|
Η Ευρώπη αισθάνεται ότι
βρίσκεται ανάμεσα στις
συμπληγάδες των ΗΠΑ και
της Κίνας. Οι Ηνωμένες
Πολιτείες μπορεί να
διατηρούν ένα μικρό
προβάδισμα έναντι της
Κίνας στην τεχνητή
νοημοσύνη και σε άλλες
τεχνολογίες αιχμής, όμως
η Κίνα καλύπτει γρήγορα
την απόσταση. Ήδη
αποτελεί την κορυφαία
χώρα παγκοσμίως ως προς
τις διεθνείς αιτήσεις
διπλωμάτων
ευρεσιτεχνίας, με το
μερίδιό της να αυξάνεται
από 3% το 2000 σε 33% το
2022. Την ίδια περίοδο,
το μερίδιο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
υποχώρησε από 30% σε
16%.
Δεν προκαλεί έκπληξη,
επομένως, το γεγονός ότι
μεγάλο μέρος της
ευρωπαϊκής συζήτησης
περιστρέφεται γύρω από
την ανάγκη να μιμηθεί
και να προλάβει τις δύο
τεχνολογικές
υπερδυνάμεις. Στην
πραγματικότητα, όμως,
ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα
προσφέρουν ένα κατάλληλο
ή ελκυστικό πρότυπο για
την Ευρώπη.
Είναι αλήθεια ότι το
μοντέλο καινοτομίας της
Silicon
Valley,
το οποίο στηρίζεται σε
μια μεγάλη δεξαμενή
κεφαλαίων
επιχειρηματικών
συμμετοχών και σε
ισχυρούς δεσμούς με την
ακαδημαϊκή έρευνα,
διαθέτει σημαντικά
πλεονεκτήματα. Σε αυτό
οφείλονται οι
περισσότερες από τις
βασικές καινοτομίες της
ψηφιακής εποχής. Ωστόσο,
το συγκεκριμένο μοντέλο
αποτυγχάνει σε μεγάλο
βαθμό να διαχέει τα
οφέλη της καινοτομίας σε
ολόκληρη την οικονομία,
κάτι που έχει
καθοριστική σημασία για
τη συνολική
παραγωγικότητα.
Η καινοτομία δεν οδηγεί
αυτομάτως σε υψηλότερη
παραγωγικότητα, εάν δεν
ενισχύει τις δυνατότητες
ευρύτερων τμημάτων της
κοινωνίας,
συμπεριλαμβανομένων των
εργαζομένων και των
μικρών επιχειρήσεων. Γι'
αυτό και οι περίοδοι
έντονης καινοτομίας δεν
συμπίπτουν κατ' ανάγκη
με περιόδους ισχυρής
αύξησης της
παραγωγικότητας.
Στις ίδιες τις ΗΠΑ, η
αύξηση της
παραγωγικότητας της
εργασίας επιβραδύνθηκε
αισθητά μετά τις
πετρελαϊκές κρίσεις της
δεκαετίας του 1970, παρά
την έλευση της ψηφιακής
εποχής και τη μαζική
εξάπλωση των
ηλεκτρονικών υπολογιστών
τη δεκαετία του 1980. Η
δεκαετία πριν από την
πανδημία COVID-19
κατέγραψε τον χαμηλότερο
ρυθμό αύξησης της
παραγωγικότητας στις ΗΠΑ
από το τέλος του Β'
Παγκοσμίου Πολέμου,
παρότι δεν υπήρχε
εμφανής επιβράδυνση της
καινοτομίας.
Οι αδυναμίες αυτές δεν
αποτυπώνονται μόνο στα
μακροοικονομικά
στοιχεία. Το αμερικανικό
μοντέλο έχει οδηγήσει σε
εξαιρετικά συγκεντρωμένο
πλούτο και οικονομική
ισχύ, φαινόμενα που
βρίσκονται πλέον στη
ρίζα της πολιτικής
δυσλειτουργίας και της
πόλωσης στις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Από την άλλη πλευρά, η
αύξηση της
παραγωγικότητας στην
Κίνα εξακολουθεί να
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από τη μεταποίηση.
Η χώρα έχει αναδειχθεί
σε πρωταγωνιστή στους
τομείς των ηλεκτρικών
μηχανών, των
ηλεκτρονικών, των
φωτοβολταϊκών προϊόντων,
των ηλεκτρικών οχημάτων
και των μπαταριών. Είναι
αλήθεια ότι η μεταποίηση
διαδραμάτισε παραδοσιακά
καθοριστικό ρόλο τόσο
στην καινοτομία όσο και
στην απασχόληση, όπως
αποδεικνύει και η ίδια η
ευρωπαϊκή ιστορία.
