|
Το σημαντικότερο
στοιχείο της ανάπτυξης
είναι ότι πλέον δεν
στηρίζεται αποκλειστικά
στην κατανάλωση, αλλά
περισσότερο στις
επενδύσεις.
Ο ακαθάριστος
σχηματισμός πάγιου
κεφαλαίου αυξήθηκε κατά
10,4% σε σχέση με το
αντίστοιχο διάστημα του
2025, επιβεβαιώνοντας
ότι οι επενδύσεις
αποτελούν τον βασικό
μοχλό της οικονομικής
δραστηριότητας.
Αντίθετα, η κατανάλωση
παρουσίασε σαφώς πιο
περιορισμένη δυναμική:
|
Δείκτης
|
Μεταβολή
α’ τριμήνου
2026
|
|
ΑΕΠ
|
+2,0%
|
|
Επενδύσεις
παγίου κεφαλαίου
|
+10,4%
|
|
Ιδιωτική
κατανάλωση
|
+1,1%
|
|
Δημόσια
κατανάλωση
|
+1,7%
|
|
Εξαγωγές αγαθών
και υπηρεσιών
|
+2,1%
|
|
Εισαγωγές
|
+0,5%
|
Η εξωτερική ζήτηση
συνέβαλε θετικά, καθώς
οι εξαγωγές αγαθών και
υπηρεσιών ενισχύθηκαν
κατά 2,1%, έναντι
αύξησης μόλις 0,5% των
εισαγωγών.
Ωστόσο, το εμπορικό
ισοζύγιο αγαθών και
υπηρεσιών παρέμεινε
αρνητικό, με το έλλειμμα
να διαμορφώνεται στα
6,67 δισ. ευρώ.
Κατασκευές: Ο μεγάλος
πρωταγωνιστής της
ανάπτυξης
Ο κατασκευαστικός κλάδος
συνεχίζει να αποτελεί
έναν από τους
ισχυρότερους πυλώνες της
ελληνικής οικονομίας.
Ο δείκτης παραγωγής στις
κατασκευές αυξήθηκε κατά
16,5% το πρώτο τρίμηνο
του έτους.
Η εικόνα ανά κατηγορία
δραστηριότητας:
|
Κλάδος
|
Μεταβολή
|
|
Κατασκευή
κτιρίων
|
+19,2%
|
|
Εξειδικευμένες
κατασκευαστικές
δραστηριότητες
|
+22,3%
|
|
Έργα πολιτικού
μηχανικού
|
+6,7%
|
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν
και η οικοδομική
δραστηριότητα τον
Μάρτιο.
Οι οικοδομικές άδειες
αυξήθηκαν κατά 22,3%, η
επιφάνεια των νέων
οικοδομών κατά 40,7% και
ο όγκος των νέων
κατασκευών κατά 38% σε
σχέση με έναν χρόνο
πριν.
Η εξέλιξη αυτή
επιβεβαιώνει ότι η αγορά
ακινήτων και οι
επενδύσεις σε κατοικίες
και υποδομές
εξακολουθούν να
αποτελούν βασικό
παράγοντα στήριξης της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Βιομηχανία: Άνοδος
τζίρου, αλλά με ισχυρή
επίδραση από την
ενέργεια
Ο κύκλος εργασιών στη
βιομηχανία αυξήθηκε κατά
14,1% τον Μάιο σε ετήσια
βάση.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή
οφείλεται σε σημαντικό
βαθμό στις τιμές και
ειδικά στην ενέργεια.
Ο ενεργειακός κλάδος
κατέγραψε αύξηση τζίρου
78,1%, αντανακλώντας την
άνοδο των ενεργειακών
τιμών.
Αντίθετα, ο δείκτης
βιομηχανικής παραγωγής,
ο οποίος μετρά τον
πραγματικό όγκο
παραγωγής, αυξήθηκε κατά
3,9%.
Αναλυτικά:
|
Δείκτης
|
Μεταβολή
|
|
Βιομηχανικός
κύκλος εργασιών
|
+14,1%
|
|
Παραγωγή
ενέργειας
|
+12,6%
|
|
Κεφαλαιουχικά
αγαθά
|
+6,2%
|
|
Βιομηχανική
παραγωγή
|
+3,9%
|
Η διαφορά μεταξύ τζίρου
και παραγωγής αποτελεί
ένδειξη ότι μέρος της
αύξησης προέρχεται από
το υψηλότερο κόστος και
όχι αποκλειστικά από
μεγαλύτερη παραγωγική
δραστηριότητα.
Λιανεμπόριο: Οι
καταναλωτές πληρώνουν
περισσότερα για λιγότερα
προϊόντα
Η πίεση της ακρίβειας
αποτυπώνεται καθαρά στο
λιανεμπόριο.
Τον Απρίλιο, ο κύκλος
εργασιών αυξήθηκε κατά
4%, όμως ο όγκος
πωλήσεων μειώθηκε κατά
0,1%.
Με απλά λόγια, οι
καταναλωτές ξόδεψαν
περισσότερα χρήματα
χωρίς να αυξήσουν την
ποσότητα των αγορών
τους.
Πρόκειται για
χαρακτηριστική ένδειξη
ότι ο πληθωρισμός
συνεχίζει να περιορίζει
την πραγματική
αγοραστική δύναμη.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει
πάνω από το 4%
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
για την οικονομία είναι
πλέον η νέα επιτάχυνση
των τιμών.
