|
Με άλλα λόγια, η
πολιτική παράμετρος έχει
επιστρέψει στο προσκήνιο
των αξιολογήσεων της
ελληνικής οικονομίας.
Τέσσερις αξιολογήσεις,
ένα κοινό μήνυμα
Μέσα σε περίπου έναν
μήνα, τέσσερις οίκοι
αξιολόγησης έδωσαν
διαφορετικές αλλά
συνολικά θετικές
ενδείξεις για την
Ελλάδα.
Η ιαπωνική
Rating
and
Investment
(R&I)
και η καναδική
DBRS
αναθεώρησαν τις
προοπτικές της χώρας σε
θετικές, ανοίγοντας τον
δρόμο για μελλοντική
αναβάθμιση.
Η Scope
Ratings
έκανε ένα βήμα
περισσότερο, ανεβάζοντας
την Ελλάδα στη βαθμίδα
BBB+,
ενώ η
Moody’s,
που επί σειρά ετών ήταν
ο πιο επιφυλακτικός από
τους μεγάλους οίκους
απέναντι στην Ελλάδα,
διατήρησε την αξιολόγηση
στο Baa3,
αλλά μετέτρεψε το
outlook
από σταθερό σε θετικό.
Το κοινό στοιχείο είναι
ότι πλέον η συζήτηση δεν
αφορά την παραμονή της
Ελλάδας στην επενδυτική
βαθμίδα.
Αφορά το πόσο
γρήγορα μπορεί να
κινηθεί προς το
BBB+
και στη συνέχεια προς
την κατηγορία Α.
Και σε αυτή τη διαδρομή,
οι οίκοι θέτουν όλο και
μεγαλύτερη έμφαση στη
συνέχεια της οικονομικής
πολιτικής μετά τις
εκλογές.
R&I:
Πρώτα οι εκλογές, μετά η
επόμενη αναβάθμιση
Η πιο επιφυλακτική στάση
προέρχεται από την
R&I.
Στην αξιολόγησή της τον
Αύγουστο, ο ιαπωνικός
οίκος ουσιαστικά έστειλε
το μήνυμα ότι δεν
βιάζεται να προχωρήσει
σε νέα αναβάθμιση.
Η R&I
συνδέει το επόμενο βήμα
με την επιβεβαίωση ότι
οι μεταρρυθμίσεις θα
συνεχιστούν και από την
επόμενη κυβέρνηση.
Έτσι, το αποτέλεσμα των
εκλογών του 2027 αποκτά
ιδιαίτερη σημασία: ο
οίκος θέλει πρώτα να δει
ποια κυβέρνηση θα
προκύψει και κυρίως αν
θα διατηρηθεί η ίδια
κατεύθυνση στην
οικονομική πολιτική.
Η λογική είναι απλή. Η
Ελλάδα έχει ήδη επιτύχει
σημαντική βελτίωση στα
δημοσιονομικά μεγέθη και
στο χρέος, αλλά για να
ακολουθήσει νέα
αναβάθμιση πρέπει να
αποδειχθεί ότι η πρόοδος
δεν εξαρτάται από μία
συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Moody’s:
Η επόμενη κυβέρνηση
μπορεί να αλλάξει την
εικόνα
Ακόμη πιο καθαρά συνδέει
την αξιολόγηση με την
πολιτική συνέχεια η
Moody’s.
Ο αμερικανικός οίκος
θεωρεί ότι η Ελλάδα θα
μπορούσε να αναβαθμιστεί
εφόσον παρουσιάσει ένα
αξιόπιστο
πολυετές πρόγραμμα
οικονομικών και θεσμικών
μεταρρυθμίσεων,
το οποίο θα στηρίζεται
στην πρόοδο της
τελευταίας δεκαετίας.
Ταυτόχρονα, όμως, αφήνει
ανοιχτό και το
αντίστροφο ενδεχόμενο.
