεδομένων
ενδέχεται να φτάσουν τα
6,7 τρισ. δολάρια έως το
2030, εξέλιξη που
προμηνύει μια ακόμη
μεγαλύτερη ανάγκη
προσφυγής στον τραπεζικό
δανεισμό και στις
κεφαλαιαγορές.
Ιδιαίτερη σημασία
αποκτά, στο πλαίσιο
αυτό, και η
προειδοποίηση της
Κριστίν Λαγκάρντ για τις
χρηματοδοτικές δομές που
αναπτύσσονται γύρω από
την τεχνητή νοημοσύνη.
Σε επιστολή της προς
Ευρωπαίους νομοθέτες, η
οποία δημοσιεύθηκε την
Παρασκευή, η πρόεδρος
της ΕΚΤ ανέφερε ότι η
κεντρική τράπεζα
παρακολουθεί στενά τη
χρηματοδότηση της
ανάπτυξης της τεχνητής
νοημοσύνης και τις
πιθανές επιπτώσεις της
στη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα.
Η Λαγκάρντ εστίασε
ιδιαίτερα στην αύξηση
του χρέους και στα
κυκλικά σχήματα
χρηματοδότησης, μέσω των
οποίων εταιρείες του
οικοσυστήματος της
τεχνητής νοημοσύνης
συνδέονται μεταξύ τους
με αμοιβαίες δεσμεύσεις
και διασυνδεδεμένες
δομές ιδιοκτησίας. Όπως
επισήμανε, η
πολυπλοκότητα αυτών των
χρηματοδοτικών σχημάτων
ενισχύεται περαιτέρω από
την αυξανόμενη συμμετοχή
των ιδιωτικών αγορών.
Το ζήτημα αποκτά
ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς
η επενδυτική έκρηξη στην
τεχνητή νοημοσύνη
στηρίζεται σε μεγάλο
βαθμό στην προσδοκία ότι
η μελλοντική ζήτηση για
υπολογιστική ισχύ και
ψηφιακές υποδομές θα
δικαιολογήσει τα
σημερινά κεφάλαια που
δεσμεύονται. Η ΕΚΤ δεν
αμφισβητεί κατ' ανάγκη
τις μακροπρόθεσμες
προοπτικές του κλάδου,
επιχειρεί όμως να
διασφαλίσει ότι οι
τράπεζες δεν υποτιμούν
τους κινδύνους σε
περίπτωση που οι
αποδόσεις των επενδύσεων
αποδειχθούν χαμηλότερες
από τις προσδοκίες ή οι
συνθήκες χρηματοδότησης
επιδεινωθούν.
|