|
Οι κεντρικοί τραπεζίτες
έγιναν συντηρητικοί
«ήρωες» τη δεκαετία του
1980, όταν πρόεδρος της
Fed
ήταν ο Πολ Βόλκερ. Ο
Βόλκερ ήταν
Δημοκρατικός, αλλά έθεσε
υπό έλεγχο τον
ανεξέλεγκτο πληθωρισμό
με επιθετικές αυξήσεις
επιτοκίων. Μαζί με τις
εκκλήσεις του για μείωση
του ομοσπονδιακού
ελλείμματος, η νίκη του
επί του πληθωρισμού τον
έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή
στους συντηρητικούς. Ο
διάδοχός του, Άλαν
Γκρίνσπαν, συνέχισε αυτή
την πορεία, προωθώντας
τη φιλελευθεροποίηση των
αγορών ώστε να ενισχυθεί
η ανάπτυξη και να
περιοριστούν οι
πληθωριστικές πιέσεις.
Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής
Κεντρικής Τράπεζας το
1998 σηματοδότησε την
επικράτηση των
ανεξάρτητων,
επικεντρωμένων στον
πληθωρισμό κεντρικών
τραπεζών. Με την
υποστήριξη πολιτικών και
οικονομολόγων
(φιλελεύθερων και
συντηρητικών), αυτοί οι
θεσμοί απέκτησαν ολοένα
μεγαλύτερη επιρροή. Με
τη στήριξη των
χρηματοπιστωτικών
αγορών, άτυπες συμμαχίες
υπέρ του χαμηλού
πληθωρισμού και
νεοφιλελεύθερων
πολιτικών παγιώθηκαν στη
διεθνή πολιτική σκηνή.
Στις αρχές του 21ου
αιώνα, οι επικριτές των
ανεξάρτητων κεντρικών
τραπεζών βρίσκονταν
σχεδόν αποκλειστικά στην
αριστερά.
Όλα αυτά άλλαξαν μετά
την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008—πολύ πριν γίνει
πρόεδρος ο Τραμπ. Για να
αποτραπεί η οικονομική
κατάρρευση και ο
αποπληθωρισμός, η
Fed
υπό τον Μπεν Μπερνάνκι
διέσωσε τη Wall
Street,
μείωσε τα επιτόκια στο
μηδέν και ξεκίνησε
μαζικές αγορές
χρηματοοικονομικών
περιουσιακών στοιχείων
(ποσοτική χαλάρωση).
Αντίστοιχες πολιτικές
υιοθέτησαν και άλλες
κεντρικές τράπεζες, με
διαφορετικό όμως χρόνο
και ένταση.
Αυτό οδήγησε σε μια νέα
γενιά επικριτών από τα
δεξιά. Στις ΗΠΑ,
ακτιβιστές του
Tea
Party
κατηγόρησαν τον
Μπερνάνκι ότι οδηγεί τη
χώρα στην καταστροφή.
Υποστήριζαν ότι η
Fed
πρέπει να αντιμετωπίζει
τον πληθωρισμό και τα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, όχι να
διασώζει τράπεζες ή να
διευκολύνει την
πιστωτική επέκταση.
Ορισμένοι συντηρητικοί
οικονομολόγοι και
χρηματοοικονομικοί
παράγοντες επίσης
στράφηκαν κατά της
Fed.
Σε αυτούς
περιλαμβάνονταν ο Κέβιν
Γουόρς, ο μελλοντικός
πρόεδρος της Fed,
και ο Σκοτ Μπέσεντ,
σημερινός υπουργός
Οικονομικών του Τραμπ.
Κατά την άποψή τους, η
Fed
είχε υπερβεί τον ρόλο
της και παρενέβαινε στη
δημοσιονομική πολιτική
και στις αγορές.
Αυτές οι επικρίσεις
τροφοδότησαν το
ριζοσπαστικοποιημένο
συντηρητικό κίνημα που
έφερε τον Τραμπ στην
εξουσία το 2016. Οι
υποστηρικτές του
MAGA
υιοθετούν δυσπιστία προς
το «βαθύ κράτος» και
προς τις ανεξάρτητες
κρατικές υπηρεσίες,
συμπεριλαμβανομένης της
Fed.
Ο Τραμπ φαίνεται να
αναμένει από τους δικούς
του διορισμένους να
μειώνουν τα επιτόκια
όταν βρίσκεται στην
εξουσία και να τα
αυξάνουν όταν δεν
βρίσκεται. Γι’ αυτό και
αποξενώθηκε από τον
Πάουελ, τον οποίο ο
ίδιος είχε διορίσει το
2017, επειδή δεν
ακολούθησε αυτή τη
γραμμή.
