| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Παρασκευή, 09/10/2026

  

 

Ισχυρή καταθετική βάση, κεφαλαιακή επάρκεια, χαμηλή εξάρτηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης και συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση συνθέτουν την εικόνα ανθεκτικότητας των ελληνικών τραπεζών. Οι βασικοί δείκτες που παρακολουθεί η Τράπεζα της Ελλάδος δείχνουν ότι το τραπεζικό σύστημα διατηρεί σημαντικές δικλίδες ασφαλείας, παρά τις αβεβαιότητες στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Με βάση την τριμηνιαία αξιολόγησή της, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να διατηρήσει στο 0,5% το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Οκτωβρίου 2026. Η απόφαση αντανακλά την εκτίμηση ότι οι συστημικοί κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι και το περιβάλλον κινδύνου ουδέτερο.

Το συγκεκριμένο απόθεμα αποτελεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αποσκοπεί στην ενίσχυση της αντοχής των τραπεζών σε περιόδους οικονομικής επιδείνωσης. Μπορεί να αυξηθεί όταν η πιστωτική επέκταση δημιουργεί υπερβολικούς κινδύνους και να μειωθεί σε περιόδους κρίσης, ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας.

 

Η συνολική εικόνα αποτυπώνεται σε επτά δείκτες που καλύπτουν τη σχέση δανεισμού και οικονομίας, την επιβάρυνση των νοικοκυριών, την κεφαλαιακή αντοχή, τη χρηματοδότηση και την κερδοφορία.

1. Ο δανεισμός παραμένει χαμηλός σε σχέση με το ΑΕΠ

Τον Ιούνιο, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, αντιστοιχούσε στο 52,8% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ανερχόταν στο 33,6% του ΑΕΠ.

Τα επίπεδα αυτά υποδηλώνουν ότι ο δανεισμός της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να βρίσκεται σε σχετικά συντηρητική βάση σε σύγκριση με το μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας.

Ενδεικτικός είναι ο δείκτης πιστωτικού κενού, ο οποίος συγκρίνει τη σχέση πίστωσης προς ΑΕΠ με τη μακροχρόνια τάση της. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πρώτο τρίμηνο παρέμενε αρνητικός κατά 17,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τη μακροχρόνια τάση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δάνεια μειώνονται. Σημαίνει ότι ο συνολικός δανεισμός βρίσκεται χαμηλότερα από το επίπεδο που θα υποδείκνυε η ιστορική τάση σε σχέση με το ΑΕΠ. Για τις τράπεζες, το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η πιστωτική επέκταση δεν έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε υπερβολική συσσώρευση χρέους σε επίπεδο οικονομίας.

2. Τα δάνεια των νοικοκυριών στο 22,6% του διαθέσιμου εισοδήματος

Ο δεύτερος δείκτης αφορά τη σχέση των δανείων των νοικοκυριών με το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημά τους. Τον Μάρτιο, το ποσοστό διαμορφωνόταν στο 22,6%.

Πρόκειται για έναν δείκτη που αποτυπώνει τη συνολική δανειακή επιβάρυνση των ιδιωτών σε σχέση με τους πόρους που διαθέτουν. Όσο υψηλότερη είναι η αναλογία χρέους προς εισόδημα, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η ευαισθησία των νοικοκυριών σε ενδεχόμενη μείωση των αποδοχών τους ή σε αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων.

Η συγκρατημένη αναλογία αποτελεί θετικό στοιχείο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιμέρους κατηγορίες νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν αυξημένες δυσκολίες.

3. Οι δόσεις των νέων στεγαστικών απορροφούν το 32,1% του εισοδήματος

Ο δείκτης εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα για νέα στεγαστικά δάνεια διαμορφώθηκε στο 32,1% το δεύτερο τρίμηνο. Με άλλα λόγια, κατά τη χορήγηση των συγκεκριμένων δανείων, οι υποχρεώσεις εξυπηρέτησης αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο περίπου στο ένα τρίτο του εισοδήματος των δανειοληπτών.

Η επίδοση βρίσκεται κάτω από τα ανώτατα όρια που εφαρμόζει η Τράπεζα της Ελλάδος από τον Ιανουάριο του 2025. Τα όρια για τον δείκτη εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα είναι 50% για όσους αποκτούν για πρώτη φορά κατοικία μέσω στεγαστικού δανείου και 40% για τους υπόλοιπους δανειολήπτες.

Παράλληλα, η εικόνα των νέων στεγαστικών βελτιώθηκε το 2025. Σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Μαΐου 2026, το ποσοστό των νέων στεγαστικών δανείων με δόσεις που υπερέβαιναν το 50% του εισοδήματος υποχώρησε από 10,5% την περίοδο 2023-2024 σε 7,8% το 2025.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη διατήρηση συνετών κριτηρίων χορήγησης από τις τράπεζες και τον περιορισμό των δανείων με υψηλότερο κίνδυνο αθέτησης.

4. Δείκτης μόχλευσης 7,5% – Στην πέμπτη θέση της Ευρώπης

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο δείκτης μόχλευσης, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στο 7,5% τον Ιούνιο. Ο δείκτης συγκρίνει τα κεφάλαια Tier 1 με το συνολικό μέγεθος των ανοιγμάτων μιας τράπεζας, χωρίς να σταθμίζει τα ανοίγματα ανάλογα με τον κίνδυνο.

Με βάση τα στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) της ΕΚΤ, ο μέσος δείκτης των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών ανερχόταν στο 7,45%. Πρόκειται για την πέμπτη υψηλότερη επίδοση στην Ευρώπη, πίσω από τη Σλοβενία με 10,08%, τη Λιθουανία με 8,47%, την Αυστρία με 7,87% και την Ιρλανδία με 7,62%.

