|
Η οικονομική επιβάρυνση
γίνεται ιδιαίτερα έντονη
όταν το κόστος στέγασης
υπερβαίνει το 40% του
διαθέσιμου εισοδήματος,
ποσοστό που θεωρείται
υψηλό με βάση τους
δείκτες οικονομικής
βιωσιμότητας και
ποιότητας ζωής. Στην
πράξη, όμως, οι
σημερινές τιμές της
αγοράς οδηγούν όλο και
περισσότερα νοικοκυριά
σε αυτή την κατάσταση.
Το κόστος ενός
διαμερίσματος 70 τ.μ.
φτάνει τα 770 ευρώ
Σύμφωνα με τον δείκτη
τιμών SPI
του Spitogatos
για το τρίτο τρίμηνο του
2026, η μέση ζητούμενη
τιμή ενοικίασης στην
Αττική ανέρχεται σε
10,93 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο. Αυτό
σημαίνει ότι για ένα
διαμέρισμα επιφάνειας 70
τ.μ. απαιτούνται κατά
μέσο όρο περίπου 770
ευρώ τον μήνα, ποσό που
βρίσκεται ήδη κοντά στο
ανώτατο όριο των
οικονομικών δυνατοτήτων
σημαντικού μέρους των
ενδιαφερομένων.
Η εικόνα είναι ακόμη
δυσκολότερη στις πιο
δημοφιλείς και
ακριβότερες περιοχές του
λεκανοπεδίου. Για ένα
ακίνητο αντίστοιχης
επιφάνειας, το μέσο
μηνιαίο μίσθωμα μπορεί
να διαμορφωθεί περίπου
στα 850 ευρώ στο κέντρο
της Αθήνας, στα 700 ευρώ
στα δυτικά προάστια και
να προσεγγίσει τα 940
ευρώ στα νότια προάστια.
Οι φθηνότερες επιλογές
εντοπίζονται κυρίως στις
πιο απομακρυσμένες
περιοχές της Αττικής.
Ωστόσο, το χαμηλότερο
ενοίκιο δεν συνεπάγεται
πάντοτε και μικρότερο
συνολικό κόστος
διαβίωσης, καθώς συχνά
συνοδεύεται από
αυξημένες δαπάνες
μετακίνησης και
μεγαλύτερη απόσταση από
τους χώρους εργασίας.
Πού καταγράφηκαν οι
μεγαλύτερες αυξήσεις την
τελευταία πενταετία
Η εξέλιξη των τιμών από
το τρίτο τρίμηνο του
2021 μέχρι σήμερα
δείχνει ότι οι
μεγαλύτερες ανατιμήσεις
σημειώθηκαν σε περιοχές
που παραδοσιακά
προσέφεραν πιο προσιτές
επιλογές στέγασης.
Ο Πειραιάς βρίσκεται
στην πρώτη θέση, με τις
ζητούμενες τιμές να
έχουν αυξηθεί κατά 46%
μέσα σε πέντε χρόνια. Το
μέσο μίσθωμα έχει πλέον
φθάσει τα 11 ευρώ ανά
τ.μ., από 7,53 ευρώ το
2021.
Ακολουθούν τα ανατολικά
προάστια, όπου η αύξηση
ανέρχεται σε 40%, με τη
μέση ζητούμενη τιμή να
διαμορφώνεται στα 9,69
ευρώ ανά τ.μ. Στο
υπόλοιπο της Αττικής η
άνοδος φθάνει το 38,89%,
με το μέσο ενοίκιο να
βρίσκεται στα 10 ευρώ
ανά τ.μ.
Στο κέντρο της Αθήνας,
όπου συγκεντρώνεται και
ο μεγαλύτερος αριθμός
διαθέσιμων αγγελιών, οι
τιμές έχουν αυξηθεί
σωρευτικά κατά 35,78%
και διαμορφώνονται πλέον
στα 12,22 ευρώ ανά τ.μ.
