|
Τα δεδομένα του
BloombergNEF
(BNEF)
καταγράφουν αυτή τη
μεταβολή, η οποία
επιβεβαιώνεται και από
το ενεργειακό
think
tank
Ember
για το σύνολο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεκατρείς διαδοχικοί
μήνες ανόδου στην ΕΕ
Η κατανάλωση ηλεκτρικής
ενέργειας στην Ευρωπαϊκή
Ένωση είχε υποχωρήσει
κατά περίπου 9% στη
15ετία έως το 2023,
σύμφωνα με το
BNEF.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο,
φαίνεται να αλλάζει
σταδιακά. Ο Σεπτέμβριος
αποτέλεσε τον 13ο
συνεχόμενο μήνα κατά τον
οποίο η ζήτηση αυξήθηκε
σε ετήσια βάση,
καταγράφοντας το
μεγαλύτερο ανοδικό σερί
τουλάχιστον από το 2018,
σύμφωνα με τα στοιχεία
του Ember.
Η ευρωπαϊκή ανάκαμψη
παραμένει σαφώς ηπιότερη
σε σχέση με την
αντίστοιχη στις ΗΠΑ,
όπου η ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης και
οι αυξημένες ανάγκες των
υποδομών που τη
στηρίζουν ενισχύουν
σημαντικά την
κατανάλωση. Παρ’ όλα
αυτά, η ευρωπαϊκή τάση
δείχνει ότι συντελείται
μια ευρύτερη αλλαγή στον
τρόπο με τον οποίο
καλύπτονται οι
ενεργειακές ανάγκες.
«Ένα ολοένα μεγαλύτερο
μέρος της συνολικής
κατανάλωσης ενέργειας
μεταφέρεται στην
ηλεκτρική ενέργεια.
Έτσι, ακόμη και όταν η
συνολική ζήτηση
ενέργειας μειώνεται, η
κατανάλωση ηλεκτρισμού
αυξάνεται», δήλωσε ο
Per
Lekander,
διευθύνων σύμβουλος του
λονδρέζικου hedge
fund
Clean
Energy
Transition
LLP.
Όπως εκτίμησε, πρόκειται
για μια μη αναστρέψιμη
εξέλιξη, η οποία
αναμένεται να συνεχιστεί
για δεκαετίες.
Νέες πιέσεις στα
ηλεκτρικά δίκτυα και
ευκαιρίες για επενδύσεις
Η ανάκαμψη της ζήτησης
δημιουργεί πρόσθετες
απαιτήσεις για τα
ευρωπαϊκά δίκτυα
ηλεκτρικής ενέργειας. Οι
υφιστάμενες υποδομές ήδη
δυσκολεύονται να
συμβαδίσουν με την
ανάπτυξη των ανανεώσιμων
πηγών ενέργειας, γεγονός
που καθιστά αναγκαία την
επιτάχυνση των
επενδύσεων για την
επέκταση και την
αναβάθμισή τους.
Το πρόβλημα γίνεται
εντονότερο όταν η
παραγωγή από αιολικά και
φωτοβολταϊκά πάρκα είναι
περιορισμένη ή όταν τα
δίκτυα δεν διαθέτουν
επαρκή δυναμικότητα για
τη μεταφορά ηλεκτρικής
ενέργειας από τις
μονάδες παραγωγής προς
τα κέντρα κατανάλωσης. Η
ενίσχυση της ζήτησης
μπορεί, επομένως, να
αυξήσει τις πιέσεις στην
αγορά, ιδίως εάν οι
υποδομές δεν αναπτυχθούν
με ανάλογο ρυθμό.
Ταυτόχρονα, η αυξημένη
κατανάλωση δημιουργεί
κίνητρα για νέες
επενδύσεις σε αιολικά
και φωτοβολταϊκά έργα,
με πιθανές θετικές
επιπτώσεις τόσο στην
κατασκευαστική
δραστηριότητα όσο και
στην απασχόληση.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να
διαδραματίσει και η
οικονομική ανάπτυξη. Η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα αναθεώρησε
ελαφρώς προς τα πάνω,
τον περασμένο μήνα, τις
προβλέψεις της για την
ευρωπαϊκή οικονομία,
εκτιμώντας ότι το ΑΕΠ θα
αυξηθεί κατά 0,9% φέτος
και κατά 1,4% το 2027.
Τα
data centers αναμένεται
να υπερδιπλασιάσουν την
ισχύ τους έως το 2032
Μία από τις
σημαντικότερες νέες
πηγές ζήτησης ηλεκτρικής
ενέργειας είναι τα
κέντρα δεδομένων, τα
οποία αναμένεται να
επεκταθούν σημαντικά τα
επόμενα χρόνια, καθώς
αυξάνονται οι ανάγκες
για ψηφιακές υπηρεσίες
και εφαρμογές τεχνητής
νοημοσύνης.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις του
BNEF,
η συνολική ισχύς των
ευρωπαϊκών data
centers
αναμένεται να
υπερδιπλασιαστεί και να
ξεπεράσει τα 30 γιγαβάτ
(GW)
έως το 2032. Μέχρι το
2035, εκτιμάται ότι θα
έχει φτάσει περίπου τα
39 GW.
Η ανάπτυξη δεν
αναμένεται να
κατανεμηθεί ομοιόμορφα
σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Χώρες που διαθέτουν
σχετικά φθηνή ηλεκτρική
ενέργεια με χαμηλές
εκπομπές άνθρακα, όπως η
Φινλανδία και η Ισπανία,
εκτιμάται ότι θα
προσελκύσουν σημαντικό
μέρος των νέων
εγκαταστάσεων.
