|
Τα μηνύματα από τις
παρουσιάσεις των
αποτελεσμάτων εννεαμήνου
είναι ενδεικτικά της
αλλαγής των προσδοκιών.
Το ενδιαφέρον των
επενδυτών μετατοπίζεται
πλέον από την
επιβεβαίωση των φετινών
στόχων στο κατά πόσο οι
τράπεζες μπορούν να
διατηρήσουν την υψηλή
κερδοφορία και κατά το
2027.
Το επόμενο
επιχειρηματικό πλάνο και
οι αναθεωρήσεις στόχων
Η επόμενη χρονιά θα
αποτελέσει σημείο
αναφοράς για την
αξιολόγηση των
μεσοπρόθεσμων προοπτικών
του κλάδου.
Eurobank,
Εθνική Τράπεζα και
Πειραιώς αναμένεται να
παρουσιάσουν τους νέους
στόχους τους για την
περίοδο 2027-2029, μαζί
με τα αποτελέσματα της
χρήσης 2026, στις αρχές
του 2027.
Η Alpha
Bank
θα δώσει νωρίτερα το
στίγμα της για την
πορεία των μεγεθών της,
καθώς η διοίκησή της
αναμένεται να
τοποθετηθεί σχετικά την
Πέμπτη.
Μέχρι στιγμής, η
Πειραιώς έχει ήδη
αναπροσαρμόσει τις
προβλέψεις της για το
2027, αφήνοντας μάλιστα
να εννοηθεί ότι η τελική
επίδοση θα μπορούσε να
κινηθεί υψηλότερα από
τον νέο στόχο. Το
επόμενο ενδιαφέρον
εστιάζεται στην Εθνική
Τράπεζα, η οποία
ανακοινώνει αύριο τα
αποτελέσματα εννεαμήνου,
καθώς και στο ενδεχόμενο
να προχωρήσει σε
αναβάθμιση των
εκτιμήσεών της πριν από
την παρουσίαση του νέου
επιχειρηματικού της
σχεδίου.
Τα καθαρά έσοδα από
τόκους ξεπερνούν τις
αρχικές προβλέψεις
Ένα από τα σημαντικότερα
στοιχεία της φετινής
πορείας είναι η
ανθεκτικότητα των
καθαρών εσόδων από
τόκους. Τα σχετικά
μεγέθη εξελίσσονται
καλύτερα από ό,τι είχε
αρχικά υπολογιστεί, με
τη Eurobank
και την Alpha
Bank
να έχουν ήδη αυξήσει τις
προβλέψεις τους για το
2026. Η Πειραιώς, από
την πλευρά της, έχει
επισημάνει ότι υπάρχουν
περιθώρια υπέρβασης του
στόχου που έχει θέσει
για τη φετινή χρήση.
Η εξέλιξη αυτή δεν
οφείλεται σε έναν μόνο
παράγοντα. Η αύξηση των
δανείων ενισχύει τα
έσοδα από τόκους, ενώ
θετική συνεισφορά
προέρχεται και από τις
αποδόσεις των
επενδυτικών
χαρτοφυλακίων των
τραπεζών. Παράλληλα, η
χρονική υστέρηση με την
οποία αναπροσαρμόζονται
οι αποδόσεις των
προθεσμιακών καταθέσεων
έχει προσφέρει πρόσθετη
στήριξη στα περιθώρια
επιτοκίου.
Οι διοικήσεις, πάντως,
αναγνωρίζουν ότι μέρος
αυτής της ευνοϊκής
επίδρασης δεν έχει
μόνιμο χαρακτήρα. Καθώς
οι καταθέσεις
ανατιμολογούνται
σταδιακά, το κόστος
χρηματοδότησης μπορεί να
αυξηθεί, περιορίζοντας
ένα μέρος του οφέλους.
Επιπλέον, ο ανταγωνισμός
για την προσέλκυση
μεγάλων επιχειρηματικών
πελατών οδηγεί σε
χαμηλότερα περιθώρια
στις νέες χορηγήσεις.
Για τον λόγο αυτό, η
διατήρηση των υψηλών
επιτοκιακών εσόδων το
2027 θα εξαρτηθεί σε
μεγάλο βαθμό από το πόσο
γρήγορα θα συνεχίσουν να
αυξάνονται τα δανειακά
χαρτοφυλάκια και από την
ικανότητα των τραπεζών
να συγκρατούν το κόστος
άντλησης κεφαλαίων.
Επιχειρηματικά δάνεια
και μεγάλα επενδυτικά
έργα στηρίζουν την
πιστωτική επέκταση
Η χρηματοδότηση της
πραγματικής οικονομίας
εξακολουθεί να αποτελεί
τον βασικό μοχλό
ανάπτυξης των τραπεζικών
εργασιών. Η ζήτηση για
νέα δάνεια προέρχεται
κυρίως από επιχειρήσεις
που δραστηριοποιούνται
στην ενέργεια, στις
υποδομές, στον τουρισμό,
στη ναυτιλία και στις
κατασκευές.
Οι συγκεκριμένοι κλάδοι
συγκεντρώνουν σημαντικές
επενδυτικές ανάγκες,
δημιουργώντας ένα ευρύ
πεδίο για νέες
χρηματοδοτήσεις. Η
συνέχιση μεγάλων έργων
και η υλοποίηση
επιχειρηματικών σχεδίων
μπορούν να διατηρήσουν
σε υψηλά επίπεδα τις
εταιρικές χορηγήσεις,
ακόμη και εάν ο
συνολικός ρυθμός
πιστωτικής επέκτασης
υποχωρήσει σε σχέση με
τις ιδιαίτερα ισχυρές
επιδόσεις των
προηγούμενων ετών.
