|
Η
κρίση του Μερτς και η
αυξανόμενη πίεση από το
εσωτερικό της CDU
Η πολιτική θέση του
Φρίντριχ Μερτς
παρουσιάζει σημάδια
φθοράς, καθώς η υπόθεση
του Γενς Σπαν και ένας
προβληματικός
ανασχηματισμός, που είχε
παρουσιαστεί ως «νέα
αρχή», εξελίχθηκαν σε
παράγοντες που ενίσχυσαν
την εσωκομματική
αμφισβήτηση.
Μπορεί κανείς στο
εσωτερικό της
Χριστιανοδημοκρατικής
Ένωσης (CDU)
να μην ζητά ακόμη
ανοικτά την αποχώρηση
του καγκελαρίου, ωστόσο
οι επερχόμενες
περιφερειακές εκλογές
του Σεπτεμβρίου
θεωρούνται κρίσιμο τεστ
για την πολιτική του
επιρροή.
Μια αρνητική εκλογική
επίδοση θα μπορούσε να
ενισχύσει όσους ήδη
συζητούν παρασκηνιακά το
ενδεχόμενο αλλαγής
ηγεσίας.
Η κρίση ξεκίνησε όταν
αποκαλύφθηκε ότι ο Γενς
Σπαν, επικεφαλής της
κοινοβουλευτικής ομάδας
των συντηρητικών,
απέκτησε παιδί μέσω
παρένθετης μητέρας στις
ΗΠΑ.
Το ζήτημα απέκτησε
πολιτικές διαστάσεις,
καθώς η παρένθετη
μητρότητα απαγορεύεται
στη Γερμανία και η
CDU
έχει παραδοσιακά
αντίθετη θέση στο θέμα,
την οποία είχε εκφράσει
και ο ίδιος ο Σπαν στο
παρελθόν.
Η αποχώρησή του από την
ηγεσία της
κοινοβουλευτικής ομάδας
δημιούργησε την ανάγκη
ανασχηματισμού, όμως η
διαδικασία εξελίχθηκε σε
νέο πρόβλημα για τον
Μερτς.
Ο
ανασχηματισμός που
εξελίχθηκε σε πολιτικό
μπούμερανγκ
Ο καγκελάριος επιχείρησε
να παρουσιάσει τις
αλλαγές στην κυβέρνηση
ως ευκαιρία
επανεκκίνησης, όμως οι
χειρισμοί προκάλεσαν
νέες αντιδράσεις.
Ο υπουργός Μεταφορών
Πάτρικ Σνάιντερ
ενημερώθηκε ότι
επρόκειτο να
απομακρυνθεί, πριν ακόμη
οριστικοποιηθεί ο
αντικαταστάτης του. Η
αβεβαιότητα κράτησε
αρκετές ημέρες,
οδηγώντας τελικά τον
ίδιο τον υπουργό να
ζητήσει την αποχώρησή
του ώστε να τερματιστεί
η κατάσταση.
Παράλληλα, στελέχη της
CDU
εξέφρασαν δημόσια
δυσαρέσκεια για τον
τρόπο με τον οποίο ο
Μερτς διαχειρίστηκε την
υπόθεση.
Η εικόνα αυτή ενισχύει
την αίσθηση ότι ο
καγκελάριος δυσκολεύεται
να επιβάλει τον πολιτικό
του ρυθμό, σε μια
περίοδο κατά την οποία η
γερμανική οικονομία
παραμένει σε κατάσταση
αδυναμίας.
Η οικονομία το μεγάλο
στοίχημα για τη
γερμανική κυβέρνηση
Στο επίκεντρο της πίεσης
βρίσκεται πλέον η
οικονομία.
Παράγοντες κοντά στη
γερμανική επιχειρηματική
κοινότητα υποστηρίζουν
ότι ο Μερτς πρέπει να
προχωρήσει άμεσα σε
μεταρρυθμίσεις που θα
αντιστρέψουν τη
μεγαλύτερη περίοδο
οικονομικής στασιμότητας
της χώρας από τον Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι περιφερειακές εκλογές
του Σεπτεμβρίου στη
Σαξονία-Άνχαλτ, στο
Βερολίνο και στο
Μεκλεμβούργο-Δυτική
Πομερανία αναμένεται να
αποτελέσουν το πρώτο
μεγάλο πολιτικό
βαρόμετρο.
Ένα αρνητικό αποτέλεσμα
θα μπορούσε να ενισχύσει
την Εναλλακτική για τη
Γερμανία (AfD),
η οποία εμφανίζεται
ενισχυμένη στις
δημοσκοπήσεις και
εκμεταλλεύεται τη
δυσαρέσκεια απέναντι στα
παραδοσιακά κόμματα.
Το μεταναστευτικό
αναζωπυρώνει τις
ευρωπαϊκές διαφωνίες
Την ίδια ώρα, η
μεταναστευτική κρίση
δημιουργεί νέες εντάσεις
στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός
Τζόρτζια Μελόνι
ανακοίνωσε την αναστολή
της ελεύθερης
κυκλοφορίας στο πλαίσιο
της Σένγκεν με την
Ισπανία, λόγω της
αυξημένης πίεσης που
προκαλεί η μαζική
είσοδος μεταναστών στη
Θέουτα, τον ισπανικό
θύλακα στη βόρεια
Αφρική.
Η πρωτοβουλία βρήκε
υποστήριξη και από την
υπουργό Εσωτερικών της
Φινλανδίας, ενώ ο
Γερμανός καγκελάριος
κράτησε πιο προσεκτική
στάση, δηλώνοντας ότι
παρακολουθεί στενά τις
εξελίξεις και βρίσκεται
σε επαφή με την ισπανική
κυβέρνηση.
