|
Οι εκτιμήσεις του
οικονομικού επιτελείου
τοποθετούν τον διαθέσιμο
δημοσιονομικό χώρο μόλις
γύρω στα 200
εκατ. ευρώ.
Η
ελληνική πρόταση στις
Βρυξέλλες
Η Αθήνα επιχειρεί πλέον
να μεταφέρει μέρος του
κόστους της ενεργειακής
κρίσης σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
Ενόψει του επόμενου
Eurogroup
και της Συνόδου Κορυφής
των Ευρωπαίων ηγετών
στις 15 και 16
Οκτωβρίου, ο
πρωθυπουργός Κυριάκος
Μητσοτάκης έχει ζητήσει
μεγαλύτερη ευελιξία στην
εφαρμογή των
δημοσιονομικών κανόνων.
Στόχος είναι να
δημιουργηθεί πρόσθετος
χώρος ώστε να
χρηματοδοτηθούν νέα
μέτρα για την
αντιμετώπιση των υψηλών
τιμών ενέργειας, αλλά
και να υπάρχει ένα
δημοσιονομικό «μαξιλάρι»
σε περίπτωση που η κρίση
επιδεινωθεί.
Όπως έχει επισημάνει και
ο υπουργός Εθνικής
Οικονομίας και
Οικονομικών Κυριάκος
Πιερρακάκης, η Ελλάδα
μπορεί να αντιμετωπίσει
την κατάσταση με τις
δικές της δυνατότητες
στα βασικά σενάρια, όμως
σε περίπτωση σοβαρότερης
επιδείνωσης θα χρειαστεί
μεγαλύτερη ευελιξία από
την Ευρώπη.
Δύο μηχανισμοί για
περισσότερο χώρο
Η ελληνική πρόταση
στηρίζεται ουσιαστικά σε
δύο παρεμβάσεις.
Πρώτον,
ζητείται να εξαιρεθεί
από τους δημοσιονομικούς
περιορισμούς μέρος των
προσωρινών μέτρων που
έχουν ήδη ληφθεί για την
αντιμετώπιση της
ενεργειακής κρίσης.
Το κόστος αυτών των
μέτρων ανέρχεται μέχρι
σήμερα σε περίπου
669 εκατ. ευρώ.
Δεύτερον,
η Αθήνα ζητά να ληφθούν
υπόψη τα πρόσθετα έσοδα
από τον ΦΠΑ που
συνδέονται με τις
ανατιμήσεις, χωρίς αυτά
να περιορίζουν
αντίστοιχα τον διαθέσιμο
χώρο για κρατικές
δαπάνες.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις του
οικονομικού επιτελείου,
τα έσοδα από τον ΦΠΑ
εμφανίζονται περίπου
700 εκατ. ευρώ
υψηλότερα από
τις αρχικές προβλέψεις
του προϋπολογισμού.
Αυτό είναι το ποσό που
βρίσκεται πλέον στο
επίκεντρο της
διαπραγμάτευσης με την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τα 700 εκατ. ευρώ δεν
είναι αποκλειστικά
αποτέλεσμα της
ενεργειακής κρίσης
Το σημαντικότερο εμπόδιο
στην ελληνική διεκδίκηση
είναι ότι η υπεραπόδοση
των φορολογικών εσόδων
δεν μπορεί να αποδοθεί
εξ ολοκλήρου στην
ενεργειακή κρίση.
Η εικόνα των φορολογικών
εσόδων είναι πιο
σύνθετη.
Οι εισπράξεις από τον
ΦΠΑ είναι περίπου
950 εκατ. ευρώ
υψηλότερες, ενώ
τα έσοδα από τον Ειδικό
Φόρο Κατανάλωσης στα
ενεργειακά προϊόντα
είναι περίπου
200 εκατ. ευρώ
χαμηλότερα.
Παράλληλα, στην αύξηση
των εσόδων φαίνεται να
συμβάλλουν και άλλοι
παράγοντες:
ο επίμονα υψηλός
πληθωρισμός,
η μετατόπιση της
κατανάλωσης προς
προϊόντα και υπηρεσίες
με υψηλότερους
φορολογικούς
συντελεστές,
η βελτίωση της
φορολογικής συμμόρφωσης,
η αποτελεσματικότερη
λειτουργία του
φοροεισπρακτικού
μηχανισμού.
Αυτό σημαίνει ότι η
Κομισιόν είναι πιθανό να
εξετάσει με προσοχή ποιο
μέρος της υπεραπόδοσης
μπορεί πράγματι να
συνδεθεί άμεσα με την
ενεργειακή κρίση και,
συνεπώς, να δικαιολογεί
μεγαλύτερη δημοσιονομική
ευελιξία.
Ήδη έχουν δοθεί 1,21
δισ. ευρώ
Η στενότητα του
διαθέσιμου χώρου γίνεται
ακόμη πιο εμφανής αν
συνυπολογιστούν τα μέτρα
που έχουν ήδη
εφαρμοστεί.