Και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαθέτουν δείκτη πάνω από 6%, σημαντικά υψηλότερο από το γενικό ελάχιστο όριο του 3% που προβλέπει το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ.

Πρακτικά, ο δείκτης 7,5% σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ συνολικών ανοιγμάτων, οι τράπεζες διαθέτουν περίπου 7,5 ευρώ κεφαλαίων Tier 1. Πρόκειται για έναν επιπλέον δείκτη ανθεκτικότητας, καθώς αποτυπώνει την κεφαλαιακή βάση ανεξάρτητα από τις σταθμίσεις κινδύνου.

5. Δάνεια μόλις στο 69,4% των καταθέσεων

Ένα από τα ισχυρότερα σημεία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είναι η σχέση δανείων προς καταθέσεις. Τον Ιούνιο, ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 69,4%, δηλαδή για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων αντιστοιχούσαν περίπου 69,4 ευρώ δανείων.

Η αναλογία αυτή δείχνει ότι η καταθετική βάση υπερβαίνει σημαντικά το ύψος των χορηγήσεων. Κατά συνέπεια, οι τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη ευχέρεια χρηματοδότησης από τις καταθέσεις των πελατών τους και μικρότερη ανάγκη να καταφύγουν σε άλλες, ενδεχομένως ακριβότερες, πηγές άντλησης κεφαλαίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM, μόνο η Λιθουανία εμφάνιζε χαμηλότερο δείκτη τον Ιούνιο. Ο μέσος όρος για τις συστημικές τράπεζες στην Ευρώπη ανερχόταν στο 101,68%.

Η διαφορά είναι σημαντική, καθώς η ισχυρή καταθετική βάση περιορίζει την εξάρτηση από τις συνθήκες στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Παράλληλα, προσφέρει στις ελληνικές τράπεζες μεγαλύτερη ευελιξία να χρηματοδοτούν την οικονομία, χωρίς να πιέζονται στον ίδιο βαθμό από την ανάγκη προσέλκυσης πρόσθετων πηγών ρευστότητας.

6. Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξάνεται κατά 9%

Η πιστωτική επέκταση συνεχίζεται, με τις επιχειρήσεις να αποτελούν τον βασικό μοχλό της. Τον Αύγουστο, η συνολική χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε κατά 7,1% σε ετήσια βάση.

Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, η αύξηση έφτασε το 9%, ενώ στα νοικοκυριά η άνοδος των δανείων περιορίστηκε στο 1,8%.

Η διαφορά δείχνει ότι η τραπεζική χρηματοδότηση κατευθύνεται κυρίως προς τις επιχειρήσεις, στηρίζοντας τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα. Η τάση αυτή είναι σημαντική για την ανάπτυξη, καθώς οι επιχειρήσεις χρειάζονται κεφάλαια για νέες εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, κεφάλαιο κίνησης και επέκταση εργασιών.

Η ταχύτερη αύξηση των επιχειρηματικών δανείων απαιτεί, πάντως, συνεχή παρακολούθηση της ποιότητας των νέων χορηγήσεων. Η πιστωτική επέκταση είναι θετική όταν συνοδεύεται από επαρκή πιστοληπτική αξιολόγηση, βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια και κατάλληλες εξασφαλίσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί τους συνολικούς κινδύνους ως περιορισμένους.

7. Καθαρό περιθώριο επιτοκίου 2,4%

Ο έβδομος δείκτης αφορά την κερδοφορία. Το καθαρό περιθώριο επιτοκίου διαμορφώθηκε στο 2,4% το δεύτερο τρίμηνο, αποτυπώνοντας τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα που προκύπτουν από τα τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού και στο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών.

Στη λιανική τραπεζική, η διαφορά μεταξύ των τόκων που εισπράττουν οι τράπεζες από τα δάνεια και εκείνων που καταβάλλουν για τις καταθέσεις αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των καθαρών εσόδων από τόκους.

Το καθαρό περιθώριο επιτοκίου υπολογίζεται σε σχέση με το μέσο ύψος των τοκοφόρων στοιχείων ενεργητικού και αποτελεί σημαντικό δείκτη της λειτουργικής κερδοφορίας. Η πορεία του επηρεάζεται από τα επιτόκια της αγοράς, την ταχύτητα αναπροσαρμογής των δανείων και των καταθέσεων, αλλά και τη σύνθεση του ενεργητικού και των υποχρεώσεων κάθε τράπεζας.

Ισχυρή αφετηρία, χωρίς περιθώρια εφησυχασμού

Οι επτά δείκτες αναδεικνύουν τα βασικά πλεονεκτήματα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος: δανεισμό χαμηλό σε σχέση με το ΑΕΠ, συγκρατημένη επιβάρυνση των νοικοκυριών, υψηλό δείκτη μόχλευσης, ισχυρή καταθετική βάση και συνεχιζόμενη χρηματοδότηση της οικονομίας.

Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος να διατηρήσει το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα στο 0,5% αντανακλά την εκτίμηση ότι, προς το παρόν, δεν απαιτείται πρόσθετη παρέμβαση λόγω συσσώρευσης συστημικών κινδύνων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι προκλήσεις. Η ποιότητα των νέων δανείων, η αντοχή των δανειοληπτών σε πιθανές μεταβολές των επιτοκίων, η πορεία των καταθέσεων και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες εξακολουθούν να χρειάζονται στενή παρακολούθηση.

Η σημερινή εικόνα, ωστόσο, δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στην επόμενη φάση της πιστωτικής επέκτασης με ισχυρότερες δικλίδες ασφαλείας και μεγαλύτερη δυνατότητα να στηρίξουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum