|
Το ποσοστό αυτό είναι
χαμηλότερο σε σχέση με
τις προηγούμενες
περιόδους. Ενδεικτικά,
το 85% των τραπεζών είχε
υπερβεί τις εκτιμήσεις
για τα έσοδα από τόκους
το 2022, ενώ το
αντίστοιχο ποσοστό
διαμορφώθηκε στο 65% το
2023 και το 2024, στο
55%-60% το 2025 και
περίπου στο 55% κατά το
πρώτο εξάμηνο του 2026.
Οι ελληνικές τράπεζες
στις θετικές εκπλήξεις
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, οι ελληνικές
τράπεζες συγκαταλέγονται
στις περιπτώσεις με τις
καλύτερες επιδόσεις
έναντι των προβλέψεων. Η
Alpha
Bank
εμφάνισε έσοδα από
τόκους υψηλότερα κατά 6%
σε σχέση με τις
εκτιμήσεις της
UBS,
ενώ η Τράπεζα Πειραιώς
κινήθηκε κατά 3% πάνω
από τις προβλέψεις.
Θετικές αποκλίσεις
καταγράφηκαν επίσης για
τις Eurobank,
BBVA,
Erste
και άλλες ευρωπαϊκές
τράπεζες. Ειδικότερα, η
BBVA
και η Erste
εμφάνισαν υπέρβαση κατά
3%, ενώ οι
Eurobank,
BCP,
Noba,
Raiffeisen
και Standard
Chartered
κινήθηκαν περίπου 2%
υψηλότερα από τις
εκτιμήσεις.
Η UBS
επισημαίνει ότι η
υπεραπόδοση των
ελληνικών τραπεζών δεν
περιορίζεται στο γεγονός
ότι ξεπέρασαν τις
προβλέψεις. Εκείνο που
τις διαφοροποιεί είναι
και το μέγεθος της
τριμηνιαίας αύξησης των
εσόδων από τόκους, το
οποίο ήταν ισχυρότερο σε
σύγκριση με αρκετές από
τις ευρωπαϊκές ομοειδείς
τράπεζες.
Πιστωτική επέκταση: Η
Ελλάδα εξακολουθεί να
ξεχωρίζει
Στο μέτωπο των δανείων,
η εικόνα στην Ευρωζώνη
εμφανίζεται λιγότερο
δυναμική. Τα στοιχεία
της ΕΚΤ για τον
Σεπτέμβριο είναι μεικτά,
με την UBS
να εκτιμά ότι η εξέλιξη
των εσόδων από τόκους
κατά το τρίτο τρίμηνο
ενδέχεται να μην
ανταποκρίθηκε πλήρως
στις προσδοκίες της
αγοράς.
Η εικόνα αυτή συνδέεται
με τις συγκρατημένες
ανακοινώσεις ορισμένων
τραπεζών και τον πιο
προσεκτικό τόνο που
υιοθετούν οι διοικήσεις
σε αγορές όπως το
Ηνωμένο Βασίλειο, η
Ισπανία και η Γερμανία.
Παράλληλα, η UBS
εντοπίζει δύο παράγοντες
που ασκούν πιέσεις στα
καθαρά έσοδα από τόκους:
τη μετατόπιση των
καταθέσεων προς
ακριβότερα προϊόντα,
κυρίως εταιρικούς και
προθεσμιακούς
λογαριασμούς, καθώς και
την πιο αργή από την
αναμενόμενη
ανατιμολόγηση των
δανειακών χαρτοφυλακίων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του Σεπτεμβρίου, οι
χορηγήσεις στην Ευρωζώνη
παρέμειναν ουσιαστικά
στάσιμες για δεύτερο
συνεχόμενο μήνα. Η
Ελλάδα συγκαταλέγεται
στις αγορές όπου
παρατηρείται
επιβράδυνση, εξακολουθεί
όμως να εμφανίζει έναν
από τους υψηλότερους
ρυθμούς πιστωτικής
επέκτασης στην Ευρώπη,
μαζί με την Πορτογαλία
και την Ολλανδία.
Η
διατήρηση της ισχυρής
πιστωτικής επέκτασης
αποτελεί σημαντικό
παράγοντα διαφοροποίησης
για τους ελληνικούς
τραπεζικούς ομίλους,
καθώς υποστηρίζει την
αύξηση των δανειακών
υπολοίπων και, κατ'
επέκταση, τη δημιουργία
εσόδων από τόκους.
Καταθέσεις και
επιτοκιακά περιθώρια
Στην πλευρά των
καταθέσεων, τα στοιχεία
της ΕΚΤ δείχνουν
επιτάχυνση της ετήσιας
αύξησης στην Ευρωζώνη, η
οποία διαμορφώθηκε στο
3,9%. Ωστόσο, η σύνθεση
των καταθέσεων
μεταβάλλεται, καθώς οι
προθεσμιακοί λογαριασμοί
κερδίζουν έδαφος έναντι
των καταθέσεων όψεως.
Η
εξέλιξη αυτή έχει
σημασία για τις
τράπεζες, καθώς οι
προθεσμιακές καταθέσεις
συνεπάγονται συνήθως
υψηλότερο κόστος
χρηματοδότησης. Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται, μάλιστα,
στις αγορές όπου
καταγράφεται επιβράδυνση
στην αύξηση των
καταθέσεων.
Παρά τις πιέσεις από το
κόστος χρηματοδότησης,
τα συνολικά επιτοκιακά
περιθώρια πελατών στην
Ευρωζώνη κινήθηκαν
ανοδικά τον Σεπτέμβριο.
Συγκεκριμένα, αυξήθηκαν
κατά 2 μονάδες βάσης σε
μηνιαία βάση, φθάνοντας
στις 248 μονάδες βάσης.
Η
ελληνική αγορά
παρουσίασε αισθητά
ισχυρότερη μεταβολή, με
τα περιθώρια να
διευρύνονται κατά 6
μονάδες βάσης, στις 442
μονάδες βάσης. Η επίδοση
αυτή αναδεικνύει τη
διαφοροποίηση των
ελληνικών τραπεζών σε
έναν από τους
σημαντικότερους
παράγοντες διαμόρφωσης
της οργανικής
κερδοφορίας τους.
Συνολικά, η ανάλυση της
UBS δείχνει ότι οι
ελληνικές τράπεζες
διατηρούν ισχυρότερη
δυναμική σε σχέση με
μεγάλο μέρος του
ευρωπαϊκού ανταγωνισμού,
συνδυάζοντας αύξηση
εσόδων από τόκους,
υψηλότερους ρυθμούς
πιστωτικής επέκτασης και
διεύρυνση των
περιθωρίων. Η πρόκληση
για το επόμενο διάστημα
θα είναι να διατηρήσουν
αυτή την εικόνα, σε ένα
περιβάλλον όπου το
κόστος των καταθέσεων
αυξάνεται και η
πιστωτική δραστηριότητα
σε αρκετές ευρωπαϊκές
αγορές παραμένει
υποτονική.
|