|
Το πραγματικό ΑΕΠ,
προσαρμοσμένο για τον
πληθωρισμό, αυξήθηκε με
ετησιοποιημένο εποχικά
προσαρμοσμένο ρυθμό 2,1%
το πρώτο τρίμηνο του
έτους. Για το δεύτερο
τρίμηνο, η προκαταρκτική
εκτίμηση του
Bureau
of
Economic
Analysis
τοποθετεί την ανάπτυξη
στο 1,5%.
Και οι δύο ρυθμοί
κινούνται κοντά στον
μακροπρόθεσμο δυνητικό
ρυθμό ανάπτυξης της
αμερικανικής οικονομίας,
τον οποίο η
Federal
Reserve
υπολογίζει περίπου στο
2%.
Γιατί η αμερικανική
οικονομία έχει
αποδειχθεί τόσο
ανθεκτική
Το τελευταίο διάστημα η
αμερικανική οικονομία
έχει βρεθεί αντιμέτωπη
με έναν εξαιρετικά
μεγάλο αριθμό αρνητικών
παραγόντων.
Από τους δασμούς της
«Ημέρας Απελευθέρωσης»
του Απριλίου 2025 και τη
συνεχιζόμενη αβεβαιότητα
για την εμπορική
πολιτική, μέχρι τις
συνεχείς επιθέσεις του
Donald
Trump
εναντίον της
Federal
Reserve.
Από την επιδείνωση των
σχέσεων ΗΠΑ και Κίνας, η
οποία έχει περιορίσει το
διμερές εμπόριο και τις
επενδύσεις, έως τον
πόλεμο στη Μέση Ανατολή,
τις διαταραχές στη
λειτουργία των Στενών
του Ορμούζ και την
εκτίναξη των τιμών του
πετρελαίου.
Παράλληλα, ο πόλεμος
Ρωσίας-Ουκρανίας έχει
επηρεάσει σημαντικά τις
ρωσικές ενεργειακές
προμήθειες και τη
δυναμικότητα διύλισης,
ενώ οι παγκόσμιες αγορές
ομολόγων, μετοχών και
συναλλάγματος έχουν
δεχθεί αλλεπάλληλες
αναταράξεις.
Παρά το συγκεκριμένο
περιβάλλον, η
αμερικανική οικονομία
δεν έχει εκτροχιαστεί.
Ένας από τους λόγους
είναι ότι το τελικό
αποτέλεσμα των δασμών
αποδείχθηκε πολύ
ηπιότερο από αυτό που
αρχικά φοβούνταν οι
αγορές. Οι δασμοί της
«Ημέρας Απελευθέρωσης»
έφτασαν σε ορισμένες
περιπτώσεις έως και το
50%, όμως στη συνέχεια η
αμερικανική κυβέρνηση
προχώρησε σε σειρά
εξαιρέσεων, απαλλαγών
και αναστροφών.
Ως αποτέλεσμα, ο
πραγματικός μέσος
δασμολογικός συντελεστής
των ΗΠΑ εκτιμάται ότι
κινήθηκε περίπου στο
10%-15% κατά το
τελευταίο έτος.
Πρόκειται αναμφίβολα για
επιβάρυνση της
οικονομίας, αλλά όχι για
ένα επίπεδο που από μόνο
του αρκεί ώστε να
προκαλέσει σοβαρή
οικονομική συρρίκνωση.
Επιπλέον, η αμερικανική
οικονομία είναι σχετικά
λιγότερο εκτεθειμένη στο
διεθνές εμπόριο σε σχέση
με πολλές άλλες μεγάλες
οικονομίες. Οι εισαγωγές
αντιστοιχούν περίπου στο
14% του ΑΕΠ, γεγονός που
σημαίνει ότι η επίδραση
των εμπορικών
περιορισμών είναι εκ των
πραγμάτων μικρότερη από
εκείνη που θα
καταγραφόταν σε μια πολύ
πιο ανοικτή οικονομία.