Η υψηλή μέση τιμή
συνδέεται εν μέρει και
με τη σύνθεση του
διαθέσιμου αποθέματος,
καθώς στην περιοχή
υπάρχει σημαντικός
αριθμός μικρών
διαμερισμάτων,
επιφάνειας κάτω των 60
τ.μ., τα οποία συνήθως
εμφανίζουν υψηλότερο
κόστος ανά τετραγωνικό
μέτρο.
Αντίστοιχα, τα βόρεια
προάστια εμφανίζουν μέση
ζητούμενη τιμή περίπου
12 ευρώ ανά τ.μ.,
ελαφρώς χαμηλότερη από
εκείνη του κέντρου. Αυτό
εξηγείται από το γεγονός
ότι το διαθέσιμο απόθεμα
περιλαμβάνει κατά μέσο
όρο μεγαλύτερες
κατοικίες, με αποτέλεσμα
να υποχωρεί η τιμή ανά
τετραγωνικό μέτρο.
Συνολικά, η μέση
ζητούμενη τιμή
ενοικίασης στην Αττική
έχει αυξηθεί κατά 36,26%
την τελευταία πενταετία,
αποτυπώνοντας τη
σημαντική επιβάρυνση που
έχει υποστεί το κόστος
στέγασης.
Επιβραδύνονται οι
αυξήσεις, αλλά υπάρχουν
περιοχές με νέες
εκρηκτικές ανατιμήσεις
Παρά τη μεγάλη σωρευτική
άνοδο, τα τελευταία
στοιχεία δείχνουν ότι ο
ρυθμός αύξησης των
ενοικίων αρχίζει να
σταθεροποιείται. Σε
ετήσια βάση, η άνοδος
στην Αττική δεν ξεπερνά
το 5% κατά το διάστημα
από το τρίτο τρίμηνο του
2025 έως το αντίστοιχο
τρίμηνο του 2026. Στη
Θεσσαλονίκη
διαμορφώνεται στο 5,3%,
ενώ στην υπόλοιπη χώρα
περιορίζεται στο 3,8%.
Η εικόνα αυτή είναι
ενδεικτική μιας
σταδιακής αποκλιμάκωσης
του ρυθμού ανατιμήσεων,
χωρίς ωστόσο να σημαίνει
ότι οι τιμές έχουν
αρχίσει να υποχωρούν.
Μάλιστα, σε επιμέρους
περιοχές της πρωτεύουσας
εξακολουθούν να
καταγράφονται ιδιαίτερα
μεγάλες αυξήσεις.
Πρωταθλήτρια της ετήσιας
ανόδου κατά το τρίτο
τρίμηνο του 2026
αναδεικνύεται η
Καισαριανή, όπου τα
ζητούμενα ενοίκια
αυξήθηκαν κατά 25,7%,
φθάνοντας τα 14,7 ευρώ
ανά τ.μ.
Στη δεύτερη θέση
βρίσκεται το Νέο Ψυχικό,
με αύξηση 21,8% και μέση
ζητούμενη τιμή 14,6 ευρώ
ανά τ.μ. Ακολουθεί το
κέντρο της Αθήνας,
συμπεριλαμβανομένου του
ιστορικού κέντρου και
των περιοχών γύρω από
την πλατεία Συντάγματος,
όπου η άνοδος ανήλθε σε
19,1%, με το μέσο
ενοίκιο να φθάνει τα
15,9 ευρώ ανά τ.μ.
Την πρώτη πεντάδα
συμπληρώνουν το Νέο
Φάληρο, με αύξηση 18,2%
και μέση τιμή 12 ευρώ
ανά τ.μ., καθώς και η
Αρτέμιδα (Λούτσα), όπου
τα ενοίκια ενισχύθηκαν
κατά 16,9%, στα 10,2
ευρώ ανά τ.μ.
