|
Σύμφωνα με το κείμενο
της στρατηγικής, η χώρα
διαθέτει ήδη ένα
εκτεταμένο πλέγμα μέτρων
και χρηματοδοτικών
εργαλείων που καλύπτουν
την ιδιοκατοίκηση, τη
στήριξη των ενοικιαστών,
την ενεργειακή
αναβάθμιση κατοικιών και
την αξιοποίηση του
υφιστάμενου οικιστικού
αποθέματος. Η πρόκληση
της επόμενης περιόδου
είναι η καλύτερη
διασύνδεση αυτών των
παρεμβάσεων, η
αξιοποίηση νέων
ευρωπαϊκών
χρηματοδοτικών εργαλείων
και η διοχέτευση των
διαθέσιμων πόρων σε
δράσεις με μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα για
τα νοικοκυριά.
Συνολικά, η στεγαστική
πολιτική περιλαμβάνει
περισσότερες από 48
συντονισμένες δράσεις,
με συνολικό
προϋπολογισμό που
ξεπερνά τα 6,5 δισ.
ευρώ. Από αυτές, οι 24
αφορούν αποκλειστικά τη
στέγαση και εκτιμάται
ότι μπορούν να ωφελήσουν
περισσότερους από 1,5
εκατομμύριο πολίτες.
Κεντρικό ρόλο
διαδραματίζουν τα
προγράμματα «Σπίτι μου
Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ»,
τα οποία στοχεύουν στη
διευκόλυνση της
πρόσβασης στην ιδιόκτητη
κατοικία. Το «Σπίτι μου
ΙΙ» διαθέτει πόρους
περίπου 2 δισ. ευρώ, ενώ
το πρώτο πρόγραμμα
κινείται κοντά στο 1
δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η στεγαστική
πολιτική συνδέεται
ολοένα και περισσότερο
με την ενεργειακή
αναβάθμιση των
κατοικιών. Το
«Εξοικονομώ 2025», με
προϋπολογισμό που
υπερβαίνει τα 920 εκατ.
ευρώ, αντιμετωπίζεται
όχι μόνο ως εργαλείο
εξοικονόμησης ενέργειας
αλλά και ως μέσο
βελτίωσης των συνθηκών
διαβίωσης και
περιορισμού του
συνολικού κόστους
κατοικίας για τα
νοικοκυριά.
Σημαντικό μέρος της
στρατηγικής αφορά και
τους ενοικιαστές. Η
επιστροφή ενοικίου
αποτελεί μία από τις
βασικές παρεμβάσεις, με
περισσότερα από 200
εκατ. ευρώ να έχουν
διατεθεί το 2025. Αν και
το μέτρο προσφέρει
ουσιαστική οικονομική
ανακούφιση, η στρατηγική
αναγνωρίζει ότι η
μακροπρόθεσμη λύση
προϋποθέτει αύξηση της
προσφοράς διαθέσιμων και
οικονομικά προσιτών
κατοικιών.
Για τον λόγο αυτό
δίνεται ιδιαίτερη έμφαση
στην ενεργοποίηση του
υφιστάμενου οικιστικού
αποθέματος. Μέσω της
αναθεώρησης του ΕΣΠΑ
έχουν εξασφαλιστεί
επιπλέον πόροι ύψους
περίπου 500 εκατ. ευρώ
για τη χρηματοδότηση
ήπιων ανακαινίσεων σε
κλειστές και υφιστάμενες
κατοικίες. Η παρέμβαση
αυτή αποκτά ιδιαίτερη
σημασία σε μια χώρα όπου
σημαντικός αριθμός
ακινήτων παραμένει εκτός
αγοράς εξαιτίας της
παλαιότητας ή του
κόστους αποκατάστασής
τους.
Παράλληλα, προωθείται η
ανάπτυξη κοινωνικών
κατοικιών μέσω νέων
χρηματοδοτικών
εργαλείων. Από το
Κοινωνικό Κλιματικό
Ταμείο προβλέπεται η
διάθεση περίπου 500
εκατ. ευρώ για την
αξιοποίηση ανενεργών
στρατοπέδων με στόχο τη
δημιουργία κοινωνικής
κατοικίας. Η
συγκεκριμένη πρωτοβουλία
σηματοδοτεί μια
μετατόπιση της πολιτικής
από την αποκλειστική
ενίσχυση της ζήτησης
προς την άμεση ενίσχυση
της προσφοράς κατοικιών.