Η Κίνα έχει ήδη μειώσει
την εξάρτηση της
αμερικανικής οικονομίας
Ανάλογη είναι η εικόνα
και στο μέτωπο των
αμερικανοκινεζικών
σχέσεων.
Το ποσοστό των
αμερικανικών εισαγωγών
που προέρχονται από την
Κίνα έχει πλέον
περιοριστεί περίπου στο
7%. Πρόκειται για μια
εντυπωσιακή μεταβολή σε
σχέση με το παρελθόν,
καθώς μέσα στη δεκαετία
έως το 2024 το
αντίστοιχο ποσοστό είχε
ήδη μειωθεί από πάνω από
20% σε κάτω από 14%.
Παράλληλα, οι κινεζικές
άμεσες επενδύσεις στις
ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά
καταρρεύσει. Από
περισσότερα από 100 δισ.
δολάρια στο αποκορύφωμά
τους το 2016, έχουν
πλέον περιοριστεί σε
ελάχιστα επίπεδα.
Ωστόσο, η αμερικανική
οικονομία έχει καταφέρει
σε σημαντικό βαθμό να
απορροφήσει αυτές τις
αλλαγές. Ένας λόγος
είναι η ανακατεύθυνση
μέρους των κινεζικών
εξαγωγών μέσω χωρών όπως
το Βιετνάμ και το
Μεξικό. Παράλληλα, οι
ΗΠΑ συνεχίζουν να
προσελκύουν σημαντικές
άμεσες ξένες επενδύσεις
από άλλες οικονομίες, με
τη Γερμανία και την
Ιαπωνία να αποτελούν
χαρακτηριστικά
παραδείγματα.
Το ενεργειακό σοκ δεν
έχει ακόμη προκαλέσει
σοβαρό πλήγμα
Ένας ακόμη μεγάλος
κίνδυνος είναι η
ενεργειακή κρίση.
Οι τιμές των συμβολαίων
μελλοντικής εκπλήρωσης
του αργού πετρελαίου
αυξήθηκαν από περίπου 60
δολάρια το βαρέλι στην
αρχή του έτους σε
επίπεδα άνω των 100
δολαρίων. Στη συνέχεια
υποχώρησαν περίπου στα
80 δολάρια, παραμένοντας
όμως ιδιαίτερα ευάλωτες
στις εξελίξεις γύρω από
την επαναλειτουργία των
Στενών του Ορμούζ.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία
έχει η πορεία του
crack
spread,
δηλαδή της διαφοράς
μεταξύ της τιμής του
αργού πετρελαίου και των
τιμών των διυλισμένων
προϊόντων. Το
συγκεκριμένο περιθώριο
έχει τριπλασιαστεί από
την αρχή του έτους,
καθώς τα αμερικανικά
διυλιστήρια βρέθηκαν
αντιμέτωπα με απότομες
αλλαγές στις διαθέσιμες
προμήθειες αργού.
Παρά την ένταση του
ενεργειακού σοκ, η
επίδραση στην
αμερικανική οικονομία
έχει μέχρι στιγμής
παραμείνει σχετικά
περιορισμένη.
Ένας βασικός λόγος είναι
ότι η αμερικανική
οικονομία έχει
μεταβληθεί σημαντικά τις
τελευταίες δεκαετίες. Η
οικονομική δραστηριότητα
έχει μετατοπιστεί σε
μεγαλύτερο βαθμό προς
τις υπηρεσίες, με
αποτέλεσμα η οικονομία
να είναι λιγότερο
ενεργοβόρα σε σχέση με
το παρελθόν.
Η τεχνητή νοημοσύνη
λειτουργεί ως ισχυρό
αντίβαρο
Εκεί όπου τα γεωπολιτικά
και ενεργειακά σοκ
δημιουργούν πιέσεις,
έρχεται να λειτουργήσει
ως αντίβαρο ο
επενδυτικός κύκλος της
τεχνητής νοημοσύνης.