Ωστόσο, στο μέλλον θα
έχει αναγκαστικά
περιορισμένο ρόλο στην
Ευρώπη.
Άλλωστε, οι θέσεις
εργασίας και η
οικονομική δραστηριότητα
στην Ευρώπη είναι ήδη
συγκεντρωμένες σε μεγάλο
βαθμό στις υπηρεσίες και
αυτή η τάση θα
συνεχιστεί. Θα ήταν
λάθος να επιχειρήσει η
Ευρώπη να αντιγράψει την
εμπορική και βιομηχανική
πολιτική της Κίνας,
προκειμένου να
αναζωογονήσει τις
μεταποιητικές
επιχειρήσεις της, με
εξαίρεση τις περιπτώσεις
όπου υπαγορεύονται
παρεμβάσεις από λόγους
εθνικής ασφάλειας.
Η αύξηση της
παραγωγικότητας στις
υπηρεσίες θέτει εντελώς
διαφορετικές προκλήσεις
για την οικονομική
πολιτική. Η Ευρώπη δεν
μπορεί ούτε πρέπει να
ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και
την Κίνα με τους δικούς
τους όρους. Δεν έχει
άλλη επιλογή από το να
αναπτύξει ένα δικό της,
διακριτό παραγωγικό
μοντέλο, προσαρμοσμένο
στις ανάγκες και στις
ιδιαιτερότητές της. Το
κλειδί για την ενίσχυση
της ευρωπαϊκής
παραγωγικότητας θα είναι
η αξιοποίηση και η
διάδοση τεχνολογικών και
οργανωτικών καινοτομιών
σε ολόκληρη την
οικονομία, ανεξάρτητα
από το πού αναπτύσσονται
αρχικά.
Ας εξετάσουμε ορισμένα
παραδείγματα. Η κινητή
τηλεφωνία και τα φορητά
τηλέφωνα αναπτύχθηκαν
αρχικά στις ΗΠΑ. Ωστόσο,
η Ευρώπη προηγήθηκε
σημαντικά στην ευρεία
υιοθέτησή τους και
καθιέρωσε το πρότυπο
GSM
(Global
System
for
Mobile
Communications),
το οποίο βοήθησε
ευρωπαϊκές εταιρείες,
όπως η Nokia
και η Ericsson,
να κυριαρχήσουν στις
παγκόσμιες αγορές μέχρι
την επικράτηση των
έξυπνων κινητών
τηλεφώνων.
Αντίστοιχα, οι πυρηνικοί
αντιδραστήρες
αναπτύχθηκαν στις ΗΠΑ
και στο Ηνωμένο
Βασίλειο, αλλά ήταν η
Γαλλία εκείνη που τους
ανέδειξε σε κυρίαρχη
πηγή ηλεκτροπαραγωγής.
Τα βιομηχανικά ρομπότ
και οι μηχανές
αριθμητικού ελέγχου
αναπτύχθηκαν στις ΗΠΑ,
όμως η Γερμανία και η
Ιαπωνία ήταν οι χώρες
όπου τα εργοστάσια
αξιοποίησαν αυτές τις
τεχνολογίες με τον
αποτελεσματικότερο
τρόπο.
Υπάρχουν, βεβαίως, πολλά
παραδείγματα προς την
αντίθετη κατεύθυνση. Ο
κινητήρας εσωτερικής
καύσης, ο Παγκόσμιος
Ιστός (World
Wide
Web)
και η ανεμογεννήτρια
εφευρέθηκαν στην Ευρώπη,
αλλά ήταν οι ΗΠΑ και η
Κίνα που αξιοποίησαν
περισσότερο τις
δυνατότητές τους. Η
Ευρώπη δεν κατάφερε να
μετατρέψει το αρχικό της
προβάδισμα στην
τεχνολογία των φορητών
τηλεφώνων σε εμπορική
επιτυχία στην αγορά των
έξυπνων κινητών. Η
ολλανδική ASML
είναι παγκόσμιος ηγέτης
στα μηχανήματα
φωτολιθογραφίας, αλλά η
Ευρώπη υστερεί σημαντικά
στην παγκόσμια αγορά
ημιαγωγών, η αξία της
οποίας ξεπερνά το 1
τρισ. δολάρια και στην
οποία παράγονται τα τσιπ
που κατασκευάζονται με
τη χρήση αυτών των
μηχανημάτων.
Η έμφαση στα
αποτελέσματα που
προκύπτουν μετά την
ανάπτυξη μιας
καινοτομίας προσφέρει
μια νέα οπτική για την
πρόκληση της
παραγωγικότητας στην
Ευρώπη. Υποδεικνύει μια
κάπως διαφορετική
κατεύθυνση από τη
σημερινή εμμονή με τις
νεοφυείς επιχειρήσεις,
τους μεγάλους
τεχνολογικούς ομίλους,
την ενοποίηση των
κεφαλαιαγορών και την
παγκόσμια
ανταγωνιστικότητα.
