|
Όπως επισημαίνει στο
Αθηναϊκό - Μακεδονικό
Πρακτορείο Ειδήσεων η
ομάδα του
Climatehub,
χώρες της Νότιας Ευρώπης
και των Βαλκανίων
παρουσιάζουν τους
υψηλότερους μέσους όρους
ημερών καύσωνα. Για
παράδειγμα, σύμφωνα με
την ανάλυση της ομάδας,
η Μάλτα και η Βόρεια
Μακεδονία καταγράφουν
παραδοσιακά υψηλά
επίπεδα ακραίων
θερμοκρασιών, ενώ χώρες
με ιστορικά ήπια
καλοκαίρια, όπως η
Ολλανδία και η Νορβηγία,
βλέπουν τα δικά τους
στατιστικά στοιχεία να
ανατρέπονται, καθώς οι
ημέρες καύσωνα
εμφανίζουν έντονη
μεταβλητότητα.
Στην Κεντρική Ευρώπη, τα
δεδομένα δείχνουν ότι
υπάρχει μια σταθερή,
στατιστικά σημαντική
αύξηση των ημερών
καύσωνα, ενώ τα
τελευταία χρόνια υπάρχει
μια σαφής επιτάχυνση της
κλιματικής πίεσης. Για
την Ελλάδα, οι
ερευνήτριες/ες της
ομάδας του
Climatehub
εξηγούν ότι σε αντίθεση
με τις χώρες της
Κεντρικής και Βόρειας
Ευρώπης που τώρα
μαθαίνουν να ζουν με
συχνότερους καύσωνες, «η
Ελλάδα ξεκινά από μια
πολύ υψηλότερη βάση
αναφοράς, έχοντας ήδη
ένα μεγάλο αριθμό ημερών
καύσωνα ετησίως».
Ειδικότερα, όπως
υπογραμμίζει η ομάδα,
κατά την τριακονταετία
1991-2020, η χώρα μας
κατέγραψε σταθερά θετική
τάση αύξησης των ημερών
καύσωνα ενώ όπως
υπογραμμίζουν τα μέλη
της ομάδας, η περίοδος
2020-2025 δείχνει ότι το
φαινόμενο αποκτά νέα
χαρακτηριστικά: «οι
καύσωνες δεν είναι απλώς
πιο θερμοί, αλλά έχουν
μεγαλύτερη διάρκεια και
εμφανίζονται πλέον πολύ
νωρίτερα μέσα στο έτος,
καταπονώντας το
οικοσύστημα, το
ηλεκτρικό δίκτυο και τον
πληθυσμό προτού καν
αρχίσει ο παραδοσιακός
πυρήνας του
καλοκαιριού».
Παράλληλα, όπως
υπογραμμίζεται από την
ομάδα του
Climatehub,
το έδαφος για τον
τρέχοντα πύρινο Ιούνιο
είχε ήδη προετοιμαστεί
από ένα εξαιρετικά
σπάνιο και έντονο κύμα
καύσωνα που έπληξε την
Κεντρική και Δυτική
Ευρώπη κατά το δεύτερο
μισό του περασμένου
Μαΐου (κυρίως μεταξύ 21
και 30 Μαΐου 2026).
Σύμφωνα με τα επίσημα
στοιχεία, η μέση
ημερήσια θερμοκρασία σε
περιοχές της δυτικής και
κεντρικής Ευρώπης
εκτινάχθηκε σε επίπεδα
έως και 10 ° C
με 15 ° C
πάνω από τα κανονικά
κλιματικά επίπεδα για
την εποχή. Η απότομη
αυτή μετάβαση από έναν
σχετικά δροσερό Μάιο σε
ακραίες συνθήκες οδήγησε
στο να καταρριφθούν
ιστορικά θερμοκρασιακά
ρεκόρ σε χώρες όπως η
Αυστρία, το Βέλγιο, η
Γαλλία και το Ηνωμένο
Βασίλειο. Στην Αυστρία
μάλιστα, η πόλη Λιέντς
σημείωσε το απόλυτο
ρεκόρ των 8 «θερμών
ημερών» (άνω των 30 °
C)
για τον μήνα Μάιο. Η
Υπηρεσία
Copernicus
(C3S)
υπογράμμισε ότι η
ταχύτητα της θερμικής
εισβολής στα τέλη Μαΐου
δεν άφησε κανένα
περιθώριο προσαρμογής
στους πληθυσμούς, τις
καλλιέργειες και τα
τοπικά οικοσυστήματα,
επιτείνοντας την ξηρασία
και μειώνοντας δραματικά
τη ροή των ποταμών στην
Κεντρική Ευρώπη.