Ο εθνικός πληθωρισμός
διαμορφώθηκε στο 4,4%
τον Ιούνιο, ενώ ο
εναρμονισμένος
πληθωρισμός ανήλθε στο
3,9%.
Ο βασικός πληθωρισμός,
χωρίς τις περισσότερο
ευμετάβλητες κατηγορίες,
παρέμεινε στο 3,2%.
Παράλληλα, οι αμοιβές
εξαρτημένης εργασίας
αυξήθηκαν κατά 3%, ενώ η
παραγωγικότητα
ενισχύθηκε κατά 3,9%.
Το μοναδιαίο κόστος
εργασίας αυξήθηκε μόλις
κατά 1,4%, γεγονός που
δείχνει ότι η νέα
πληθωριστική πίεση δεν
προέρχεται κυρίως από
τους μισθούς αλλά από
άλλους παράγοντες, όπως
η ενέργεια και το κόστος
παραγωγής.
Αγορά εργασίας:
Περισσότερες θέσεις αλλά
και περισσότεροι άνεργοι
Η εικόνα στην απασχόληση
παραμένει σύνθετη.
Οι απασχολούμενοι
αυξήθηκαν κατά 1,3% και
έφτασαν τα 4,27
εκατομμύρια.
Ταυτόχρονα όμως, οι
άνεργοι αυξήθηκαν κατά
4,2%, φτάνοντας τους
508.400.
Το ποσοστό ανεργίας
διαμορφώθηκε στο 10,6%,
από 10,4% έναν χρόνο
νωρίτερα.
Η αύξηση της ανεργίας
συνδέεται κυρίως με την
αύξηση του εργατικού
δυναμικού, καθώς
περισσότεροι πολίτες
επέστρεψαν στην
αναζήτηση εργασίας.
Το δημόσιο χρέος
συνεχίζει την
αποκλιμάκωση
Θετική παραμένει η
εικόνα στα δημόσια
οικονομικά.
Το χρέος της Γενικής
Κυβέρνησης μειώθηκε στα
360,1 δισ. ευρώ στο
τέλος Μαρτίου 2026.
Η μείωση ανέρχεται:
σε 2,8 δισ. ευρώ σε
σχέση με το τέλος του
2025,
σε 6,2 δισ. ευρώ σε
σχέση με το πρώτο
τρίμηνο του 2025.
Σε όρους ΑΕΠ, το δημόσιο
χρέος υποχώρησε στο
146,1% το 2025, από
154,2% το 2024 και
209,4% το 2020.
Η βελτίωση αυτή αποτελεί
ένα από τα σημαντικότερα
επιτεύγματα της
ελληνικής οικονομίας τα
τελευταία χρόνια.
Δημοσιονομικό μέτωπο:
Διευρύνθηκε το έλλειμμα
Παρά τη μείωση του
χρέους, η εικόνα στο
πρώτο τρίμηνο ήταν
λιγότερο θετική.
Η Γενική Κυβέρνηση
κατέγραψε έλλειμμα 1,29
δισ. ευρώ, έναντι 785
εκατ. ευρώ την
αντίστοιχη περίοδο του
2025.
Το πρωτογενές πλεόνασμα
περιορίστηκε στα 642
εκατ. ευρώ.
Τα έσοδα αυξήθηκαν κατά
7,6%, στα 26,38 δισ.
ευρώ, αλλά οι δαπάνες
αυξήθηκαν ταχύτερα, κατά
9,4%, στα 27,67 δισ.
ευρώ.
Βελτίωση στο εμπορικό
ισοζύγιο
Το εμπορικό έλλειμμα
αγαθών περιορίστηκε κατά
7,2% το πρώτο τρίμηνο,
στα 7,85 δισ. ευρώ.
Οι εξαγωγές αυξήθηκαν
κατά 3,1%, στα 12,52
δισ. ευρώ, ενώ οι
εισαγωγές μειώθηκαν κατά
1,1%, στα 20,37 δισ.
ευρώ.
Ωστόσο, χωρίς τα
πετρελαιοειδή, το
έλλειμμα αυξήθηκε κατά
2,4%, γεγονός που
δείχνει ότι η εξάρτηση
από εισαγωγές παραμένει
σημαντική.
Συμπέρασμα: Η ανάπτυξη
υπάρχει, αλλά το μεγάλο
στοίχημα είναι η
καθημερινότητα
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ
δείχνουν ότι η ελληνική
οικονομία έχει πλέον
ισχυρότερους
αναπτυξιακούς πυλώνες σε
σχέση με το παρελθόν.
Οι επενδύσεις, οι
κατασκευές, η βιομηχανία
και η αποκλιμάκωση του
χρέους δημιουργούν μια
θετική βάση.
Ωστόσο, η επιστροφή του
πληθωρισμού πάνω από το
4%, η αδύναμη κατανάλωση
και η πίεση στα
εισοδήματα αποτελούν
σημαντικές
προειδοποιήσεις.
Η μεγάλη πρόκληση για
την επόμενη περίοδο δεν
θα είναι μόνο η
διατήρηση της ανάπτυξης,
αλλά η μετατροπή της σε
πραγματική βελτίωση του
διαθέσιμου εισοδήματος
και της αγοραστικής
δύναμης των ελληνικών
νοικοκυριών.
|