|
Σήμερα οι
τηλεπικοινωνιακοί
πάροχοι της Ευρωπαϊκής
Ένωσης υποστηρίζουν
σχεδόν 600 εκατομμύρια
κινητές συνδέσεις, ενώ
περισσότεροι από 370
εκατομμύρια πολίτες
χρησιμοποιούν υπηρεσίες
κινητού διαδικτύου. Το
ποσοστό αυτό αντιστοιχεί
σε πάνω από το 80% του
πληθυσμού της Ένωσης. Η
δυναμική συνεχίζεται,
καθώς έως το 2030 το 86%
των Ευρωπαίων πολιτών
αναμένεται να διαθέτει
συνδρομή κινητού
διαδικτύου, αριθμός που
αντιστοιχεί σε
περισσότερους από 380
εκατομμύρια ανθρώπους.
Παράλληλα, η μετάβαση
στο 5G
επιταχύνεται. Στο τέλος
του 2025, το 43% των
κινητών συνδέσεων στην
Ευρώπη θα βασίζεται σε
δίκτυα πέμπτης γενιάς.
Μέχρι το 2030, το
ποσοστό αυτό προβλέπεται
να εκτοξευθεί στο 88%,
δηλαδή σχεδόν 530
εκατομμύρια συνδέσεις.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές
χώρες η διείσδυση του 5G
αναμένεται να ξεπεράσει
το 90%, επιβεβαιώνοντας
ότι η τεχνολογία θα
αποτελέσει τη
ραχοκοκαλιά της ψηφιακής
οικονομίας της επόμενης
δεκαετίας.
Η ανάπτυξη αυτή, ωστόσο,
προϋποθέτει τεράστιες
επενδύσεις. Η
GSMA
Intelligence
υπολογίζει ότι οι
ευρωπαϊκοί
τηλεπικοινωνιακοί
πάροχοι θα επενδύσουν
περίπου 270 δισ. ευρώ
την περίοδο 2026-2036
μόνο για τη συντήρηση,
αναβάθμιση και
αντικατάσταση του
υπάρχοντος τεχνολογικού
εξοπλισμού. Το ποσό αυτό
θεωρείται επαρκές για να
διασφαλίσει τη
λειτουργία των δικτύων
και τη σταδιακή
αναβάθμισή τους.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη
μελέτη, τα 270 δισ. ευρώ
δεν αρκούν εάν η Ευρώπη
θέλει να ανακτήσει
ηγετικό ρόλο στην
παγκόσμια αγορά κινητών
επικοινωνιών. Για να
συμβεί αυτό απαιτούνται
επιπλέον επενδύσεις
ύψους περίπου 200 δισ.
ευρώ, ανεβάζοντας το
συνολικό επενδυτικό
πακέτο στα 475 δισ. ευρώ
μέσα στην επόμενη
δεκαετία.
Από τα επιπλέον αυτά
κεφάλαια, 35 δισ. ευρώ
θα πρέπει να
κατευθυνθούν στην
επέκταση της κάλυψης 5G
σε όλες τις κατοικημένες
περιοχές της Ευρώπης. Η
επένδυση περιλαμβάνει
την αναβάθμιση των
δικτύων πρόσβασης, την
αύξηση της χωρητικότητας
όπου απαιτείται, καθώς
και την ανάπτυξη
αυτόνομων πυρήνων
δικτύου 5G
(5G
Standalone).
Στο σχεδιασμό
προβλέπεται επίσης η
αξιοποίηση δορυφορικών
τεχνολογιών για τη
σύνδεση απομακρυσμένων
και αγροτικών περιοχών.
Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο
είναι η ανθεκτικότητα
των δικτύων. Για τη
θωράκιση των κρίσιμων
υποδομών κινητών
επικοινωνιών εκτιμάται
ότι απαιτούνται 38 δισ.
ευρώ. Τα κεφάλαια αυτά
θα κατευθυνθούν στην
επέκταση της διάρκειας
λειτουργίας των
μπαταριών στους σταθμούς
βάσης, στη χρήση
δορυφορικών συνδέσεων ως
εναλλακτικών διαδρομών
επικοινωνίας, στην
αξιοποίηση γεννητριών
και στην περαιτέρω
ενίσχυση της
κυβερνοασφάλειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
αποκτά και η τεχνητή
νοημοσύνη. Η GSMA
υπολογίζει ότι οι
πάροχοι θα χρειαστεί να
επενδύσουν επιπλέον 28
δισ. ευρώ για τη
δημιουργία δικτύων
έτοιμων να υποστηρίξουν
εφαρμογές AI.
Οι επενδύσεις αυτές
αναμένεται να συμβάλουν
στη μείωση του
λειτουργικού κόστους
μέσω της αυτοματοποίησης
των δικτύων, της
καλύτερης αξιοποίησης
των πόρων και της
βελτίωσης της
ενεργειακής απόδοσης.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι
θα δημιουργήσουν νέες
πηγές εσόδων, κυρίως
στον τομέα των
επιχειρηματικών
υπηρεσιών.
Το μεγαλύτερο μέρος των
πρόσθετων επενδύσεων
αφορά τις μεταφορές. Η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει
θέσει ως στόχο την πλήρη
κάλυψη των βασικών
διαδρόμων μεταφορών με
δίκτυα 5G.
Για την επίτευξη αυτού
του στόχου απαιτούνται
επενδύσεις ύψους 104
δισ. ευρώ στα δίκτυα
πρόσβασης κινητών
επικοινωνιών. Η έμφαση
δίνεται σε οδικούς
άξονες, σιδηροδρομικά
δίκτυα και βασικούς
διαδρόμους μετακίνησης,
ώστε να υποστηριχθούν οι
μελλοντικές εφαρμογές
συνδεδεμένων μεταφορών
και έξυπνης
κινητικότητας.
Η GSMA
επισημαίνει επίσης ότι η
Ευρώπη βρίσκεται μπροστά
σε μια νέα συζήτηση για
την ψηφιακή κυριαρχία. Η
ανάπτυξη εφαρμογών
τεχνητής νοημοσύνης και
υπηρεσιών cloud
δημιουργεί νέες
απαιτήσεις για ασφαλείς
και αξιόπιστες υποδομές.
Οι τηλεπικοινωνιακοί
πάροχοι θεωρούνται ότι
διαθέτουν σημαντικά
πλεονεκτήματα λόγω της
εμπειρίας τους στη
διαχείριση κρίσιμων
εθνικών υποδομών και της
λειτουργίας τους σε
αυστηρά ρυθμιζόμενα
περιβάλλοντα
Τα στοιχεία της
GSMA
αποτυπώνουν μια
πραγματικότητα που
δύσκολα αμφισβητείται:
οι κινητές επικοινωνίες
αποτελούν πλέον βασικό
παράγοντα οικονομικής
ανάπτυξης,
παραγωγικότητας και
ανταγωνιστικότητας. Το
ερώτημα που τίθεται για
την Ευρώπη δεν είναι αν
πρέπει να επενδύσει,
αλλά αν θα μπορέσει να
δημιουργήσει τις
κατάλληλες συνθήκες ώστε
να υλοποιηθούν οι
επενδύσεις των 475 δισ.
ευρώ που απαιτούνται για
να παραμείνει
ανταγωνιστική απέναντι
στη Βόρεια Αμερική και
την Ανατολική Ασία στη
νέα ψηφιακή εποχή.
|