Διαφορετική είναι η
εικόνα στη λιανική
τραπεζική. Παρά τη
σταδιακή ανάκαμψη των
τελευταίων χρήσεων, τα
στεγαστικά και
καταναλωτικά δάνεια δεν
έχουν ακόμη αποκτήσει
τέτοια βαρύτητα ώστε να
επηρεάζουν καθοριστικά
τη συνολική αύξηση των
χαρτοφυλακίων. Οι
διοικήσεις δεν
διακρίνουν προς το παρόν
ενδείξεις αντιστροφής
της θετικής τάσης,
ωστόσο αντιμετωπίζουν με
μεγαλύτερη προσοχή τις
προοπτικές για το 2027.
Η ρευστότητα προσφέρει
πρόσθετα περιθώρια
ανάπτυξης
Σημαντικό πλεονέκτημα
για τις ελληνικές
τράπεζες αποτελεί η
ισχυρή ρευστότητά τους.
Η πρόσβαση στις διεθνείς
αγορές παραμένει
ανοικτή, ενώ η αύξηση
των καταθέσεων ενισχύει
περαιτέρω τους
διαθέσιμους πόρους για
τη χρηματοδότηση της
οικονομίας.
Καθοριστική συμβολή στην
αύξηση της καταθετικής
βάσης εξακολουθούν να
έχουν οι επιχειρήσεις,
οι οποίες αποτελούν τη
βασική πηγή εισροών. Η
διοίκηση της Πειραιώς
έχει μάλιστα αναφερθεί
σε ενδείξεις επιστροφής
κεφαλαίων στην Ελλάδα,
μια τάση που εκτιμά ότι
μπορεί να συνεχιστεί και
το 2027.
Η αξιοποίηση των
καταθέσεων δεν
περιορίζεται, πάντως,
στη χορήγηση νέων
δανείων. Οι τράπεζες
τοποθετούν μέρος των
διαθέσιμων κεφαλαίων
τους σε ομολογιακούς
τίτλους, εξασφαλίζοντας
αποδόσεις και
διαμορφώνοντας
χαρτοφυλάκια που μπορούν
να παράγουν σταθερό
εισόδημα σε βάθος
χρόνου.
Με αυτόν τον τρόπο,
περιορίζουν σε κάποιο
βαθμό την εξάρτηση της
κερδοφορίας τους από τις
μελλοντικές διακυμάνσεις
των επιτοκίων και
δημιουργούν πρόσθετες
πηγές εσόδων πέραν της
παραδοσιακής τραπεζικής
δραστηριότητας.
Οι προμήθειες αποκτούν
μεγαλύτερο βάρος στην
κερδοφορία
Η ενίσχυση των εσόδων
από προμήθειες αποτελεί
έναν από τους
σημαντικότερους
στρατηγικούς στόχους των
ελληνικών τραπεζών για
την επόμενη περίοδο.
Πρόκειται για έσοδα που
δεν εξαρτώνται άμεσα από
την πορεία των επιτοκίων
και μπορούν να συμβάλουν
στη διαφοροποίηση των
πηγών κερδοφορίας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται
οι υπηρεσίες διαχείρισης
περιουσίας, η επενδυτική
τραπεζική και η διάθεση
ασφαλιστικών προϊόντων.
Οι τράπεζες επιδιώκουν
να αξιοποιήσουν την
πελατειακή τους βάση,
προσφέροντας
περισσότερες υπηρεσίες
και διευρύνοντας τη
συμμετοχή των προμηθειών
στα συνολικά λειτουργικά
τους έσοδα.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά
σε αυτή την προσπάθεια η
ενσωμάτωση των
ασφαλιστικών
δραστηριοτήτων που έχουν
αποκτηθεί ή πρόκειται να
ενταχθούν στους
τραπεζικούς ομίλους. Η
Eurolife
στη Eurobank
και η Εθνική Ασφαλιστική
στην Πειραιώς
δημιουργούν νέες
δυνατότητες
διασταυρούμενων πωλήσεων
και διεύρυνσης των
εσόδων από ασφαλιστικές
υπηρεσίες.
Αντίστοιχα, για την
Alpha
Bank
αναμένεται να
λειτουργήσει ενισχυτικά
η ενσωμάτωση δύο
κυπριακών ασφαλιστικών
εταιρειών στον όμιλο
μέσα στο 2027.
Παράλληλα, οι τράπεζες
επιδιώκουν να αναπτύξουν
περαιτέρω τη διαχείριση
κεφαλαίων και
περιουσίας. Παρά την
πρόοδο που έχει
σημειωθεί τα τελευταία
χρόνια, η συγκεκριμένη
δραστηριότητα
εξακολουθεί να βρίσκεται
σε χαμηλότερα επίπεδα
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, γεγονός που αφήνει
σημαντικά περιθώρια
ανάπτυξης.
Η συνολική εικόνα
δείχνει ότι οι ελληνικές
τράπεζες εισέρχονται
στην επόμενη χρονιά με
ισχυρότερη αφετηρία από
εκείνη που προέβλεπαν τα
αρχικά τους
επιχειρηματικά σχέδια. Η
πρόκληση για το 2027 δεν
θα είναι μόνο η
διατήρηση της πιστωτικής
επέκτασης, αλλά και η
σταδιακή μετατόπιση του
μοντέλου κερδοφορίας
προς περισσότερες και
πιο διαφοροποιημένες
πηγές εσόδων. Η ανάπτυξη
των προμηθειών, η
αξιοποίηση της
ρευστότητας και η
ενσωμάτωση των
ασφαλιστικών
δραστηριοτήτων θα
κρίνουν σε σημαντικό
βαθμό εάν οι
αναθεωρημένοι στόχοι
μπορούν τελικά να
ξεπεραστούν.
|