Η λήξη των μισθώσεων
δημιουργεί νέο κύμα
αναζήτησης κατοικίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν και τα
στοιχεία της RE/MAX
για τους λόγους που
οδηγούν τους πολίτες
στην αναζήτηση νέας
κατοικίας. Στο 50% των
περιπτώσεων, η βασική
αιτία είναι η λήξη της
προηγούμενης μίσθωσης,
ενώ ένα επιπλέον 25%
αφορά νοικοκυριά που
δημιουργούνται για πρώτη
φορά.
Η πρώτη κατηγορία είναι
εκείνη που αντιμετωπίζει
συχνά τη μεγαλύτερη
οικονομική πίεση.
Πρόκειται για
ενοικιαστές που
διαμένουν επί χρόνια στο
ίδιο ακίνητο και έχουν
εξασφαλίσει σχετικά
χαμηλό μίσθωμα, το οποίο
όμως απέχει πλέον
σημαντικά από τις
τρέχουσες τιμές της
αγοράς.
Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση ενός
ενοικιαστή που πληρώνει
500 ευρώ τον μήνα και
βρίσκεται αντιμέτωπος με
απαίτηση αύξησης του
μισθώματος στα 800 ευρώ.
Η αναπροσαρμογή κατά 60%
είναι δύσκολο να
απορροφηθεί από το
εισόδημά του, με
αποτέλεσμα να μην
επιτυγχάνεται συμφωνία
με τον ιδιοκτήτη και να
ξεκινά η αναζήτηση άλλης
κατοικίας.
Σε αρκετές περιπτώσεις,
μάλιστα, οι
ενδιαφερόμενοι
αναγκάζονται να
εξετάσουν και
διαφορετικές περιοχές,
προκειμένου να βρουν
ακίνητο που να
ανταποκρίνεται στις
οικονομικές τους
δυνατότητες. Έτσι, η
αύξηση των ενοικίων δεν
περιορίζεται στην
επιβάρυνση του
οικογενειακού
προϋπολογισμού, αλλά
επηρεάζει και τις
επιλογές κατοικίας, τις
καθημερινές μετακινήσεις
και τη γεωγραφική
κατανομή των
νοικοκυριών.
Μικρότερα και παλαιότερα
σπίτια κυριαρχούν στις
επιλογές
Η πίεση στις τιμές
αντανακλάται και στα
χαρακτηριστικά των
ακινήτων που τελικά
επιλέγουν οι
ενοικιαστές. Σύμφωνα με
την έρευνα της RE/MAX,
περισσότεροι από έξι
στους δέκα
ενδιαφερόμενους
στρέφονται σε κατοικίες
επιφάνειας έως 75 τ.μ.
Άλλοι δύο στους δέκα
επιλέγουν ακίνητα από 76
έως 100 τ.μ.
Παράλληλα, η παλαιότητα
του διαθέσιμου
αποθέματος αποτελεί ένα
ακόμη χαρακτηριστικό της
ελληνικής αγοράς
ενοικιάσεων. Σε
πανελλαδικό επίπεδο,
περίπου το 80% των
κατοικιών που μισθώθηκαν
φέτος ήταν ηλικίας άνω
των 20 ετών, ενώ το
μερίδιο των νεόδμητων
ακινήτων δεν ξεπέρασε το
6%.
Η εικόνα που προκύπτει
είναι ότι οι ενοικιαστές
προσαρμόζουν ολοένα
περισσότερο τις επιλογές
τους στα όρια του
διαθέσιμου εισοδήματος,
αναζητώντας μικρότερες
και συχνά παλαιότερες
κατοικίες. Παρά τη
σχετική επιβράδυνση του
ρυθμού αύξησης των
τιμών, το επίπεδο στο
οποίο έχουν ήδη
διαμορφωθεί τα ενοίκια
εξακολουθεί να αποτελεί
βασικό εμπόδιο για
μεγάλο μέρος των
νοικοκυριών.
|