Η εικόνα αυτή
επιβεβαιώνεται και από
τον καύσωνα που είναι σε
εξέλιξη αυτές τις
ημέρες, με την Κεντρική
και τη Δυτική Ευρώπη να
βιώνουν ένα πρωτοφανές
κύμα. Ειδικότερα, όπως
εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η
ομάδα του
Climatehub,
τα τρέχοντα γεγονότα
επιβεβαιώνουν «με τον
πιο δραματικό τρόπο τις
τάσεις που καταγράφονται
στα δεδομένα: Έως τις 25
Ιουνίου 2026, η Ελβετία
κατέγραψε την υψηλότερη
θερμοκρασία Ιουνίου στην
ιστορία της με 38 °
C
στη Βασιλεία,
καταρρίπτοντας ένα ρεκόρ
που κρατούσε από το
1947. Στη Γαλλία ο
υδράργυρος άγγιξε τους
43,8 ° C,
ενώ η Γερμανία και οι
Κάτω Χώρες βρίσκονται
υπό το καθεστώς
πρωτοφανών κόκκινων
προειδοποιήσεων, με τη
ζήτηση για ψύξη να
φτάνει σε υψηλό 45 ετών.
Παρόλο που το επίκεντρο
του τρέχοντος καύσωνα
εντοπίζεται στην
Κεντρική Ευρώπη, η Νότια
Ευρώπη και η Ελλάδα
επηρεάζονται έμμεσα,
βιώνοντας παρατεταμένες
περιόδους με
θερμοκρασίες αισθητά
πάνω από τα κανονικά για
την εποχή επίπεδα,
εντείνοντας την ξηρασία
και αυξάνοντας δραματικά
τον κίνδυνο εκδήλωσης
δασικών πυρκαγιών πριν
καν μπούμε στον Ιούλιο».
Παράλληλα, όπως
επισημαίνουν οι
ερευνητές/ριες του
Climatehub
χρειάζεται να δοθεί
έμφαση στο γεγονός ότι
οι ευρωπαϊκές πόλεις
βιώνουν την ακραία ζέστη
πολύ πιο έντονα από την
επαρχία. «Το τσιμέντο, η
άσφαλτος και η έλλειψη
πρασίνου απορροφούν την
ηλιακή ακτινοβολία κατά
τη διάρκεια της ημέρας,
ενώ το φαινόμενο της
θερμικής αστικής νησίδας
είναι πιο έντονο κατά τη
διάρκεια της νύχτας,
όταν τα κτίρια
απελευθερώνουν τη
συσσωρευμένη ζέστη. Στα
κέντρα μεγαλουπόλεων
όπως το Λονδίνο, το
Παρίσι και οι Βρυξέλλες,
οι νυχτερινές
θερμοκρασίες είναι συχνά
έως και 4 ° C
με 10 ° C
υψηλότερες σε σχέση με
τις γύρω μη αστικές
περιοχές, εμποδίζοντας
το ανθρώπινο σώμα να
ανακάμψει. Λόγω αυτών
των παραγόντων, οι
πόλεις καταγράφουν κατά
μέσο όρο διπλάσιες
ημέρες καύσωνα ετησίως
σε σύγκριση με τις μη
αστικές περιοχές»,
υπογραμμίζεται από την
ομάδα.
Όπως καταλήγει η ανάλυση
του ClimateHub,
τα διαθέσιμα στατιστικά
στοιχεία δεν αφήνουν
περιθώρια παρερμηνείας:
οι καύσωνες στην Ευρώπη
γίνονται πιο συχνοί, πιο
πρώιμοι (ξεκινώντας
πλέον από τον Μάιο και
τον Ιούνιο) και
σημαντικά πιο έντονοι.
«Η Κεντρική Ευρώπη
μετατρέπεται με
ταχύτατους ρυθμούς σε
μια ζώνη υψηλού
κλιματικού κινδύνου, ενώ
η Ελλάδα και ο
ευρωπαϊκός Νότος
βρίσκονται αντιμέτωποι
με την ανάγκη άμεσης
θωράκισης απέναντι σε
ένα ολοένα και πιο
εχθρικό θερμικό
περιβάλλον, απαιτώντας
άμεση επανασχεδίαση των
υποδομών και των
πολιτικών υγείας»,
επισημαίνεται από το
Climatehub.
Σημειώνεται ότι τα
πρωτογενή δεδομένα της
παρούσας ανάλυσης
προέρχονται από την
Υπηρεσία για την
Κλιματική Αλλαγή
Copernicus
(C3S),
ενώ η επεξεργασία και η
επιστημονική ανάλυση
πραγματοποιήθηκαν από το
Climatehub,
το οποίο χρηματοδοτείται
από το Εθνικό Πρόγραμμα
Συνεργασίας C3S.
Επισυνάπτεται γράφημα
του Climatehub
με τις ημέρες καύσωνα
στην Ελλάδα από το
1940-2025 σύμφωνα με τα
δεδομένα της Υπηρεσίας
για την Κλιματική Αλλαγή
Copernicus
(C3S),
καθώς και γράφημα του
ΑΠΕ-ΜΠΕ με στοιχεία που
παραχωρήθηκαν από το
Climatehub
σχετικά με τον αριθμό
ημερών καύσωνα ανά έτος
για όλες τις χώρες της
Ευρώπης. Στο γράφημα του
ΑΠΕ-ΜΠΕ παρουσιάζονται
οι περιπτώσεις 7 χωρών
και συγκεκριμένα της
Γαλλίας, της Ελβετίας,
της Γερμανίας, του
Ηνωμένου Βασιλείου, της
Ολλανδίας, της Αυστρίας
και του Βελγίου.
|