|
Το χρέος των 40 τρισ.
δολαρίων
Η μεγαλύτερη ίσως
πρόκληση αφορά τα
δημόσια οικονομικά. Το
αμερικανικό χρέος έσπασε
το φράγμα των 40
τρισ. δολαρίων,
καταγράφοντας μία από
τις ταχύτερες αυξήσεις
της σύγχρονης ιστορίας
εκτός της περιόδου της
πανδημίας.
Παράλληλα, το
δημοσιονομικό έλλειμμα
διαμορφώθηκε στο
5,8% του ΑΕΠ το 2025,
από 6,4% το 2024. Η
βελτίωση, ωστόσο,
θεωρείται εύθραυστη,
καθώς οι φορολογικές
ελαφρύνσεις της
κυβέρνησης Τραμπ
αναμένεται να
επιβαρύνουν εκ νέου τα
δημόσια οικονομικά τα
επόμενα χρόνια.
Η αύξηση των αναγκών
χρηματοδότησης έχει
αρχίσει να προκαλεί
ανησυχία στις αγορές
ομολόγων. Οι επενδυτές
απαιτούν υψηλότερες
αποδόσεις για να
διακρατούν μακροπρόθεσμο
αμερικανικό χρέος,
γεγονός που αυξάνει το
κόστος εξυπηρέτησης του
ήδη τεράστιου κρατικού
δανεισμού.
Ο υπουργός Οικονομικών,
Σκοτ Μπέσεντ, επιχείρησε
να καθησυχάσει τις
αγορές ανακοινώνοντας
σχέδιο σημαντικής
αύξησης των αγορών
μακροπρόθεσμων ομολόγων,
σε συνδυασμό με μέτρα
για τη συγκράτηση του
ελλείμματος.
Η παρέμβαση, ωστόσο, δεν
κατάφερε να οδηγήσει σε
ουσιαστική αποκλιμάκωση
των αποδόσεων και είχε
ως σημαντικότερη
συνέπεια την ενίσχυση
των πιέσεων στο δολάριο.
Ο πόλεμος ανέτρεψε το
ενεργειακό αφήγημα του
Τραμπ
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο
είναι η ενέργεια.
Η υπόσχεση του Τραμπ για
φθηνότερη ενέργεια και
χαμηλότερο κόστος ζωής
βρίσκεται πλέον
αντιμέτωπη με τις
συνέπειες της σύγκρουσης
με το Ιράν και της
διαταραχής στη
ναυσιπλοΐα μέσω των
Στενών του Ορμούζ.
Από το συγκεκριμένο
θαλάσσιο πέρασμα
διακινείται κανονικά ένα
τεράστιο μέρος της
παγκόσμιας προσφοράς
πετρελαίου. Η πολεμική
αναταραχή έχει
περιορίσει τις ροές και
έχει προκαλέσει απότομη
αύξηση των τιμών των
καυσίμων στις ΗΠΑ.
Η βενζίνη έχει
αυξηθεί περίπου 40%,
φτάνοντας τα
4,11 δολάρια ανά γαλόνι,
ενώ ακόμη μεγαλύτερη
ανησυχία προκαλεί το
ντίζελ, που έχει
εκτοξευθεί στα
5,58 δολάρια ανά γαλόνι.
Η εξέλιξη είναι
ιδιαίτερα σημαντική για
την αμερικανική
οικονομία, καθώς το
ντίζελ αποτελεί βασικό
καύσιμο για φορτηγά,
μεταφορές, γεωργικές
δραστηριότητες και
συνολικά την εφοδιαστική
αλυσίδα. Ως αποτέλεσμα,
η άνοδος της τιμής του
μπορεί να μετακυλιστεί
σε μεγάλο μέρος της
οικονομίας μέσω του
κόστους μεταφοράς και
παραγωγής.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ
είναι ο μεγαλύτερος
παραγωγός πετρελαίου
στον κόσμο δεν αρκεί για
να απομονώσει την
αμερικανική οικονομία
από μια διεθνή
ενεργειακή κρίση. Η
εγχώρια παραγωγή
αναμένεται να αυξηθεί
μόλις κατά περίπου
200.000 βαρέλια
ημερησίως
φέτος, ποσότητα
ανεπαρκής για να
αντισταθμίσει τις
διαταραχές στην
παγκόσμια αγορά.
Η Fed
παγιδευμένη ανάμεσα στον
πληθωρισμό και την
ανάπτυξη
Το ενεργειακό σοκ
περιπλέκει ακόμη
περισσότερο τη θέση της
Federal
Reserve.
Ο πληθωρισμός υποχώρησε
στο 3,4% τον
Ιούλιο, από
4,2% τον Μάιο, όμως οι
αυξημένες τιμές
ενέργειας δημιουργούν
τον κίνδυνο νέας
επιτάχυνσης τους
επόμενους μήνες.
