|
Γιατί επανέρχεται το
θέμα
Η συζήτηση συνδέεται με
την ανάγκη της ΕΚΤ να
διαχειριστεί την
πλεονάζουσα ρευστότητα
που εξακολουθεί να
υπάρχει στο τραπεζικό
σύστημα της Ευρωζώνης.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του
2023, οι τράπεζες
λάμβαναν τόκο και για τα
υποχρεωτικά αποθεματικά.
Η απόφαση να μη
remunerate
πλέον το συγκεκριμένο
τμήμα της ρευστότητας
ελήφθη καθώς η μεγάλη
αύξηση των επιτοκίων από
το 2022 είχε οδηγήσει σε
σημαντική άνοδο του
κόστους που επωμίζονταν
οι κεντρικές τράπεζες
για την αμοιβή των
αποθεματικών.
Μια αύξηση του
συντελεστή από το 1% στο
2% θα οδηγούσε σε
μεγαλύτερο ποσό
κεφαλαίων που θα
παρέμενε υποχρεωτικά στο
Ευρωσύστημα χωρίς τόκο.
Οι δηλώσεις Λαγκάρντ και
Βούισιτς
Το θέμα επανήλθε στο
προσκήνιο και σε επίπεδο
κορυφής της ΕΚΤ.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ
Κριστίν Λαγκάρντ
είχε επιβεβαιώσει τον
Ιούλιο ότι το ζήτημα θα
εξεταστεί από το
Διοικητικό Συμβούλιο.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο
αντιπρόεδρος της ΕΚΤ
Μπόρις Βούισιτς,
μιλώντας στο
Reuters,
τάχθηκε υπέρ της
αξιοποίησης των
υποχρεωτικών
αποθεματικών ως
εργαλείου για την
απορρόφηση μέρους της
πλεονάζουσας
ρευστότητας.
Ο ίδιος προτίμησε τη
συγκεκριμένη λύση έναντι
εναλλακτικών επιλογών,
όπως η επιβολή χρέωσης
στις καταθέσεις των
τραπεζών στην ΕΚΤ ή η
επαναφορά ενός
συστήματος πολλαπλών
επιτοκίων, το οποίο
θεωρεί πιο σύνθετο.
Η εξίσωση των 4,4 δισ.
ευρώ
Το οικονομικό μέγεθος
της αλλαγής είναι
σημαντικό.
Σήμερα περίπου
2,14 τρισ. ευρώ
τραπεζικής ρευστότητας
στο Ευρωσύστημα
τοκίζονται, ενώ τα άτοκα
υποχρεωτικά αποθεματικά
ανέρχονται σε περίπου
176 δισ. ευρώ.
Με επιτόκιο αποδοχής
καταθέσεων στο
2,50%, η μη
καταβολή τόκου στα
υποχρεωτικά αποθεματικά
μεταφράζεται σε
εξοικονόμηση περίπου
4,4 δισ. ευρώ
ετησίως για τις
εθνικές κεντρικές
τράπεζες.
Εάν το ποσοστό αυξηθεί
από το 1% στο 2%, τα
άτοκα αποθεματικά θα
αυξηθούν περίπου κατά
176 δισ. ευρώ και η
αντίστοιχη πρόσθετη
εξοικονόμηση για το
Ευρωσύστημα θα μπορούσε
να ανέλθει σε περίπου
4,4 δισ. ευρώ
τον χρόνο, με
βάση το συγκεκριμένο
επίπεδο επιτοκίων.
Για τις τράπεζες,
αντίστοιχα, το ποσό αυτό
αντιπροσωπεύει δυνητική
απώλεια τόκων.
Το κόστος για τις
ελληνικές τράπεζες
Η επίπτωση αφορά άμεσα
και τους ελληνικούς
τραπεζικούς ομίλους.
Οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες είχαν στο τέλος
Ιουνίου περίπου
2,2 δισ. ευρώ
σε υποχρεωτικά
αποθεματικά.
Με επιτόκιο αποδοχής
καταθέσεων 2,50%,
το ποσό αυτό αντιστοιχεί
σε περίπου 55
εκατ. ευρώ ετήσιο τόκο
που θα μπορούσαν να
αποκομίσουν εάν τα
συγκεκριμένα κεφάλαια
αμείβονταν όπως η
υπόλοιπη ρευστότητα που
τηρείται στο
Ευρωσύστημα.
Εάν ο συντελεστής
υποχρεωτικών
αποθεματικών
διπλασιαστεί από
1% σε 2%, οι
τέσσερις συστημικές
τράπεζες θα υποχρεωθούν
να δεσμεύσουν επιπλέον
περίπου 2,2 δισ.
ευρώ χωρίς
τόκο.
Με τα σημερινά επιτόκια,
αυτό μεταφράζεται σε
επιπλέον απώλεια
τόκων περίπου 55 εκατ.
ευρώ ετησίως
για τον ελληνικό
τραπεζικό κλάδο.
Η επίπτωση δεν είναι
ιδιαίτερα μεγάλη σε
σχέση με τη συνολική
κερδοφορία των ελληνικών
τραπεζών, αποτελεί όμως
έναν ακόμη παράγοντα που
θα μπορούσε να πιέσει τα
καθαρά έσοδα από τόκους
σε ένα περιβάλλον όπου
τα επιτοκιακά περιθώρια
ήδη βρίσκονται υπό
πίεση.
Πότε μπορεί να ληφθεί η
απόφαση
Δεν υπάρχει ακόμη
συγκεκριμένο
χρονοδιάγραμμα ούτε έχει
ληφθεί οριστική απόφαση
για την αλλαγή του
συντελεστή.
Ωστόσο, το θέμα
αναμένεται να εξεταστεί
στο πλαίσιο της
αναθεώρησης του
λειτουργικού πλαισίου
της ΕΚΤ, η οποία είναι
διακριτή από τις
αποφάσεις για το ύψος
των βασικών επιτοκίων.
Το Διοικητικό Συμβούλιο
της ΕΚΤ έχει
προγραμματισμένες
συνεδριάσεις για μη
νομισματικά θέματα, ενώ
οι επόμενες συνεδριάσεις
νομισματικής πολιτικής
είναι προγραμματισμένες
για τον Οκτώβριο και τον
Δεκέμβριο.
Το κρίσιμο στοιχείο για
τις τράπεζες είναι ότι
μια αύξηση των
υποχρεωτικών
αποθεματικών δεν
αποτελεί απλώς τεχνική
αλλαγή στο πλαίσιο
λειτουργίας του
Ευρωσυστήματος.
Μετατρέπει μεγαλύτερο
μέρος της ρευστότητας
των τραπεζών σε άτοκα
υποχρεωτικά αποθεματικά,
περιορίζοντας αντίστοιχα
τα έσοδα που θα
μπορούσαν να αποκομίσουν
από την τοποθέτηση αυτών
των κεφαλαίων στην ΕΚΤ.
|