|
Ισπανία και Πορτογαλία
με τη μεγαλύτερη διάχυση
Η οικονομική πίεση
εμφανίζεται πιο
εκτεταμένη στην Ισπανία
και την Πορτογαλία, όπου
περίπου το 22%
των εισηγμένων
επιχειρήσεων
χρειάζεται να προχωρήσει
σε μετασχηματισμό των
δραστηριοτήτων του.
Σε Γαλλία και στις
γερμανόφωνες οικονομίες,
δηλαδή Γερμανία, Αυστρία
και Ελβετία, η πίεση
είναι μικρότερη σε
έκταση αλλά πιο έντονη.
Περίπου 10% των
επιχειρήσεων σε
καθεμία από τις δύο
ομάδες οικονομιών
αντιμετωπίζει ανάγκη
ευρύτερης οικονομικής
αναδιάρθρωσης.
Παράλληλα, ο δείκτης
καθαρού χρέους
προς
EBITDA
αυξήθηκε κατά
22% μεταξύ 2022 και 2025.
Σχεδόν μία στις τρεις
εταιρείες ξεκίνησε το
2026 με δείκτη πάνω από
3, επίπεδο που η
BCG
χρησιμοποιεί ως ένδειξη
χρηματοοικονομικής
πίεσης.
Το φθηνό χρήμα της
πανδημίας επιστρέφει ως
βάρος
Ένας από τους βασικούς
λόγους πίσω από την
επιδείνωση είναι ο
δανεισμός της περιόδου
των πολύ χαμηλών
επιτοκίων.
Πολλές επιχειρήσεις
αύξησαν τότε τη μόχλευσή
τους, χωρίς να έχουν
καταφέρει έκτοτε να
μειώσουν επαρκώς το
χρέος τους. Έτσι,
εισέρχονται στη σημερινή
περίοδο με μικρότερα
περιθώρια ασφαλείας
απέναντι στην αύξηση του
ενεργειακού κόστους,
στις εμπορικές
αναταράξεις και σε ένα
περιβάλλον υψηλότερων
επιτοκίων για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα.
Όπως επισημαίνει ο
Tobias
Wens,
managing
director
της BCG
και συν-συγγραφέας της
έκθεσης, οι ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις βγαίνουν
από μια δύσκολη
πενταετία με περισσότερο
χρέος και μικρότερη
δυνατότητα να
απορροφήσουν νέες
αναταράξεις. Εάν τα
επιχειρηματικά σχέδια
δεν επιβεβαιωθούν ή
προκύψει νέο σοκ, οι
διαθέσιμες επιλογές τους
θα είναι λιγότερες σε
σχέση με λίγα χρόνια
πριν.
Το real
estate
στον πυρήνα της πίεσης
Ο κλάδος των ακινήτων
εμφανίζει τη μεγαλύτερη
έκθεση.
Περίπου το 62%
των εταιρειών
real
estate
βρίσκεται υπό πίεση
μετασχηματισμού, έναντι
μόλις 12% το 2025.
Παράλληλα, το
18% βρίσκεται
σε ακόμη δυσκολότερη
θέση, αντιμετωπίζοντας
ανάγκη ευρύτερης
οικονομικής
αναδιάρθρωσης.
Η άνοδος των
μακροπρόθεσμων επιτοκίων
έχει επηρεάσει τις
αποτιμήσεις και τις
συναλλαγές στην αγορά
ακινήτων, ενώ το
υψηλότερο κόστος
χρηματοδότησης
περιορίζει την
αγοραστική δυνατότητα
των επενδυτών και των
νοικοκυριών.
Ανάλογη εικόνα
εμφανίζεται στην
αυτοκινητοβιομηχανία.
Το 42% των
εταιρειών του
κλάδου χρειάζεται
μετασχηματισμό, ενώ
το 28%
αντιμετωπίζει πιέσεις
που απαιτούν
αναδιάρθρωση.
Η αδύναμη ζήτηση, η
πλεονάζουσα παραγωγική
δυναμικότητα, το κόστος
της μετάβασης στην
ηλεκτροκίνηση και ο
αυξανόμενος ανταγωνισμός
από την Κίνα δημιουργούν
ένα ιδιαίτερα απαιτητικό
περιβάλλον για τις
ευρωπαϊκές
αυτοκινητοβιομηχανίες.
Πίεση και στα
media
Σημαντικές πιέσεις
καταγράφονται και στον
κλάδο των μέσων
ενημέρωσης και των
εκδόσεων.
Περίπου το 33%
των εταιρειών
στη Δυτική Ευρώπη
αντιμετωπίζει ανάγκη
μετασχηματισμού, ενώ
το 20%
βρίσκεται σε κατάσταση
που απαιτεί ευρύτερη
οικονομική αναδιάρθρωση.