«Εμφανίζονται νέες πηγές
ζήτησης», ανέφερε ο
αναλυτής του BNEF
Arhnue
Tan,
επισημαίνοντας ότι η
αύξηση δεν είναι ακόμη
ιδιαίτερα έντονη.
Ωστόσο, η συνολική
εκτίμηση του οργανισμού
είναι ότι η κατανάλωση
ηλεκτρικής ενέργειας θα
συνεχίσει να ενισχύεται.
Η ανάλυση του
BNEF
καλύπτει στοιχεία έως
τον Αύγουστο και
προσαρμόζει τα δεδομένα
για τις επιπτώσεις του
καιρού. Η παράμετρος
αυτή είναι σημαντική,
καθώς οι ακραίες
θερμοκρασίες μπορούν να
προκαλέσουν μεγάλες
διακυμάνσεις στη ζήτηση.
Ειδικά σε περιόδους
καύσωνα, η χρήση
κλιματιστικών αυξάνει
αισθητά την κατανάλωση
στις χώρες και τις
περιοχές όπου τα
συστήματα ψύξης είναι
ευρέως διαδεδομένα.
Το
ακριβό φυσικό αέριο
εξακολουθεί να απειλεί
την ανάκαμψη
Παρά τα σημάδια
βελτίωσης, η συνολική
κατανάλωση ηλεκτρικής
ενέργειας στην Ευρώπη
εξακολουθεί να βρίσκεται
αρκετά χαμηλότερα από τα
ιστορικά επίπεδα. Βασική
αιτία παραμένει η
εξασθένηση της
βιομηχανικής
δραστηριότητας σε
μεγάλες οικονομίες, με
χαρακτηριστικό
παράδειγμα τη Γερμανία.
Επιπλέον, το αυξημένο
κόστος του φυσικού
αερίου ενδέχεται να
λειτουργήσει ανασταλτικά
για τη ζήτηση κατά τη
διάρκεια του χειμώνα,
καθώς επιβαρύνει το
κόστος παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια
αναφοράς για το φυσικό
αέριο έχουν ανέλθει στα
υψηλότερα επίπεδα από το
2022, καθώς οι εξαγωγές
από τον Περσικό Κόλπο
εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν
προβλήματα εξαιτίας του
πολέμου με το Ιράν. Η
συγκεκριμένη περιοχή
αντιπροσώπευε περίπου το
ένα πέμπτο της
παγκόσμιας προσφοράς
φυσικού αερίου το
προηγούμενο έτος.
Την ίδια στιγμή, τα
ευρωπαϊκά αποθέματα
βρίσκονται σε εποχικά
χαμηλά επίπεδα,
αυξάνοντας την έκθεση
της αγοράς σε νέες
ανατιμήσεις εφόσον
ενισχυθεί η ζήτηση για
θέρμανση. Η εξέλιξη των
τιμών θα αποτελέσει,
συνεπώς, έναν από τους
βασικούς παράγοντες που
θα καθορίσουν την πορεία
της κατανάλωσης τους
επόμενους μήνες.
Η
ενεργειακή ασφάλεια
επιταχύνει τον
εξηλεκτρισμό
Σύμφωνα με τον
Kingsmill
Bond,
αναλυτή ενεργειακής
στρατηγικής του
Ember,
η αυξημένη χρήση
κλιματιστικών, η
βιομηχανική ανάπτυξη και
η εξάπλωση των
ηλεκτρικών οχημάτων
αποτελούν τους βασικούς
παράγοντες που ενισχύουν
τη ζήτηση. Η σημασία
καθενός από αυτούς
διαφέρει ανάλογα με τα
χαρακτηριστικά και τη
διάρθρωση της οικονομίας
κάθε χώρας.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι
ο πόλεμος με το Ιράν
έχει ωθήσει κυβερνήσεις
και επιχειρήσεις να
επανεξετάσουν την
αξιοπιστία των εισαγωγών
ενέργειας, ενισχύοντας
το ενδιαφέρον για τον
εξηλεκτρισμό και τις
εναλλακτικές πηγές
τροφοδοσίας.
«Το μεγαλύτερο μέρος του
κόσμου δεν διαθέτει
μεγάλα αποθέματα
πετρελαίου και φυσικού
αερίου», σημείωσε,
επισημαίνοντας ότι οι
ανησυχίες για τις
αναταράξεις στις
διεθνείς ενεργειακές
αγορές εντείνονται.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι
μπροστά σε μια διπλή
πρόκληση: να καλύψει τις
αυξανόμενες ανάγκες της
σε ηλεκτρική ενέργεια
και, ταυτόχρονα, να
ενισχύσει την ενεργειακή
της ασφάλεια,
περιορίζοντας την έκθεσή
της στις διεθνείς
διακυμάνσεις των τιμών
και στις διαταραχές της
προσφοράς. Η πορεία των
επενδύσεων στα δίκτυα,
στις ανανεώσιμες πηγές
και στις νέες
ενεργειακές υποδομές θα
κρίνει σε μεγάλο βαθμό
κατά πόσο η ανάκαμψη της
ζήτησης θα μπορέσει να
διατηρηθεί τα επόμενα
χρόνια.


|