|
Υποχώρηση στους βασικούς
δείκτες
ανταγωνιστικότητας
Σύμφωνα με την ανάλυση,
η Ελλάδα εμφανίζει
διαρθρωτικές αδυναμίες
σχεδόν σε όλους τους
βασικούς πυλώνες
ανταγωνιστικότητας.
Στους τρεις από τους
τέσσερις βασικούς
δείκτες του IMD:
Επιχειρηματική
Αποτελεσματικότητα,
Οικονομική
Αποδοτικότητα,
και Κυβερνητική
Αποτελεσματικότητα,
η χώρα κατατάσσεται στην
53η θέση μεταξύ 69
οικονομιών.
Η μεγαλύτερη επιδείνωση
σημειώθηκε στην
Επιχειρηματική
Αποτελεσματικότητα, όπου
η Ελλάδα έχασε εννέα
θέσεις μέσα σε έναν
χρόνο.
Η έκθεση αποδίδει την
πτώση κυρίως:
στο συνεχιζόμενο
brain
drain,
όπου η χώρα βρίσκεται
στην 64η θέση,
αλλά και στις αδυναμίες
των χρηματοοικονομικών
υπηρεσιών, με κατάταξη
61η παγκοσμίως.
Παράλληλα, αν και η
δημοσιονομική εικόνα της
χώρας έχει βελτιωθεί τα
τελευταία χρόνια, αυτή η
σταθεροποίηση δεν έχει
ακόμη μεταφραστεί:
σε χαμηλότερο κόστος
κεφαλαίου,
ούτε σε ουσιαστική
αναβάθμιση των υποδομών.
Στο πεδίο του κόστους
κεφαλαίου η Ελλάδα
κατατάσσεται 60ή, ενώ
στις υποδομές παραμένει
καθηλωμένη στην 40ή θέση
για τρίτη συνεχόμενη
χρονιά.
Η Ελλάδα παραμένει η πιο
πολύπλοκη χώρα για
επιχειρηματική
δραστηριότητα
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
και στον Παγκόσμιο
Δείκτη Επιχειρηματικής
Πολυπλοκότητας (GBCI
2026) της TMF
Group.
Για τρίτη συνεχόμενη
χρονιά, η Ελλάδα
καταγράφεται ως η χώρα
με τη μεγαλύτερη
επιχειρηματική
πολυπλοκότητα
παγκοσμίως.
Οι βασικοί λόγοι είναι:
οι συνεχείς αλλαγές στη
νομοθεσία,
οι συχνές ρυθμιστικές
μεταβολές,
και η αδυναμία
δημιουργίας ενός
σταθερού και προβλέψιμου
επιχειρηματικού
περιβάλλοντος.
Αυξήθηκαν οι επενδύσεις,
αλλά όχι αρκετά
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι
την περίοδο 2021–2025 η
Ελλάδα κατέγραψε
υψηλότερους ρυθμούς
αύξησης επενδύσεων σε
σχέση με τον μέσο όρο
της ΕΕ.
Ο Ακαθάριστος
Σχηματισμός Παγίου
Κεφαλαίου αυξήθηκε:
κατά 21,8% το 2021,
και κατά 21,9% το 2022,
όταν στην ΕΕ-27 οι
αντίστοιχοι ρυθμοί ήταν:
4,1%
και 2,1%.
Ωστόσο, σύμφωνα με το
ΚΕΦΙΜ, η άνοδος αυτή
αντανακλά κυρίως την
αναπλήρωση επενδυτικού
κεφαλαίου που χάθηκε
κατά τη διάρκεια της
οικονομικής κρίσης και
όχι ακόμη μια σταθερή
διαδικασία παραγωγικής
αναβάθμισης συγκρίσιμης
με εκείνη των υπόλοιπων
ευρωπαϊκών οικονομιών.
Οι μεταρρυθμίσεις που
παραμένουν πίσω
Η μελέτη εντοπίζει
σημαντικές καθυστερήσεις
και στην εφαρμογή των
μεταρρυθμίσεων της
Επιτροπής Πισσαρίδη.
Οι μεγαλύτερες
υστερήσεις
καταγράφονται:
στη Δικαιοσύνη,
στην αγορά εργασίας,
και στη χρηματοδότηση
της οικονομίας.
Πρόκειται, σύμφωνα με
την έκθεση, για τομείς
που επηρεάζουν άμεσα τη
δυνατότητα μετατροπής
των επενδύσεων σε
πραγματική βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας.
Η Ευρώπη κινδυνεύει να
μείνει πίσω
Το policy
paper
εξετάζει και τις
ευρωπαϊκές εξελίξεις,
ασκώντας κριτική στη
στρατηγική της ΕΕ.
Όπως σημειώνεται, το νέο
Πολυετές Δημοσιονομικό
Πλαίσιο 2028–2034
αξιοποιεί την Έκθεση
Draghi
για να δικαιολογήσει
ψηφιακές επιδοτήσεις
ύψους 51,5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, το ΚΕΦΙΜ
υποστηρίζει ότι οι
βασικές αιτίες του
προβλήματος
ανταγωνιστικότητας στην
Ευρώπη παραμένουν:
ο κατακερματισμός των
κεφαλαιαγορών,
τα ρυθμιστικά εμπόδια,
και η περιορισμένη
πρόσβαση σε ιδιωτικά
κεφάλαια.
Ρώμπαπας: «Η
σταθεροποίηση δεν αρκεί»
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ,
Νίκος Ρώμπαπας, τόνισε
ότι η ανταγωνιστικότητα
δεν αποτελεί μόνο
οικονομικό δείκτη αλλά
αφορά άμεσα:
την ποιότητα των θέσεων
εργασίας,
τα εισοδήματα,
και τις ευκαιρίες για
τους πολίτες.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα
έχει πετύχει σημαντική
σταθεροποίηση τα
τελευταία χρόνια, όμως
το επόμενο κρίσιμο βήμα
είναι η παραγωγική
αναβάθμιση της
οικονομίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο,
απαιτούνται:
λιγότερη γραφειοκρατία,
καλύτερη πρόσβαση σε
χρηματοδότηση,
ταχύτερη εφαρμογή
μεταρρυθμίσεων,
περισσότερες ιδιωτικές
επενδύσεις,
και ένα πιο φιλικό
περιβάλλον για
επιχειρηματικότητα,
καινοτομία και εργασία.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι
και η Ευρώπη συνολικά
κινδυνεύει να χάσει
έδαφος στον παγκόσμιο
ανταγωνισμό αν
περιοριστεί μόνο σε
πολιτικές επιδοτήσεων
χωρίς βαθύτερες θεσμικές
αλλαγές.
|