Η στρατηγική εντάσσει το
ελληνικό σχέδιο σε ένα
ευρύτερο ευρωπαϊκό
πλαίσιο, καθώς η στέγαση
αναδεικνύεται σε
κεντρική κοινωνική και
αναπτυξιακή
προτεραιότητα για την
Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα
με τις εκτιμήσεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το
επενδυτικό κενό στον
τομέα της κατοικίας
ανέρχεται σε περίπου 150
δισ. ευρώ ετησίως σε
ευρωπαϊκό επίπεδο,
γεγονός που καθιστά
αναγκαία τη δημιουργία
νέων χρηματοδοτικών
εργαλείων.
Καθοριστικό ρόλο
αναμένεται να
διαδραματίσει το
Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την
Προσιτή Στέγαση, το
οποίο δίνει έμφαση στην
κινητοποίηση δημόσιων
και ιδιωτικών επενδύσεων
για έργα κοινωνικής,
προσιτής και βιώσιμης
κατοικίας. Στο πλαίσιο
αυτό, προβλέπεται η
λειτουργία από το 2026
της Πανευρωπαϊκής
Πλατφόρμας Επενδύσεων
για Προσιτή και Βιώσιμη
Κατοικία, με στόχο τη
συγκέντρωση κεφαλαίων
και την επιτάχυνση έργων
στέγασης σε ολόκληρη την
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για την Ελλάδα, η
εξέλιξη αυτή δημιουργεί
νέες δυνατότητες
χρηματοδότησης. Ωστόσο,
η αξιοποίησή τους θα
εξαρτηθεί από την ύπαρξη
ώριμων και επαρκώς
σχεδιασμένων έργων που
θα μπορούν να
προσελκύσουν ευρωπαϊκά
και ιδιωτικά κεφάλαια.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά
και ο ρόλος της
Ευρωπαϊκής Τράπεζας
Επενδύσεων, η οποία έχει
ανακοινώσει σχέδιο
αύξησης της
χρηματοδότησης για
προσιτή και βιώσιμη
κατοικία από περισσότερα
από 4 δισ. ευρώ το 2025
σε περίπου 6 δισ. ευρώ
ετησίως από το 2026 και
μετά. Οι πόροι αυτοί
μπορούν να κατευθυνθούν
σε νέες κατοικίες,
ανακαινίσεις,
ενεργειακές παρεμβάσεις
και καινοτόμες λύσεις
στον στεγαστικό τομέα.
Πέρα από τη
χρηματοδότηση, η
Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων αναμένεται να
συμβάλει και στην
τεχνική προετοιμασία
έργων, προσφέροντας
συμβουλευτική υποστήριξη
για τον σχεδιασμό και
την ωρίμανση επενδυτικών
σχεδίων.
Σημαντική αναμένεται να
είναι και η συμμετοχή
του τραπεζικού
συστήματος, αξιοποιώντας
την εμπειρία από
προγράμματα όπως το
«Σπίτι μου» και το
«Αναβαθμίζω το Σπίτι
μου». Μέσω της μόχλευσης
κεφαλαίων και της
ανάπτυξης νέων
χρηματοδοτικών
προϊόντων, οι τράπεζες
μπορούν να διευρύνουν
την πρόσβαση στη
στέγαση, ιδιαίτερα για
νοικοκυριά με
περιορισμένες
οικονομικές δυνατότητες.
Η στρατηγική προβλέπει
ένα μικτό μοντέλο
χρηματοδότησης που θα
συνδυάζει εθνικούς
πόρους, ευρωπαϊκά
ταμεία, δανεισμό από
ευρωπαϊκούς οργανισμούς
και τη συμμετοχή του
τραπεζικού τομέα. Τα
Ταμεία Συνοχής της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως
το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ+,
αναμένεται να συνεχίσουν
να στηρίζουν δράσεις
στέγασης τόσο κατά την
τρέχουσα όσο και κατά
την επόμενη
προγραμματική περίοδο.
Παράλληλα, οι εθνικοί
πόροι θα εξακολουθήσουν
να αποτελούν βασικό
πυλώνα χρηματοδότησης,
ιδίως για μέτρα όπως η
επιστροφή ενοικίου, που
επηρεάζουν άμεσα το
διαθέσιμο εισόδημα των
νοικοκυριών.
Τέλος, ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η
πρόβλεψη ότι η κοινωνική
και προσιτή κατοικία θα
αποκτήσει σημαντικότερη
θέση στον νέο πολυετή
ευρωπαϊκό προϋπολογισμό
της περιόδου 2028-2034.
Η θεσμική αυτή
αναβάθμιση μπορεί να
επιτρέψει στα κράτη-μέλη
να χρηματοδοτούν
πολιτικές στέγασης με
πιο σταθερό, οργανωμένο
και μακροπρόθεσμο τρόπο,
ενισχύοντας ουσιαστικά
τις δυνατότητες
αντιμετώπισης της
στεγαστικής κρίσης τα
επόμενα χρόνια.
|