Οι επενδύσεις σε
data
centers,
λογισμικό, υποδομές και
έρευνα και ανάπτυξη
έχουν αποκτήσει τεράστια
δυναμική και αποτελούν
πλέον έναν από τους
βασικούς κινητήρες της
αμερικανικής οικονομίας.
Παράλληλα, η ισχυρή
χρηματιστηριακή αγορά
έχει στηρίξει την
καταναλωτική δαπάνη,
καθώς η άνοδος των τιμών
των περιουσιακών
στοιχείων ενισχύει τον
πλούτο των νοικοκυριών
και, κατ’ επέκταση, την
προθυμία τους να
καταναλώνουν.
Με αυτόν τον τρόπο έχει
δημιουργηθεί ένας
ιδιόμορφος μηχανισμός
αντιστάθμισης: οι
εξωτερικοί κραδασμοί
περιορίζουν μέρος της
ανάπτυξης, αλλά οι
επενδύσεις στην
τεχνολογία και η
κατανάλωση λειτουργούν
ως ισχυρό αντίβαρο.
Τι θα μπορούσε να
ανατρέψει την εικόνα
Το γεγονός ότι η
αμερικανική οικονομία
έχει αντέξει μέχρι
σήμερα δεν σημαίνει ότι
είναι απρόσβλητη.
Στην πραγματικότητα,
αρκετοί από τους
κινδύνους που έχουν
περιοριστεί προσωρινά
παραμένουν ενεργοί.
Οι δικαστικές αποφάσεις
που ακυρώνουν μέρος των
δασμών δεν εξαλείφουν
την απειλή μιας νέας
εμπορικής κλιμάκωσης. Η
κυβέρνηση Trump
εξακολουθεί να
χρησιμοποιεί τους
δασμούς ως εργαλείο
πίεσης και
διαπραγμάτευσης, ακόμη
και σε ζητήματα που δεν
σχετίζονται άμεσα με το
εμπόριο.
Την ίδια στιγμή, οι
προοπτικές για την πλήρη
επαναλειτουργία των
Στενών του Ορμούζ
παραμένουν αβέβαιες, ενώ
οι σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας
εμφανίζουν εκ νέου
σημάδια έντασης. Η Κίνα
έχει ήδη επιβάλει
εμπορικούς περιορισμούς
σε δεκάδες αμερικανικές
οντότητες, ενόψει και
της επικείμενης
επίσκεψης του προέδρου
Xi
Jinping
στις ΗΠΑ.
Το ενδεχόμενο περαιτέρω
κλιμάκωσης δεν μπορεί
συνεπώς να αποκλειστεί.
Το πετρέλαιο και τα
στρατηγικά αποθέματα
αποτελούν κρίσιμο
παράγοντα
Η κατάσταση στην αγορά
πετρελαίου δημιουργεί
έναν ακόμη σημαντικό
κίνδυνο.
Η άνοδος των τιμών έχει
μέχρι στιγμής μετριαστεί
εν μέρει από τις
αποδεσμεύσεις
στρατηγικών αποθεμάτων
από την Κίνα και τις
ΗΠΑ. Όμως το
Strategic
Petroleum
Reserve
των ΗΠΑ βρίσκεται ήδη
στο χαμηλότερο επίπεδο
περίπου 45 ετών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό
είναι ότι ένα σημαντικό
μέρος των αποθεμάτων που
απομένουν δεν μπορεί να
αντληθεί άμεσα χωρίς να
δημιουργηθούν τεχνικά
προβλήματα στις υπόγειες
εγκαταστάσεις
αποθήκευσης.
