|
Ωστόσο, οι αναλυτές
επισημαίνουν ότι το
ενεργειακό σοκ εξηγεί
μόνο μέρος της
επιδείνωσης των
προοπτικών. Το υπόλοιπο
αποδίδεται σε χρόνιες
αδυναμίες της γερμανικής
οικονομίας, οι οποίες
περιορίζουν τη
δυνατότητα επιτάχυνσης
της ανάπτυξης. Τα
τελευταία πέντε χρόνια,
η γερμανική οικονομία
αναπτύσσεται με ρυθμούς
σημαντικά χαμηλότερους
από τον μέσο όρο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο
δυνητικός ρυθμός
ανάπτυξης για τα επόμενα
χρόνια εκτιμάται μεταξύ
0% και 0,4% ετησίως.
Ένα από τα σημαντικότερα
προβλήματα αφορά τη
δημογραφική συρρίκνωση.
Ο πληθυσμός σε ηλικία
εργασίας αναμένεται να
μειωθεί δραστικά τις
επόμενες δεκαετίες,
γεγονός που απειλεί τη
διαθεσιμότητα εργατικού
δυναμικού και την
παραγωγική ικανότητα της
οικονομίας. Παράλληλα,
οι ώρες εργασίας ανά
εργαζόμενο στη Γερμανία
παραμένουν από τις
χαμηλότερες μεταξύ των
χωρών του ΟΟΣΑ.
Την ίδια στιγμή, η χώρα
συνεχίζει να υστερεί σε
επενδύσεις και
παραγωγικότητα. Η
περιορισμένη δημόσια και
ιδιωτική επενδυτική
δραστηριότητα θεωρείται
εδώ και χρόνια βασική
αδυναμία της γερμανικής
οικονομίας. Παρότι ο
καγκελάριος
Friedrich
Merz
εγκαταλείπει τη
μακροχρόνια αυστηρή
δημοσιονομική γραμμή
μέσω ενός μεγάλου
επενδυτικού προγράμματος
για υποδομές και άμυνα,
η θετική επίδραση στην
οικονομία εκτιμάται ότι
θα καθυστερήσει.
Ανασταλτικό παράγοντα
αποτελεί και η
εκτεταμένη
γραφειοκρατία. Οι
οικονομικοί σύμβουλοι
της κυβέρνησης
υπολογίζουν ότι το
διοικητικό βάρος για τις
επιχειρήσεις αντιστοιχεί
περίπου στο 1,5% του
ΑΕΠ, γεγονός που
επιβραδύνει επενδύσεις
και μεγάλα έργα.
Υπάρχουν επίσης
ανησυχίες ότι σημαντικό
μέρος των νέων δημόσιων
δαπανών μπορεί να
καθυστερήσει εξαιτίας
πολύπλοκων διαδικασιών
και κανονιστικών
εμποδίων.
Παρά τη γενική
αναγνώριση της ανάγκης
για μεταρρυθμίσεις, ο
κυβερνητικός συνασπισμός
εμφανίζεται διχασμένος
ως προς την κατεύθυνση
που πρέπει να
ακολουθηθεί. Οι
διαφωνίες είναι ήδη
εμφανείς ακόμη και στα
μέτρα αντιμετώπισης του
ενεργειακού κόστους, ενώ
ζητήματα όπως η
μεταρρύθμιση του
συνταξιοδοτικού
θεωρούνται πολιτικά
ιδιαίτερα δύσκολα,
ειδικά σε ένα περιβάλλον
οικονομικής αδυναμίας
και ανόδου του
Alternative
für
Deutschland.
Η τελευταία μεγάλη
μεταρρυθμιστική
προσπάθεια στη χώρα
πραγματοποιήθηκε στις
αρχές της δεκαετίας του
2000 από τον τότε
καγκελάριο
Gerhard
Schröder,
μέσω των μεταρρυθμίσεων
Agenda
2010, οι οποίες
θεωρούνται καθοριστικές
για την ανάκαμψη της
γερμανικής οικονομίας,
αλλά είχαν σημαντικό
πολιτικό κόστος. Η
διάδοχός του,
Angela
Merkel,
απέφυγε αντίστοιχες
βαθιές αλλαγές κατά τη
μακρά θητεία της.
Σήμερα, ο Merz
βρίσκεται μπροστά σε ένα
δύσκολο δίλημμα: είτε να
αναλάβει το πολιτικό
κόστος εκτεταμένων
μεταρρυθμίσεων είτε να
αποδεχθεί τον κίνδυνο
μιας παρατεταμένης
περιόδου οικονομικής
στασιμότητας για τη
μεγαλύτερη οικονομία της
Ευρώπης.
|