Η μετατόπιση του κοινού
και της διαφημιστικής
δαπάνης προς τις
ψηφιακές πλατφόρμες και
τους δημιουργούς
περιεχομένου, αλλά και η
αυξανόμενη χρήση της
τεχνητής νοημοσύνης για
αναζήτηση και κατανάλωση
πληροφορίας, δημιουργούν
νέες πιέσεις στα
παραδοσιακά
επιχειρηματικά μοντέλα.
Η Ελλάδα κινείται σε
διαφορετική τροχιά
Η μελέτη της BCG
αφορά τη Δυτική Ευρώπη
και δεν περιλαμβάνει
ειδική αναφορά στην
Ελλάδα. Τα διαθέσιμα
στοιχεία, πάντως,
δείχνουν ότι η εικόνα
των ελληνικών εισηγμένων
παραμένει διαφορετική,
παρά το υψηλότερο κόστος
χρήματος και τις πιέσεις
που αντιμετωπίζουν
κυρίως οι μικρότερες
επιχειρήσεις.
Ο τραπεζικός δανεισμός
προς τις μη
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις συνεχίζει
να αυξάνεται, αλλά με
βραδύτερο ρυθμό. Σύμφωνα
με τα στοιχεία της
Τράπεζας της Ελλάδος, ο
ετήσιος ρυθμός αύξησης
της τραπεζικής
χρηματοδότησης
διαμορφώθηκε τον
Αύγουστο στο 9%,
από 9,2% τον Ιούλιο και
έναντι μέσου ρυθμού
περίπου 15% το 2025.
Στον αντίποδα, οι
μικρότερες επιχειρήσεις
συνεχίζουν να εμφανίζουν
τάσεις απομόχλευσης. Η
χρηματοδότηση προς
ελεύθερους
επαγγελματίες, αγρότες
και ατομικές
επιχειρήσεις κατέγραψε
τον Αύγουστο
αρνητική καθαρή ροή 21
εκατ. ευρώ, ενώ
ο ετήσιος ρυθμός
μεταβολής διαμορφώθηκε
στο -3,1%.
Ρεκόρ κερδών για τις
ελληνικές εισηγμένες
Η εικόνα στις
μεγαλύτερες ελληνικές
εισηγμένες παραμένει
μέχρι στιγμής πολύ
διαφορετική από αυτή που
καταγράφεται σε αρκετούς
κλάδους της Δυτικής
Ευρώπης.
Σύμφωνα με τα τελευταία
στοιχεία της
Euronext
Athens,
οι 48 μεγαλύτερες
εισηγμένες εμφάνισαν στο
πρώτο εξάμηνο αύξηση των
καθαρών κερδών κατά
περίπου 2 δισ.
ευρώ, στα
6,8 δισ. ευρώ.
Τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA)
ανήλθαν σε 8,9
δισ. ευρώ,
έναντι 6,1 δισ. ευρώ την
αντίστοιχη περίοδο του
2025.
Καθοριστική ήταν η
συμβολή των δύο
διυλιστηρίων, ενώ για
πρώτη φορά τρεις
εταιρείες – ΔΕΗ,
Helleniq
Energy
και Motor
Oil
– ξεπέρασαν το 1 δισ.
ευρώ σε EBITDA
στο εξάμηνο.
Οι τρέχουσες εκτιμήσεις
τοποθετούν τα συνολικά
καθαρά κέρδη των
εισηγμένων κοντά στα
13 δισ. ευρώ το
2026, έναντι
του ιστορικού υψηλού των
12,17 δισ. ευρώ το 2025.
Η ΤτΕ παρακολουθεί τους
κυκλικούς κινδύνους
Παρά την ισχυρή εικόνα
των μεγαλύτερων
εισηγμένων, η Τράπεζα
της Ελλάδος διατηρεί την
προσοχή της στους
κινδύνους που
δημιουργούνται από την
αυξημένη χρηματοδότηση.
Στην τελευταία
αξιολόγηση των
συστημικών κινδύνων, η
ΤτΕ εντοπίζει ενδείξεις
συσσώρευσης κυκλικών
κινδύνων σε επιμέρους
τομείς, μεταξύ των
οποίων η χρηματοδότηση
των μη χρηματοπιστωτικών
επιχειρήσεων, οι τιμές
των κατοικιών και το
ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής
δεν διαπιστώνεται
υπέρμετρη
πιστωτική επέκταση στο
σύνολο της οικονομίας.
Η ελληνική αγορά,
επομένως, εμφανίζει μια
διττή εικόνα: οι μεγάλες
εισηγμένες επιχειρήσεις
καταγράφουν ιστορικά
υψηλή κερδοφορία, την
ώρα που το κόστος
χρηματοδότησης και η
πρόσβαση σε δανεισμό
εξακολουθούν να
αποτελούν σημαντικότερη
πρόκληση για τις
μικρότερες επιχειρήσεις.
|