Εάν οι επόμενες
κυβερνήσεις δεν
συνεχίσουν τις
διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις ή
αποδυναμώσουν τη
δέσμευση για μείωση του
χρέους μέσω διατήρησης
ισχυρών πρωτογενών
πλεονασμάτων, η θετική
προοπτική θα μπορούσε να
χαθεί.
Η Moody’s,
επομένως, δεν
αντιμετωπίζει τις
εκλογές απλώς ως ένα
πολιτικό γεγονός. Τις
εντάσσει στον ίδιο τον
μηχανισμό αξιολόγησης
της πιστοληπτικής
ικανότητας της χώρας.
Scope:
Περιορισμένος ο κίνδυνος
πολιτικής ανατροπής
Πιο αισιόδοξη
εμφανίζεται η
Scope
Ratings,
η οποία έχει ήδη
ανεβάσει την Ελλάδα στο
BBB+.
Ο οίκος εκτιμά ότι, παρά
το ενδεχόμενο ενός πιο
δύσκολου σχηματισμού
κυβέρνησης μετά τις
εκλογές, ο κίνδυνος
ουσιαστικής αλλαγής
οικονομικής πολιτικής
παραμένει περιορισμένος.
Το βασικό επιχείρημα
είναι ότι τα ισχυρά
δημοσιονομικά και
οικονομικά αποτελέσματα
των τελευταίων ετών
έχουν ενισχύσει την
αξιοπιστία του
υφιστάμενου πλαισίου
πολιτικής.
Παράλληλα, η
Scope
εκτιμά ότι υπάρχει
ευρεία πολιτική
συναίνεση στις βασικές
δημοσιονομικές και
οικονομικές
προτεραιότητες.
Με βάση αυτή την
παραδοχή, ακόμη και ένας
πιο σύνθετος σχηματισμός
κυβέρνησης δεν
αναμένεται να οδηγήσει
κατ’ ανάγκη σε ανατροπή
της οικονομικής
πολιτικής.
DBRS:
Η πολιτική σταθερότητα
παραμένει ισχυρή
Ακόμη πιο θετική είναι η
εκτίμηση της
DBRS.
Ο καναδικός οίκος
χαρακτηρίζει το πολιτικό
περιβάλλον της Ελλάδας
ως σταθερό τα τελευταία
χρόνια και θεωρεί
περιορισμένο τον
πολιτικό κίνδυνο, παρά
την αβεβαιότητα που
μπορεί να προκύψει από
τις εκλογές.
Το στοιχείο που
ξεχωρίζει στην
αξιολόγησή του είναι και
εδώ η ευρεία
συναίνεση των βασικών
πολιτικών δυνάμεων σε
ζητήματα δημοσιονομικής
πολιτικής.
Η παραδοχή είναι ότι,
ανεξάρτητα από την
ένταση της προεκλογικής
αντιπαράθεσης ή τις
διαφορετικές προτάσεις
των κομμάτων, η επόμενη
κυβέρνηση δεν θα έχει
εύκολα τη δυνατότητα να
ανατρέψει τη
δημοσιονομική πορεία της
χώρας.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο
δημοσιονομικών κανόνων
λειτουργεί άλλωστε ως
πρόσθετος περιορισμός
για οποιαδήποτε
κυβέρνηση.
Τα 2,8 δισ. ευρώ των
παροχών δεν άλλαξαν την
εικόνα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
έχει ότι οι τελευταίες
αξιολογήσεις
πραγματοποιήθηκαν ενώ η
κυβέρνηση έχει
ανακοινώσει παρεμβάσεις
και παροχές συνολικού
ύψους περίπου
2,8 δισ. ευρώ,
με δημοσιονομικό
αντίκτυπο από τα τέλη
του 2026 και σε ολόκληρο
το 2027.
Οι οίκοι φαίνεται ότι
αντιμετώπισαν τις
εξαγγελίες με σχετική
ψυχραιμία.
