|
Κεντρικό ζήτημα
εξακολουθεί να αποτελεί
το υψηλό δημόσιο χρέος,
το οποίο, αν και
μειώνεται ως ποσοστό του
ΑΕΠ, παραμένει σε
ιδιαίτερα αυξημένα
επίπεδα. Σε περιόδους
επιβράδυνσης της
οικονομίας ή έντονων
εξωτερικών διαταραχών,
το στοιχείο αυτό μπορεί
να ενισχύσει τις
ανησυχίες των αγορών. Η
Ελλάδα εξακολουθεί να
διατηρεί το υψηλότερο
χρέος στην Ευρώπη, αν
και σύμφωνα με
εκτιμήσεις του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου, η
Ιταλία ενδέχεται να την
ξεπεράσει έως το τέλος
του 2026.
Μέχρι σήμερα, η χώρα
έχει καταφέρει να
διατηρήσει σταθερές
αξιολογήσεις από τους
μεγάλους διεθνείς οίκους
και να παραμείνει εντός
της επενδυτικής
βαθμίδας, παρά τις
πιέσεις που σχετίζονται
με τα δημοσιονομικά και
το επίπεδο του χρέους.
Ωστόσο, η θέση της
εξακολουθεί να βρίσκεται
στο χαμηλότερο άκρο της
συγκεκριμένης κατηγορίας
και δεν διαφαίνεται
ουσιαστική αναβάθμιση
μέσα στο τρέχον έτος. Η
προοπτική μετάβασης σε
υψηλότερες βαθμίδες,
όπως η κατηγορία Α,
παραμένει προς το παρόν
μακρινή.
Ένας ακόμη παράγοντας
που αναμένεται να
επηρεάσει τις
αξιολογήσεις είναι οι
επερχόμενες εκλογές στην
Ελλάδα. Οι οίκοι
αξιολόγησης αναμένεται
να εξετάσουν προσεκτικά
τα πιθανά πολιτικά
σενάρια και τις
επιπτώσεις τους στην
οικονομική πολιτική, με
τις σχετικές εκτιμήσεις
να εντείνονται από το
φθινόπωρο και μετά,
ακολουθώντας την
αξιολόγηση της
Fitch.
Πριν από τη Fitch,
η στάση των διεθνών
οίκων ήταν εμφανώς
επιφυλακτική. Η
Standard
& Poor’s,
στην πρώτη της
αξιολόγηση για το 2025
που δημοσιοποιήθηκε στα
τέλη Απριλίου, επέλεξε
να μην προχωρήσει σε
αλλαγές, λαμβάνοντας
υπόψη τις γεωπολιτικές
εξελίξεις στη Μέση
Ανατολή και τις πιέσεις
στον ενεργειακό τομέα. Η
επόμενη αξιολόγηση του
ίδιου οίκου αναμένεται
τον Οκτώβριο.
Ανάλογη προσέγγιση
ακολούθησαν και άλλοι
οίκοι αξιολόγησης το
προηγούμενο διάστημα. Η
Morningstar
DBRS
διατήρησε τη βαθμολογία
της Ελλάδας στο
BBB
με σταθερές προοπτικές
στις αρχές Μαρτίου, ενώ
λίγο αργότερα τόσο η
Moody’s
όσο και η Scope
επιβεβαίωσαν επίσης τις
αξιολογήσεις τους χωρίς
μεταβολές, διατηρώντας
σταθερό outlook.
Το επόμενο διάστημα
αναμένεται ιδιαίτερα
κρίσιμο, καθώς από τον
Σεπτέμβριο ξεκινά ένας
νέος κύκλος αξιολογήσεων
για την ελληνική
οικονομία. Η αρχή θα
γίνει στις 4 Σεπτεμβρίου
με τη DBRS,
ενώ θα ακολουθήσουν οι
Moody’s
και Scope
στις 18 Σεπτεμβρίου. Στη
συνέχεια, η
Standard
& Poor’s
θα ανακοινώσει τη δική
της αξιολόγηση τον
Οκτώβριο και η
Fitch
στις αρχές Νοεμβρίου.
Οι αποφάσεις των οίκων
δεν θα βασιστούν
αποκλειστικά στις
εξελίξεις στη Μέση
Ανατολή ή σε ζητήματα
όπως οι δασμοί, αλλά θα
ενσωματώσουν τη συνολική
εικόνα του νέου
μακροοικονομικού
περιβάλλοντος που
διαμορφώνεται διεθνώς. Η
αυξημένη γεωπολιτική
ένταση λειτουργεί ως
παράγοντας αβεβαιότητας,
ο οποίος επηρεάζει τις
εκτιμήσεις για την
πορεία των οικονομιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
το πιθανότερο σενάριο
είναι ότι οι οίκοι
αξιολόγησης θα
συνεχίσουν να τηρούν
στάση αναμονής,
τουλάχιστον
βραχυπρόθεσμα. Η
αβεβαιότητα που
προκαλούν οι εξελίξεις
στη Μέση Ανατολή
εκτιμάται ότι θα
διατηρήσει μια πιο
συντηρητική προσέγγιση
στις αξιολογήσεις και
ενδέχεται να επηρεάσει
τις αποφάσεις και στους
επόμενους μήνες.
|