|
Παράλληλα, οι εισφορές
εκπίπτουν κατά 100% από
το φορολογητέο εισόδημα,
ενώ η φορολόγηση της
μελλοντικής παροχής
μειώνεται σημαντικά,
ιδιαίτερα για όσους
επιλέγουν να
συνταξιοδοτηθούν μετά τα
67.
Χαμηλότερη φορολογία
μετά τα 67
Το νέο φορολογικό
μοντέλο συνδέει τη
φορολογία της παροχής
όχι πλέον με τα χρόνια
ασφάλισης, αλλά με την
ηλικία κατά την
οποία ο ασφαλισμένος
αποχωρεί από το
πρόγραμμα.
Για όσους λαμβάνουν την
παροχή από το 62ο έως το
67ο έτος, ο φόρος
διαμορφώνεται σε
10% για εφάπαξ παροχή
και 5% για μηνιαία
σύνταξη.
Εφόσον η έξοδος
πραγματοποιείται μετά το
67ο έτος, οι συντελεστές
μειώνονται περαιτέρω, σε
5% για το εφάπαξ
και μόλις 2,5% για τη
μηνιαία σύνταξη.
Με αυτόν τον τρόπο το
νομοσχέδιο δημιουργεί
ένα επιπλέον κίνητρο για
μακροχρόνια αποταμίευση
και παραμονή στο
πρόγραμμα μέχρι
μεγαλύτερη ηλικία.
Ωστόσο, το κατά πόσο οι
φορολογικές δυνατότητες
αυτές μπορούν να
αξιοποιηθούν από
εργαζομένους με χαμηλούς
και μεσαίους μισθούς
αποτελεί ένα από τα
βασικά ερωτήματα. Για
έναν μισθωτό με εισόδημα
1.000 ή 1.500 ευρώ τον
μήνα, η δυνατότητα να
κατευθύνει σημαντικό
μέρος του εισοδήματός
του σε ένα ΤΕΑ είναι
προφανώς πολύ πιο
περιορισμένη.
Αντίθετα, για τους
υψηλόμισθους και τα
στελέχη επιχειρήσεων, το
νέο πλαίσιο μπορεί να
αποκτήσει μεγαλύτερη
πρακτική σημασία. Οι
επιχειρήσεις θα
μπορούσαν, για
παράδειγμα, να επιλέξουν
την καταβολή εισφορών σε
ΤΕΑ αντί μέρους ενός
bonus
ή μιας μισθολογικής
αύξησης, αξιοποιώντας τη
χαμηλότερη φορολογική
επιβάρυνση.
Ανοιχτά Ταμεία για
μικρότερες επιχειρήσεις
Μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
είναι η δημιουργία
Ανοιχτών Ταμείων
Επαγγελματικής Ασφάλισης,
καθώς και Ανοιχτών
Ομαδικών Ασφαλιστικών
Προϊόντων Επαγγελματικής
Συνταξιοδότησης.
Η παρέμβαση αυτή
επιχειρεί να
αντιμετωπίσει ένα
διαχρονικό πρόβλημα της
ελληνικής αγοράς: τη
δυσκολία των εργαζομένων
σε μικρές επιχειρήσεις,
αλλά και των
αυτοαπασχολούμενων, να
αποκτήσουν πρόσβαση σε
επαγγελματικά
συνταξιοδοτικά
προγράμματα.
Μέχρι σήμερα, η
επαγγελματική ασφάλιση
ήταν περισσότερο
συνδεδεμένη με
μεγαλύτερες επιχειρήσεις
και οργανωμένους
επαγγελματικούς κλάδους.
Με τα ανοιχτά σχήματα
διευρύνεται η δεξαμενή
των δυνητικών
ασφαλισμένων.
Φορητότητα των
δικαιωμάτων
Δεύτερος βασικός πυλώνας
της μεταρρύθμισης είναι
η φορητότητα των
ασφαλιστικών δικαιωμάτων.
Η αλλαγή εργοδότη ή
επαγγελματικής
κατάστασης δεν θα πρέπει
πλέον να δημιουργεί
εμπόδια στη διατήρηση
της αποταμίευσης που
έχει ήδη πραγματοποιήσει
ο ασφαλισμένος.
Προβλέπεται έτσι
δυνατότητα μεταφοράς
ολόκληρων
συνταξιοδοτικών
προγραμμάτων μεταξύ
διαφορετικών σχημάτων
επαγγελματικής
ασφάλισης, είτε
πρόκειται για ΤΕΑ είτε
για ΟΑΠΕΣ.
Παράλληλα, εισάγεται και
η ατομική
φορητότητα,
ώστε ένας εργαζόμενος
που αλλάζει εργασία να
μπορεί να μεταφέρει
ευκολότερα τα
κατοχυρωμένα δικαιώματά
του στον νέο φορέα
επαγγελματικής
ασφάλισης.
Το μεγάλο στοίχημα:
περισσότερη ιδιωτική
αποταμίευση
Η μεταρρύθμιση επιχειρεί
ουσιαστικά να ενισχύσει
τον δεύτερο πυλώνα του
συνταξιοδοτικού
συστήματος και να
δημιουργήσει μεγαλύτερη
κουλτούρα μακροχρόνιας
αποταμίευσης.
Το κίνητρο είναι διπλό:
φορολογική
έκπτωση κατά την περίοδο
των εισφορών και χαμηλή
φορολόγηση κατά την
καταβολή της παροχής.
Το νέο πλαίσιο μπορεί
επομένως να δημιουργήσει
σημαντική αγορά για τα
ΤΕΑ και τα επαγγελματικά
συνταξιοδοτικά προϊόντα,
αλλά και να αυξήσει
σταδιακά τα κεφάλαια που
κατευθύνονται σε
μακροχρόνιες επενδύσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα,
ωστόσο, θα είναι εάν οι
νέες δυνατότητες θα
αξιοποιηθούν κυρίως από
τα υψηλότερα εισοδήματα
ή εάν θα καταφέρουν
πράγματι να διευρύνουν
ουσιαστικά την
επαγγελματική ασφάλιση
και στα χαμηλότερα και
μεσαία εισοδηματικά
στρώματα.
|