Αυτό σημαίνει ότι σε
περίπτωση ενός νέου και
παρατεταμένου
ενεργειακού σοκ, το
περιθώριο αντίδρασης της
αμερικανικής κυβέρνησης
θα είναι σαφώς
μικρότερο.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
ίσως βρίσκεται στις
αγορές
Πέρα όμως από το
πετρέλαιο, τους δασμούς
και τη γεωπολιτική, ο
μεγαλύτερος κίνδυνος για
την αμερικανική
οικονομία μπορεί τελικά
να προέλθει από το ίδιο
το χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Η συνύπαρξη υψηλών
αποτιμήσεων στις μετοχές
και αυξημένων
μακροπρόθεσμων επιτοκίων
αποτελεί ιστορικά έναν
ιδιαίτερα επικίνδυνο
συνδυασμό.
Η αμφισβήτηση της
πραγματικής απόδοσης των
τεράστιων επενδύσεων
στην τεχνητή νοημοσύνη
μπορεί να προκαλέσει
απότομες διορθώσεις στις
μετοχές των εταιρειών
που έχουν
πρωταγωνιστήσει στο
AI
rally.
Ο κίνδυνος γίνεται ακόμη
μεγαλύτερος όταν μέρος
των επενδύσεων
χρηματοδοτείται μέσω
δανεισμού, καθώς η
άνοδος του κόστους
χρήματος περιορίζει τις
αποδόσεις των επενδύσεων
και αυξάνει την πίεση
στους ισολογισμούς.
Μια παρατεταμένη πτώση
των μετοχών θα μπορούσε
να επηρεάσει άμεσα και
την κατανάλωση, μέσω της
μείωσης του πλούτου των
νοικοκυριών.
Ταυτόχρονα, όταν οι
επενδυτές έχουν
συγκεντρωμένες θέσεις
στους ίδιους δημοφιλείς
κλάδους, μια απότομη
αλλαγή του επενδυτικού
κλίματος μπορεί να
προκαλέσει πολύ
μεγαλύτερες απώλειες,
ιδιαίτερα όταν
χρησιμοποιείται
μόχλευση.
Οι επιπτώσεις δεν
περιορίζονται τότε στις
αγορές μετοχών. Οι
τράπεζες και οι
υπόλοιποι πιστωτικοί
φορείς που έχουν
χρηματοδοτήσει τις
συγκεκριμένες επενδύσεις
μπορούν επίσης να
βρεθούν αντιμέτωποι με
σημαντικές πιέσεις.
Η ιστορία δείχνει ότι
δεν οδηγεί κάθε
χρηματοπιστωτική
αναταραχή σε ύφεση.
Ωστόσο, οι μεγάλες
χρηματοπιστωτικές
ανατροπές παραμένουν
ένας από τους
ισχυρότερους πρόδρομους
δείκτες οικονομικής
ύφεσης.
Η αμερικανική οικονομία
έχει αποδείξει μέχρι
σήμερα ότι μπορεί να
απορροφά διαδοχικά σοκ
χωρίς να χάνει τον ρυθμό
της. Οι δασμοί, η
γεωπολιτική, η
ενεργειακή κρίση και οι
εντάσεις με την Κίνα
έχουν μέχρι στιγμής
αντισταθμιστεί από τη
δύναμη της κατανάλωσης,
τις επενδύσεις στην
τεχνητή νοημοσύνη και τη
σχετικά χαμηλή εξάρτηση
της οικονομίας από το
διεθνές εμπόριο.
Όμως η ανθεκτικότητα
αυτή δεν είναι δεδομένη.
Εάν οι γεωπολιτικές
εντάσεις κλιμακωθούν
ταυτόχρονα με μια νέα
ενεργειακή κρίση και μια
απότομη διόρθωση στις
υπερτιμημένες αγορές, οι
μηχανισμοί που σήμερα
στηρίζουν την ανάπτυξη
θα μπορούσαν να
μετατραπούν στους ίδιους
παράγοντες που θα
επιταχύνουν την
επιβράδυνση.
Το μεγάλο στοίχημα για
την αμερικανική
οικονομία δεν είναι
επομένως να αποδείξει
ότι μπορεί να αντέξει
ένα ακόμη σοκ. Είναι να
μην χρειαστεί να
αντιμετωπίσει όλα τα σοκ
ταυτόχρονα.
|