Για τη Fed,
αυτό αποτελεί σοβαρό
δίλημμα. Από τη μία
πλευρά, η οικονομία
επιβραδύνεται και το
υψηλό κόστος χρήματος
πιέζει νοικοκυριά και
επιχειρήσεις. Από την
άλλη, μια πρόωρη μείωση
των επιτοκίων θα
μπορούσε να αναζωπυρώσει
τις πληθωριστικές
πιέσεις.
Το κόστος δανεισμού για
τα νοικοκυριά παραμένει
ήδη ιδιαίτερα υψηλό. Το
μέσο επιτόκιο για
στεγαστικό δάνειο 30
ετών έχει ανέλθει στο
6,65%,
έναντι 5,98% πριν από
την έναρξη του πολέμου.
Η στεγαστική αγορά
αποτελεί έτσι ένα από τα
μεγαλύτερα πολιτικά
προβλήματα της
κυβέρνησης, καθώς η
αύξηση των επιτοκίων
καθιστά την αγορά
κατοικίας ολοένα πιο
δύσκολη για τα
αμερικανικά νοικοκυριά.
Η ανάπτυξη δεν
δικαιολογεί τους στόχους
Την ίδια στιγμή, η
αμερικανική οικονομία
αναπτύχθηκε με ρυθμό
μόλις 1,5% στο
δεύτερο τρίμηνο του 2026,
έναντι 2,1% το
προηγούμενο έτος.
Η επίδοση απέχει
σημαντικά από τους
φιλόδοξους στόχους της
κυβέρνησης για ανάπτυξη
της τάξης του 5%-6%.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα
ενδιαφέρουσα επειδή η
αμερικανική οικονομία
εξακολουθεί να
επωφελείται από ισχυρές
καταναλωτικές δαπάνες
και έναν τεράστιο
επενδυτικό κύκλο γύρω
από την τεχνητή
νοημοσύνη και τις
υποδομές που απαιτεί.
Ωστόσο, η δυναμική αυτή
δεν φαίνεται μέχρι
στιγμής αρκετή για να
αντισταθμίσει το
αυξημένο κόστος
χρήματος, την ενεργειακή
κρίση και τις
δημοσιονομικές πιέσεις.
Το πολιτικό κόστος
αυξάνεται
Το οικονομικό περιβάλλον
αρχίζει πλέον να
μεταφράζεται και σε
πολιτικό πρόβλημα για
τον Λευκό Οίκο.
Η καταναλωτική
εμπιστοσύνη παραμένει σε
ιδιαίτερα χαμηλά
επίπεδα, ενώ σημαντικό
ποσοστό των Αμερικανών
δηλώνει ότι η οικονομική
του κατάσταση έχει
επιδεινωθεί.
Το πρόβλημα για τον
Τραμπ είναι ότι η
οικονομική
πραγματικότητα έρχεται
σε αντίθεση με το μήνυμα
μιας ισχυρής οικονομίας
που αποτυπώνεται κυρίως
στα υψηλά επίπεδα της
Wall
Street.
Οι μετοχές μπορεί να
βρίσκονται σε ιστορικά
υψηλά, όμως για τον μέσο
Αμερικανό η καθημερινή
εικόνα είναι
διαφορετική: ακριβότερη
βενζίνη, υψηλά
στεγαστικά επιτόκια,
αυξημένο κόστος
μεταφορών και επίμονες
πληθωριστικές πιέσεις.
Καθώς πλησιάζουν οι
ενδιάμεσες εκλογές του
Νοεμβρίου, η οικονομία
μετατρέπεται έτσι σε
κρίσιμο πολιτικό μέτωπο.
Οι Δημοκρατικοί
εμφανίζουν πλέον
δημοσκοπικό προβάδισμα
στο ερώτημα ποιο κόμμα
μπορεί να διαχειριστεί
καλύτερα την οικονομία.
Το μεγάλο στοίχημα για
την κυβέρνηση Τραμπ
είναι επομένως αν θα
μπορέσει να μετατρέψει
τα χρηματιστηριακά
ρεκόρ, τις επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη
και την αμερικανική
ενεργειακή παραγωγή σε
πραγματική βελτίωση της
καθημερινότητας των
νοικοκυριών.
Γιατί το βασικό πρόβλημα
δεν είναι πλέον μόνο η
Wall
Street.
Είναι η
Main
Street:
το κόστος της κατοικίας,
της μετακίνησης, της
ενέργειας και της
καθημερινής κατανάλωσης.
Και όσο το αμερικανικό
χρέος πλησιάζει σε
ολοένα υψηλότερα
επίπεδα, οι αποδόσεις
των ομολόγων παραμένουν
αυξημένες και ο πόλεμος
κρατά τις τιμές της
ενέργειας ψηλά, τόσο
δυσκολότερο γίνεται για
τον Τραμπ να διατηρήσει
το αφήγημα ότι η
αμερικανική οικονομία
βρίσκεται σε μια νέα
περίοδο ευημερίας.
|