Μέχρι σήμερα έχουν
ληφθεί παρεμβάσεις
συνολικού ύψους περίπου
1,21 δισ. ευρώ.
Από
αυτά:
|
Μέτρο
|
Ποσό
|
|
Μόνιμη ενίσχυση
συνταξιούχων και
διεύρυνση
επιστροφής
ενοικίου
|
541
εκατ. €
|
|
Προσωρινά μέτρα
ενεργειακής
στήριξης
|
669
εκατ. €
|
|
Σύνολο
|
1,21
δισ. €
|
Στα προσωρινά μέτρα
περιλαμβάνονται μεταξύ
άλλων η έκτακτη ενίσχυση
των 150 ευρώ ανά
παιδί, το
fuel
pass
και η επιδότηση των
λιπασμάτων.
Μετά και τις εξαγγελίες
της ΔΕΘ, η κυβέρνηση
κινείται πλέον
περισσότερο προσεκτικά,
καθώς ο δημοσιονομικός
χώρος που απομένει για
το 2026 έχει περιοριστεί
περίπου στα 200
εκατ. ευρώ.
Το πετρέλαιο στο
επίκεντρο
Το πρώτο δείγμα της νέας
πολιτικής είναι η
πρόσθετη κρατική
επιδότηση του ντίζελ.
Η κρατική ενίσχυση
αυξήθηκε στα 15
λεπτά ανά λίτρο για
διάστημα 15 ημερών,
με το κόστος για τον
προϋπολογισμό να
υπολογίζεται περίπου στα
20 εκατ. ευρώ.
Η επιπλέον επιδότηση των
5 λεπτών στο ντίζελ,
καθώς και η αντίστοιχη
επιδότηση των 10 λεπτών
στην αμόλυβδη,
χρηματοδοτούνται από τα
διυλιστήρια.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο
ενδιαφέρον πλέον
στρέφεται στις επόμενες
παρεμβάσεις.
Η κυβέρνηση αναμένεται
να ανακοινώσει πρόσθετα
μέτρα για τα καύσιμα
κίνησης και το πετρέλαιο
θέρμανσης, με δύο
βασικές κατευθύνσεις.
Η πρώτη αφορά την
ενίσχυση του
επιδόματος θέρμανσης,
με μεγαλύτερη στήριξη
στις περιοχές όπου οι
ανάγκες είναι αυξημένες.
Η δεύτερη είναι μια
οριζόντια
επιδότηση στην αντλία,
ώστε η τελική τιμή
εκκίνησης του πετρελαίου
θέρμανσης να διαμορφωθεί
κάτω από τα 1,75
ευρώ το λίτρο.
Το δύσκολο τρίμηνο
Η Αθήνα βρίσκεται έτσι
μπροστά σε μια δύσκολη
εξίσωση.
Από τη μία πλευρά, η
ενεργειακή κρίση
δημιουργεί ανάγκη για
νέες παρεμβάσεις, καθώς
οι υψηλές τιμές καυσίμων
μεταφέρονται στο κόστος
μεταφορών, παραγωγής και
τελικά στο διαθέσιμο
εισόδημα των
νοικοκυριών.
Από την άλλη, η Ελλάδα
έχει δεσμευτεί να τηρεί
συγκεκριμένη πορεία
δαπανών στο πλαίσιο των
ευρωπαϊκών
δημοσιονομικών κανόνων
και δεν διαθέτει πλέον
μεγάλο περιθώριο για
μονομερείς παρεμβάσεις.
Γι' αυτό η ελληνική
στρατηγική μεταφέρεται
πλέον στις
Βρυξέλλες.
Το βασικό επιχείρημα
είναι ότι ένα μέρος των
πρόσθετων φορολογικών
εσόδων που
δημιουργούνται λόγω της
ενεργειακής ακρίβειας θα
πρέπει να μπορεί να
επιστρέψει στην
οικονομία, χωρίς να
θεωρείται ότι δημιουργεί
πρόσθετη δημοσιονομική
επιβάρυνση.
Το ερώτημα είναι πόσο
μακριά είναι
διατεθειμένη να φτάσει η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Εάν δοθεί μεγαλύτερη
ευελιξία, η Ελλάδα θα
αποκτήσει ένα πρόσθετο
«μαξιλάρι» για να
αντιμετωπίσει την
ενεργειακή κρίση χωρίς
να θέσει σε κίνδυνο τους
δημοσιονομικούς της
στόχους.
Εάν όμως οι Βρυξέλλες
αποδεχθούν μόνο μέρος
της ελληνικής πρότασης,
τότε το τελευταίο
τρίμηνο του 2026 θα
απαιτήσει πολύ
αυστηρότερη διαχείριση
των διαθέσιμων πόρων.
Και το κρίσιμο μέγεθος
δεν είναι μόνο τα
700 εκατ. ευρώ
των πρόσθετων εσόδων,
αλλά το πόσο από αυτά
μπορεί τελικά να
αναγνωριστεί ως
δημοσιονομικός χώρος για
την αντιμετώπιση της
ενεργειακής κρίσης.
|