Παράλληλα, όμως,
παρακολουθούν τη
συζήτηση που έχει
ανοίξει για το
πραγματικό κόστος των
προεκλογικών προτάσεων
των κομμάτων και το κατά
πόσο αυτές μπορούν να
συμβαδίσουν με τους
ευρωπαϊκούς
δημοσιονομικούς κανόνες.
Εδώ βρίσκεται και ένα
από τα κρίσιμα σημεία
για την επόμενη
αξιολόγηση: οι οίκοι δεν
εξετάζουν μόνο το τι
ανακοινώνεται, αλλά
κυρίως αν οι
δεσμεύσεις μπορούν να
χρηματοδοτηθούν χωρίς να
ανατραπεί η πορεία του
χρέους και των
πρωτογενών πλεονασμάτων.
Το επόμενο τεστ:
S&P
και Fitch
Η αξιολόγηση της
ελληνικής οικονομίας
συνεχίζεται και τους
επόμενους μήνες.
Στις 23
Οκτωβρίου
αναμένεται η αξιολόγηση
της
Standard
& Poor’s,
ενώ αργότερα μέσα στο
έτος ακολουθεί η
Fitch.
Εάν και οι δύο οίκοι
κινηθούν έστω και με
μικρό βήμα προς τα πάνω,
η Ελλάδα θα ολοκληρώσει
το 2026 με ένα
εξαιρετικά ισχυρό μήνυμα
προς τις αγορές: όλοι οι
μεγάλοι οίκοι θα την
τοποθετούν στην περιοχή
της επενδυτικής βαθμίδας
με θετική προοπτική.
Και εάν ένας ακόμη οίκος
προχωρήσει σε αναβάθμιση
από τον Μάρτιο του 2027
και μετά, η
BBB+
θα πάψει να αποτελεί
αποκλειστικά την
αξιολόγηση της
Scope
και θα αρχίσει να
γίνεται ευρύτερα
αποδεκτή ως το επόμενο
επίπεδο της ελληνικής
πιστοληπτικής εικόνας.
Ένα σκαλοπάτι πριν από
την κατηγορία Α
Η σημασία της επόμενης
αναβάθμισης είναι
μεγαλύτερη από έναν
ακόμη συμβολικό βαθμό
στην κλίμακα των οίκων.
Με την εδραίωση στην
BBB+,
η Ελλάδα θα βρίσκεται
μόλις ένα σκαλοπάτι
μακριά από την κατηγορία
Α, το
υψηλότερο επίπεδο
πιστοληπτικής
αξιολόγησης που έχει ως
επόμενο μεγάλο στόχο.
Η Ελλάδα είχε
απομακρυνθεί από την
κατηγορία Α τον Ιούνιο
του 2009, πριν από την
κρίση χρέους και τη
μακρά περίοδο
δημοσιονομικής
προσαρμογής.
Σήμερα η εικόνα είναι
διαφορετική: το χρέος
αποκλιμακώνεται, τα
δημόσια οικονομικά
εμφανίζουν ισχυρότερες
επιδόσεις και η χώρα
έχει επιστρέψει πλήρως
στην επενδυτική βαθμίδα.
Το μεγάλο στοίχημα του
2027 είναι πλέον αν αυτή
η πρόοδος μπορεί να
συνεχιστεί
ανεξάρτητα από το
εκλογικό αποτέλεσμα.
Για τους οίκους
αξιολόγησης, αυτό είναι
ίσως το σημαντικότερο
τεστ. Η Ελλάδα δεν
χρειάζεται πλέον να
αποδείξει μόνο ότι
μπορεί να βελτιώσει τα
μεγέθη της. Πρέπει να
αποδείξει ότι μπορεί να
διατηρήσει την
ίδια οικονομική
κατεύθυνση μέσα από την
πολιτική αλλαγή,
ανοίγοντας έτσι τον
δρόμο προς το επόμενο
επίπεδο πιστοληπτικής
αξιοπιστίας και, τελικά,
την κατηγορία Α.
|