Όπως δείχνει πρόσφατη
έκθεση της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, τα εμπόδια —στη
χρηματοδότηση, στην
ανάπτυξη επαρκούς
μεγέθους, στη ρύθμιση
και στις οργανωτικές
αλλαγές— διαφέρουν
ανάλογα με τη
δραστηριότητα και δεν
μπορούν να
προσδιοριστούν εκ των
προτέρων με ενιαίο
τρόπο. Οι λύσεις που
χρειάζεται η Ευρώπη
προσεγγίζουν περισσότερο
μια μορφή «βιομηχανικής»
πολιτικής, βασισμένης
στη συνεργασία δημόσιου
και ιδιωτικού τομέα, η
οποία θα εντοπίζει και
θα αίρει τα καθοριστικά
εμπόδια στην
αποτελεσματική
αξιοποίηση συγκεκριμένων
τεχνολογιών.
Αντί να δίνει
προτεραιότητα στην
καινοτομία αυτή καθαυτή,
μια διακριτά ευρωπαϊκή
προσέγγιση θα έδινε
έμφαση στην υιοθέτηση
και στη διάδοση των νέων
τεχνολογιών. Η εφαρμογή
οργανωτικών και
τεχνολογικών καινοτομιών
θα έχει ιδιαίτερη
σημασία σε τομείς
υπηρεσιών όπως το
λιανεμπόριο, η εργασία
μέσω ψηφιακών
πλατφορμών, η φιλοξενία
και η φροντίδα, όπου θα
συγκεντρώνεται το
μεγαλύτερο μέρος των
θέσεων εργασίας.
Καθώς οι περισσότερες
από αυτές τις
δραστηριότητες δεν
εκτίθενται άμεσα στον
διεθνή ανταγωνισμό, η
ανταγωνιστικότητα δεν
αποτελεί το κατάλληλο
βασικό κριτήριο για τη
διαμόρφωση των αναγκαίων
πολιτικών.
Η υστέρηση της Ευρώπης
στην τεχνητή νοημοσύνη
εγείρει δύσκολα
ερωτήματα, αλλά δεν
αλλάζει τη φύση της
λύσης. Οι επενδύσεις σε
κέντρα δεδομένων και
υπολογιστική ισχύ είναι
εξαιρετικά δαπανηρές,
ενώ το μεγαλύτερο μέρος
των οφελών θα προκύψει
από τη χρήση της
τεχνητής νοημοσύνης, η
οποία μπορεί να
πραγματοποιηθεί
οπουδήποτε υπάρχει
πρόσβαση στο
υπολογιστικό νέφος (cloud).
Για λόγους εθνικής
ασφάλειας, η Ευρώπη
μπορεί να επιδιώξει να
αποφύγει την υπερβολική
εξάρτηση από τις ΗΠΑ ή
την Κίνα. Ωστόσο, εφόσον
οι χρήστες τεχνητής
νοημοσύνης δεν
αποκλείονται από την
πρόσβαση στα κέντρα
δεδομένων, τα οφέλη για
την παραγωγικότητα θα
εξαρτώνται λιγότερο από
το πού βρίσκεται η
υπολογιστική ισχύς και
περισσότερο από το κατά
πόσο η τεχνολογία
αξιοποιείται με τον
κατάλληλο τρόπο.
Τέλος, η διάδοση των
καινοτομιών στα επόμενα
στάδια της οικονομικής
δραστηριότητας έχει ένα
ακόμη πλεονέκτημα:
συνάδει περισσότερο με
το ίδιο το ευρωπαϊκό
μοντέλο της κοινωνικής
οικονομίας της αγοράς.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ,
η ευρωπαϊκή προσέγγιση
θα πρέπει να επιδιώκει
να θέτει την τεχνολογία
στην υπηρεσία των
ανθρώπων και όχι τους
ανθρώπους στην υπηρεσία
της τεχνολογίας.
Ο Dani
Rodrik
είναι καθηγητής Διεθνούς
Πολιτικής Οικονομίας στη
Σχολή Διακυβέρνησης
Kennedy
του Πανεπιστημίου
Harvard,
πρώην πρόεδρος της
Διεθνούς Οικονομικής
Ένωσης και συγγραφέας
του βιβλίου
Shared
Prosperity
in
a
Fractured
World:
A
New
Economics
for
the
Middle
Class,
the
Global
Poor,
and
Our
Climate
(Princeton
University
Press,
2025).
Πηγή: Project
Syndicate
|