|
Η Ευρώπη χρειάζεται 70
δισ. ευρώ ετησίως έως το
2050
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
εκτιμά ότι τα κράτη-μέλη
της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα
πρέπει να επενδύουν
σχεδόν 70 δισ. ευρώ κάθε
χρόνο έως το 2050, ώστε
να προσαρμοστούν στις
νέες κλιματικές
συνθήκες.
Οι ανάγκες αφορούν
κυρίως την αναβάθμιση
των υποδομών, την
ενεργειακή προσαρμογή
των κτιρίων, την
προστασία των πόλεων από
ακραίες θερμοκρασίες,
αλλά και την ενίσχυση
των συστημάτων υγείας
και πολιτικής
προστασίας.
Τα στοιχεία από τις
κλιματικές προσομοιώσεις
της Allianz
δείχνουν το μέγεθος της
απειλής. Η Γερμανία
αντιμετωπίζει πιθανές
οικονομικές απώλειες
περίπου 130 δισ.
δολαρίων έως το 2030,
ενώ για τη Γαλλία η
εκτίμηση φτάνει τα 240
δισ. δολάρια.
Τα ποσά αυτά βασίζονται
στις επιπτώσεις των
καυσώνων της περιόδου
2014-2024 και, σύμφωνα
με τους αναλυτές, ακόμη
και οι ίδιοι οι ειδικοί
υποτίμησαν αρχικά το
οικονομικό μέγεθος των
συνεπειών.
«Γνωρίζαμε ότι θα
υπάρξει οικονομικός
αντίκτυπος, αλλά δεν
περιμέναμε να είναι τόσο
μεγάλος», ανέφερε ο
Hazem
Krichene,
ανώτερος οικονομολόγος
κλιματικών κινδύνων της
Allianz.
Υποδομές σχεδιασμένες
για το κρύο, όχι για
ακραία ζέστη
Ένα από τα μεγαλύτερα
προβλήματα της Ευρώπης
είναι ότι μεγάλο μέρος
των υποδομών της
σχεδιάστηκε με βασικό
στόχο την αντιμετώπιση
του ψύχους. Ωστόσο, οι
πόλεις και τα κτίρια
καλούνται πλέον να
ανταποκριθούν σε
συνθήκες ακραίας ζέστης
για αρκετούς μήνες κάθε
χρόνο.
«Σε δύο ή τρεις
δεκαετίες θα έχουμε μια
πολύ γρήγορη μεταβολή
στις θερμοκρασίες και θα
καταλήξουμε με αστικές
υποδομές που δεν είναι
επαρκώς προσαρμοσμένες
στη ζέστη», σημειώνει ο
Krichene.
Η Allianz
προειδοποιεί ότι οι
υψηλές θερμοκρασίες
δημιουργούν έναν φαύλο
κύκλο:
μειώνουν την
παραγωγικότητα των
εργαζομένων,
περιορίζουν τις
επενδύσεις,
μειώνουν τις αποδόσεις
κεφαλαίου,
περιορίζουν την
παραγωγική δυναμικότητα
της οικονομίας.
Το αποτέλεσμα μπορεί να
είναι ένα περιβάλλον
στασιμοπληθωρισμού, όπου
η οικονομική ανάπτυξη
επιβραδύνεται ενώ οι
τιμές παραμένουν
αυξημένες.
Οι μεγαλύτερες
οικονομίες της Ευρώπης
στο επίκεντρο του
κινδύνου
Η επίδραση της
κλιματικής αλλαγής δεν
θα είναι ομοιόμορφη σε
ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι βόρειες χώρες, με πιο
ψυχρό κλίμα, ενδέχεται
να αντιμετωπίσουν ακόμη
και ορισμένα οικονομικά
οφέλη από την άνοδο των
θερμοκρασιών. Αντίθετα,
μεγάλες οικονομίες όπως
η Γερμανία, η Γαλλία, η
Ιταλία και η Ισπανία
βρίσκονται αντιμέτωπες
με μεγαλύτερους
κινδύνους.
Η διαφορετική έκθεση των
χωρών δημιουργεί
πρόσθετες προκλήσεις για
την Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα, καθώς η
κλιματική αλλαγή μπορεί
να επηρεάσει άμεσα τον
πληθωρισμό.
Η ΕΚΤ έχει ήδη εκτιμήσει
ότι τα κύματα καύσωνα
και η ξηρασία μπορούν να
αυξήσουν τον πληθωρισμό
τροφίμων κατά 0,4 έως
0,9 ποσοστιαίες μονάδες,
ενώ η επίδραση αυτή θα
μπορούσε να διπλασιαστεί
μέσα στις επόμενες τρεις
δεκαετίες.
Παράλληλα, μελέτη που
συνυπέγραψε η ΕΚΤ έδειξε
ότι η ευρωπαϊκή
οικονομία έχασε περίπου
0,3% της παραγωγής της
λόγω ακραίων καιρικών
φαινομένων, ενώ η
απώλεια θα μπορούσε να
φτάσει σωρευτικά το 0,8%
έως το 2029.
Η κλιματική προσαρμογή
γίνεται δημοσιονομική
πρόκληση
Το Ηνωμένο Βασίλειο
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα των πιέσεων
που δημιουργούνται. Οι
πρόσφατοι καύσωνες
αποκάλυψαν σημαντικές
ελλείψεις στις υποδομές,
με τον δήμαρχο του
Λονδίνου να επισημαίνει
ότι η πόλη θα χρειαστεί
και ιδιωτικά κεφάλαια
για την αντιμετώπιση του
κόστους.
Μόνο η προστασία των πιο
ευάλωτων κατοικιών του
Λονδίνου από τις ακραίες
θερμοκρασίες εκτιμάται
ότι θα απαιτήσει
επενδύσεις μεταξύ 9 και
45 δισ. λιρών.
Στη Γαλλία, οι δημόσιες
δαπάνες για προσαρμογή
στην κλιματική αλλαγή
ανήλθαν πέρυσι σε 1,7
δισ. ευρώ, χωρίς να
περιλαμβάνονται οι
μεγάλες επενδύσεις σε
μεταφορές, ενέργεια και
δημόσια υγεία.
Ο ανθρώπινος και
οικονομικός λογαριασμός
αυξάνεται
Πέρα από τις οικονομικές
απώλειες, η κλιματική
αλλαγή έχει ήδη
σημαντικό κοινωνικό
κόστος.
Οι καύσωνες του φετινού
καλοκαιριού έχουν
προκαλέσει περισσότερους
από 13.000 θανάτους στην
Ευρώπη, σύμφωνα με
εκτιμήσεις εθνικών
αρχών.
Το μήνυμα των
οικονομολόγων είναι ότι
η προσαρμογή στην
κλιματική αλλαγή δεν
αποτελεί πλέον επιλογή
πολιτικής, αλλά αναγκαία
επένδυση για τη
διατήρηση της
οικονομικής
σταθερότητας.
Για την Ευρώπη, η
πρόκληση είναι διπλή: να
χρηματοδοτήσει την
προστασία από τις νέες
κλιματικές συνθήκες,
χωρίς να επιβαρύνει
υπερβολικά τα ήδη
πιεσμένα δημόσια
οικονομικά.


|