Οι ευρωπαίοι
συντηρητικοί έχουν
επίσης γίνει πιο
επικριτικοί απέναντι
στις κεντρικές τράπεζες,
καθώς ανταγωνίζονται
ολοένα και πιο ισχυρά
ακροδεξιά κόμματα. Το
γερμανικό AfD
ιδρύθηκε από
συντηρητικούς που
αντιτίθεντο στο ευρώ και
ζητούσαν λιτότητα για
την Ελλάδα και άλλες
χώρες της ΕΕ. Το
UKIP
και ο διάδοχός του
Reform
UK
υποστήριξαν την έξοδο
από την ΕΕ και
επιτέθηκαν στην Τράπεζα
της Αγγλίας.
Βεβαίως, οι συντηρητικοί
που υποστηρίζουν την
ανεξαρτησία των
κεντρικών τραπεζών δεν
έχουν εξαφανιστεί. Στις
ΗΠΑ, ορισμένοι
συντηρητικοί δικαστές
του Ανωτάτου Δικαστηρίου
και βουλευτές των
Ρεπουμπλικανών
αντιστάθηκαν στις
επιθέσεις του Τραμπ κατά
της Fed.
Παρομοίως, πολλοί
μετριοπαθείς Ευρωπαίοι
συντηρητικοί
υπερασπίζονται τις
κεντρικές τράπεζες
απέναντι στην ακροδεξιά.
Όμως, μέσα σε ένα κλίμα
αυξανόμενης πόλωσης, ο
διορισμός νομισματικών
αξιωματούχων αναμένεται
να γίνει ολοένα και πιο
συγκρουσιακός.
Ο Γουόρς, από την πλευρά
του, έχει δεσμευτεί να
υπερασπιστεί την
ανεξαρτησία της
Fed.
Το ερώτημα όμως είναι αν
μπορεί να το κάνει χωρίς
να έρθει σε σύγκρουση με
τον Τραμπ, ο οποίος
θεωρεί τα χαμηλά
επιτόκια κρίσιμα για την
οικονομία και για το
πολιτικό διακύβευμα των
ενδιάμεσων εκλογών,
ανεξάρτητα από τις
πληθωριστικές πιέσεις
που προκαλούν οι δασμοί
και ο πόλεμος με το
Ιράν. Αν η Fed
του Γουόρς δεν μειώσει
τα επιτόκια γρήγορα, οι
επιθέσεις του Τραμπ
δύσκολα θα σταματήσουν.
Το ευρύτερο πρόβλημα
είναι ότι οι κεντρικοί
τραπεζίτες δεν μπορούν
πλέον να βασίζονται σε
μια ισχυρή συντηρητική
στήριξη υπέρ της
ανεξαρτησίας τους και
της τεχνοκρατικής
διακυβέρνησης. Στις ΗΠΑ,
ο Τραμπ και το κίνημα
MAGA
έχουν μετατρέψει τη
Fed
σε αποδιοπομπαίο τράγο.
Στην Ευρώπη, πολλοί
συντηρητικοί απορρίπτουν
τις προσεκτικές
προσπάθειες των
κεντρικών τραπεζών να
αντιμετωπίσουν ευρύτερες
πηγές αστάθειας, όπως η
κλιματική αλλαγή,
υποστηρίζοντας ότι
πρέπει να περιοριστούν
αυστηρά στον στόχο της
σταθερότητας των τιμών.
Ακόμη κι αν η Fed
και άλλες κεντρικές
τράπεζες καταφέρουν να
διατηρήσουν την θεσμική
τους ακεραιότητα, οι
κεντρικοί τραπεζίτες δεν
θα μπορέσουν εύκολα να
αποκαταστήσουν τις
σχέσεις τους με μια
ριζοσπαστικοποιημένη
δεξιά χωρίς να υποκύψουν
σε κομματικές
απαιτήσεις. Αν θέλουν να
παραμείνουν αξιόπιστοι
και ανεξάρτητοι, θα
χρειαστούν τόσο
προσωπικό θάρρος όσο και
σταθερούς υπερασπιστές.
Νικόλας Τζάμπκο είναι
καθηγητής Πολιτικής
Επιστήμης στο Johns
Hopkins University και
συγγραφέας του βιβλίου
Technocrats in
Turmoil: The Fed, the
ECB, and the Changing
Politics of Money
(Cambridge University
Press, 2026).
Πηγή: Project Syndicate
|