Η αντιπαράθεση
αποκαλύπτει τον βαθύ
διχασμό μεταξύ των
ευρωπαϊκών κυβερνήσεων
για το μεταναστευτικό.
Η αντιπολίτευση στην
Ισπανία κατηγορεί την
κυβέρνηση του Πέδρο
Σάντσεθ ότι η πολιτική
νομιμοποίησης μεταναστών
ενθαρρύνει νέες αφίξεις.
Αντίθετα, η ισπανική
κυβέρνηση υποστηρίζει
ότι η ενσωμάτωση
μεταναστών αποτελεί
αναγκαία οικονομική
επιλογή λόγω της
γήρανσης του πληθυσμού
και των ελλείψεων
εργατικού δυναμικού.
Η ισπανική επιλογή και η
οικονομική διάσταση της
μετανάστευσης
Η Ισπανία έχει επιλέξει
μια διαφορετική
προσέγγιση, επιχειρώντας
να εντάξει ενεργά τους
μετανάστες στην αγορά
εργασίας.
Η πολιτική αυτή έχει
προκαλέσει έντονες
αντιδράσεις στην
ευρωπαϊκή δεξιά, ωστόσο
οικονομικοί αναλυτές
επισημαίνουν ότι η
ενίσχυση του εργατικού
δυναμικού έχει συμβάλει
στη διατήρηση υψηλότερων
ρυθμών ανάπτυξης.
Η Goldman
Sachs
εκτιμά ότι η ισπανική
οικονομία μπορεί να
αναπτυχθεί το 2026 με
ρυθμό περίπου 2,1%-2,4%,
σημαντικά υψηλότερα από
τον μέσο όρο της
ευρωζώνης.
Οι μετανάστες καλύπτουν
σημαντικές ανάγκες σε
κλάδους όπως η γεωργία,
η φροντίδα ηλικιωμένων
και υπηρεσίες έντασης
εργασίας, συμβάλλοντας
στη συγκράτηση του
κόστους για τις
επιχειρήσεις.
Η επιλογή της Μαδρίτης,
ωστόσο, έχει μετατραπεί
σε αντικείμενο πολιτικής
σύγκρουσης, με τους
επικριτές της να
υποστηρίζουν ότι
δημιουργεί πρόσθετα
κίνητρα για νέες
μεταναστευτικές ροές.
Οι πυρκαγιές στη Γαλλία
και η πολιτική
αντεπίθεση της Λεπέν
Στη Γαλλία, οι μεγάλες
πυρκαγιές στη
νοτιοδυτική χώρα δεν
αποτελούν μόνο
περιβαλλοντική κρίση,
αλλά και πολιτικό πεδίο
αντιπαράθεσης.
Η Μαρίν Λεπέν και ο
Εθνικός Συναγερμός
επιχειρούν να
μετατρέψουν την κρίση σε
πολιτικό πλεονέκτημα,
παρουσιάζοντας τις
καταστροφές ως απόδειξη
αδυναμίας του κράτους να
προστατεύσει
αποτελεσματικά τους
πολίτες.
Η ακροδεξιά αποφεύγει να
εστιάσει στη συζήτηση
για την κλιματική αλλαγή
και μεταφέρει το βάρος
στην κρατική
αποτελεσματικότητα, την
ασφάλεια και την
προστασία των
περιουσιών.
Η στρατηγική αυτή
βασίζεται στην
αυξανόμενη αίσθηση
μέρους της κοινωνίας ότι
οι παραδοσιακές
πολιτικές δυνάμεις
αδυνατούν να
αντιμετωπίσουν τις
διαδοχικές κρίσεις.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν
ότι σημαντικό ποσοστό
των Γάλλων εμφανίζεται
δυσαρεστημένο από τη
διαχείριση των
επιπτώσεων της
κλιματικής αλλαγής από
την κυβέρνηση Μακρόν.
Η νέα πολιτική
στρατηγική της
ευρωπαϊκής ακροδεξιάς
Η περίπτωση της Λεπέν
αλλά και του Νάιτζελ
Φάρατζ στη Βρετανία
δείχνει μια ευρύτερη
τάση στην ευρωπαϊκή
πολιτική.
Αντιμέτωποι με
δικαστικές και πολιτικές
πιέσεις, οι δύο ηγέτες
της ακροδεξιάς επέλεξαν
την αντεπίθεση,
παρουσιάζοντας τις
εξελίξεις ως σύγκρουση
με ένα «σύστημα» που
επιχειρεί να τους
περιορίσει.
Η τακτική αυτή θυμίζει
έντονα το μοντέλο που
ακολούθησε ο Ντόναλντ
Τραμπ στις ΗΠΑ:
μετατροπή των προσωπικών
πολιτικών προβλημάτων σε
αφήγημα σύγκρουσης με το
κατεστημένο.
Η άνοδος των λαϊκιστικών
κομμάτων δεν εξηγείται
μόνο από συγκεκριμένες
κρίσεις, αλλά και από
βαθύτερες κοινωνικές
αιτίες, όπως η ακρίβεια,
οι ανισότητες, η πίεση
στις δημόσιες υπηρεσίες
και η αίσθηση πολιτικής
αποξένωσης.
Η Ευρώπη εισέρχεται έτσι
σε μια περίοδο αυξημένης
πολιτικής αστάθειας,
όπου οι κρίσεις –
οικονομικές,
μεταναστευτικές,
περιβαλλοντικές –
μετατρέπονται ολοένα
περισσότερο σε καταλύτες
πολιτικών ανατροπών.
|