|
Κατά την παρουσίαση των
οικονομικών
αποτελεσμάτων του 2025,
ο διευθύνων σύμβουλος
της ΕΥΔΑΠ, Χάρης
Σαχίνης, υπογράμμισε ότι
οι αυξήσεις στα
τιμολόγια που
εφαρμόστηκαν το 2025 δεν
έχουν ακόμη αποτυπωθεί
στα οικονομικά
αποτελέσματα της
εταιρείας, παρότι η νέα
ρυθμιστική περίοδος
ξεκίνησε από την
προηγούμενη χρήση. Όπως
εξήγησε, τα σχετικά
ρυθμιστικά έσοδα θα
καταγραφούν λογιστικά
και θα εισπραχθούν την
περίοδο 2026–2029.
Αναφερόμενος στις
οικονομικές επιδόσεις,
σημείωσε ότι οι ζημιές
ύψους €21 εκατ. δεν
αντικατοπτρίζουν τη
λειτουργική εικόνα της
εταιρείας. Σύμφωνα με τη
διοίκηση, το αποτέλεσμα
επηρεάστηκε κυρίως από
την καθυστέρηση
αναγνώρισης των
ρυθμιστικών εσόδων, από
έκτακτη φορολογική
επιβάρυνση περίπου €15
εκατ. που αφορά
προηγούμενες χρήσεις,
καθώς και από αυξημένες
προβλέψεις για
δικαστικές υποθέσεις.
Σε προσαρμοσμένη βάση,
λαμβάνοντας υπόψη τα
έσοδα που προβλέπει το
νέο ρυθμιστικό μοντέλο
και εξαιρώντας τις
έκτακτες φορολογικές
επιβαρύνσεις, η εικόνα
μεταβάλλεται ουσιαστικά.
Ο κύκλος εργασιών
διαμορφώνεται στα €407
εκατ., τα EBITDA
προσεγγίζουν τα €79
εκατ., ενώ τα καθαρά
κέρδη ανέρχονται σε
περίπου €36 εκατ.,
αποτυπώνοντας —σύμφωνα
με τη διοίκηση— την
πραγματική κερδοφορία
της επιχείρησης.
Το νέο ρυθμιστικό
πλαίσιο για την περίοδο
2025–2029 βασίζεται σε
ένα σύστημα υπολογισμού
επιτρεπόμενων εσόδων, το
οποίο στηρίζεται σε
τρεις βασικούς άξονες:
τις εγκεκριμένες
λειτουργικές δαπάνες,
τις αποσβέσεις και την
απόδοση επί της
ρυθμιζόμενης
περιουσιακής βάσης. Η
τελευταία ενισχύεται
μέσω των επενδύσεων της
εταιρείας και προσφέρει
απόδοση περίπου 6,24%.
Με βάση τις εκτιμήσεις
της εταιρείας, το νέο
μοντέλο αναμένεται να
οδηγήσει σε μέση ετήσια
αύξηση εσόδων κατά
περίπου €78 εκατ. σε
σχέση με τα επίπεδα του
2024, ενισχύοντας τη
σταθερότητα και τη
διαφάνεια της
οικονομικής πορείας της
επιχείρησης. Παράλληλα,
παραμένουν ανοιχτές
διεκδικήσεις από
προηγούμενες χρήσεις
ύψους €323 εκατ.
Η ενίσχυση της
ρυθμιζόμενης
περιουσιακής βάσης και η
μεγαλύτερη ορατότητα στα
έσοδα επιτρέπουν στην
ΕΥΔΑΠ να σχεδιάζει πιο
αποτελεσματικά τόσο τη
χρηματοδοτική της
στρατηγική όσο και τη
μελλοντική μερισματική
πολιτική, επιδιώκοντας
ισορροπία ανάμεσα στις
αποδόσεις προς τους
μετόχους και στη
διατήρηση προσιτών
τιμολογίων για τους
καταναλωτές.
Στο ίδιο πλαίσιο, η
εταιρεία επιταχύνει το
επενδυτικό της
πρόγραμμα, το οποίο
εκτιμάται ότι θα φτάσει
τα €2,5 δισ. σε βάθος
δεκαετίας. Οι επενδύσεις
επικεντρώνονται κυρίως
στην επέκταση των
δικτύων ύδρευσης και
αποχέτευσης —ιδίως στην
Ανατολική Αττική— καθώς
και σε έργα που
ενισχύουν τη βιώσιμη
διαχείριση των υδάτινων
πόρων.
Το 2025 οι επενδύσεις
ανήλθαν σε €77,5 εκατ.,
αυξημένες κατά 27,6% σε
σύγκριση με το
προηγούμενο έτος, ενώ
σημαντικό μέρος τους
χρηματοδοτείται μέσω
ευρωπαϊκών πόρων του
ΕΣΠΑ. Επιπλέον, η
εταιρεία διαθέτει
εγκεκριμένη
χρηματοδοτική γραμμή από
την Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων, ενώ μέρος
των επενδύσεων θα
καλυφθεί και από ίδια
κεφάλαια που θα
ενισχυθούν μέσω των νέων
ρυθμιστικών εσόδων.
Σε ό,τι αφορά τη
λειψυδρία, η διοίκηση
ανέφερε ότι από τις
αρχές του έτους
παρατηρείται ενίσχυση
των αποθεμάτων νερού,
χάρη τόσο στις αυξημένες
βροχοπτώσεις και
χιονοπτώσεις όσο και σε
στοχευμένες παρεμβάσεις
της εταιρείας, οι οποίες
πρόσθεσαν περίπου 70
εκατ. κυβικά μέτρα νερού
στο σύστημα υδροδότησης.
Ωστόσο, όπως
επισημάνθηκε, η
πρόσκαιρη αυτή βελτίωση
δεν αλλάζει τη
στρατηγική της
εταιρείας. Τα έργα
αντιμετώπισης της
λειψυδρίας εξακολουθούν
να θεωρούνται κρίσιμης
σημασίας, ενώ οι
αποφάσεις για μεγάλες
υποδομές παραμένουν στην
αρμοδιότητα του
Ελληνικού Δημοσίου.
|