|
Ακριβό ρεύμα παρά την
αφθονία φθηνής ενέργειας
Παρότι η χώρα παράγει
μεγάλες ποσότητες φθηνής
πράσινης ενέργειας, οι
Έλληνες καταναλωτές
συνεχίζουν να πληρώνουν
από τα υψηλότερα
τιμολόγια ηλεκτρικού
ρεύματος στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με στοιχεία του
Green
Tank,
το 2025 η λιανική τιμή
ηλεκτρικής ενέργειας
στην Ελλάδα ήταν κατά
29,3% υψηλότερη από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο σε
ονομαστικές τιμές και
κατά 57,8% υψηλότερη
όταν υπολογίζεται με
βάση την αγοραστική
δύναμη των νοικοκυριών.
Το βασικό πρόβλημα είναι
ότι η κατάρρευση των
τιμών στη χονδρεμπορική
αγορά κατά τις
μεσημεριανές ώρες,
εξαιτίας της
υπερπαραγωγής
φωτοβολταϊκών, δεν
μεταφέρεται ουσιαστικά
στους λογαριασμούς των
καταναλωτών.
Η
Βουλγαρία αποκομίζει
μεγαλύτερο όφελος από
τις ελληνικές ΑΠΕ
Ένας από τους βασικούς
ωφελημένους της
ελληνικής υπερπαραγωγής
είναι η Βουλγαρία. Η
γειτονική χώρα έχει ήδη
αναπτύξει συστήματα
αποθήκευσης ισχύος
περίπου 2,5 GW,
αξιοποιώντας τις
εισαγωγές φθηνής ή και
μηδενικού κόστους
ηλεκτρικής ενέργειας από
την Ελλάδα κατά τις
μεσημεριανές ώρες.
Η ενέργεια αυτή
αποθηκεύεται και
επαναδιοχετεύεται στο
βουλγαρικό δίκτυο τις
βραδινές ώρες, όταν οι
τιμές αυξάνονται. Με τον
τρόπο αυτό, η Βουλγαρία
περιορίζει τις
διακυμάνσεις της αγοράς
της και απολαμβάνει
σημαντικά οφέλη από την
ελληνική πράσινη
παραγωγή.
Αντίθετα, η Ελλάδα
παραμένει σημαντικά πίσω
στις επενδύσεις
αποθήκευσης. Ενώ η
Βουλγαρία σχεδιάζει νέα
έργα αποθήκευσης 1-1,5
GW
μέχρι το τέλος του
έτους, στην Ελλάδα μόλις
πρόσφατα τέθηκαν σε
δοκιμαστική λειτουργία
μονάδες συνολικής ισχύος
μόλις 72 MW.
Όπως έχει επισημάνει και
ο επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ,
Μάνος Μανουσάκης, η
πλεονάζουσα πράσινη
ενέργεια της Ελλάδας
καταλήγει σήμερα να
αποθηκεύεται κυρίως στη
Βουλγαρία και τη Βόρεια
Μακεδονία.
Το
ακριβό κόστος
εξισορρόπησης
Ένα δεύτερο πρόβλημα
προέρχεται από το
λεγόμενο κόστος
εξισορρόπησης του
ηλεκτρικού συστήματος.
Οι ΑΠΕ παράγουν ενέργεια
με μεγάλη μεταβλητότητα,
γεγονός που απαιτεί τη
διατήρηση μονάδων
φυσικού αερίου σε
ετοιμότητα ώστε να
παρεμβαίνουν όταν
μειώνεται ξαφνικά η
παραγωγή από ήλιο ή
άνεμο.
Οι μονάδες αυτές
αποζημιώνονται για τη
διαθεσιμότητά τους,
δημιουργώντας πρόσθετο
κόστος που μετακυλίεται
στην αγορά. Τον Απρίλιο
του 2026 το κόστος
εξισορρόπησης έφτασε
ακόμη και τα 60 ευρώ ανά
MWh.
Έτσι, ακόμη και όταν η
χονδρεμπορική τιμή
ηλεκτρικής ενέργειας
μηδενίζεται, οι τελικοί
λογαριασμοί των
καταναλωτών παραμένουν
υψηλοί λόγω των
πρόσθετων χρεώσεων που
απαιτούνται για τη
σταθερότητα του
συστήματος.
Οι
περικοπές παραγωγής
γίνονται μόνιμο
φαινόμενο
Η ταχύτατη ανάπτυξη των
φωτοβολταϊκών, σε
συνδυασμό με την
περιορισμένη αποθήκευση
και τη στασιμότητα της
ζήτησης, έχει οδηγήσει
σε εκρηκτική αύξηση των
περικοπών παραγωγής.
Το 2025 απορρίφθηκαν
1.867 GWh
πράσινης ενέργειας,
υπερδιπλάσιες από τις
899 GWh
του 2024. Στο πρώτο
τετράμηνο του 2026 οι
περικοπές έφτασαν ήδη
τις 876,5 GWh,
σημειώνοντας αύξηση
σχεδόν 50% σε ετήσια
βάση.
Παράλληλα, οι ώρες
μηδενικών ή αρνητικών
τιμών εκτοξεύθηκαν σε
239,5 κατά το πρώτο
τρίμηνο του 2026, έναντι
μόλις 13 ωρών το
αντίστοιχο διάστημα του
2025.
Σύμφωνα με τον
ENTSO-E,
έως το 2030 η
εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ
στην Ελλάδα αναμένεται
να φτάσει σε επίπεδα
περίπου δέκα φορές
υψηλότερα από το
ελάχιστο φορτίο βάσης
του συστήματος,
αυξάνοντας περαιτέρω τον
κίνδυνο υπερπαραγωγής.
Κίνδυνος νέας γενιάς
«κόκκινων» δανείων
Οι εξελίξεις αυτές
δημιουργούν έντονο
προβληματισμό για τη
βιωσιμότητα χιλιάδων
επενδύσεων σε
φωτοβολταϊκά πάρκα.
Ο επικεφαλής της
Metlen
Energy
& Metals,
Ευάγγελος Μυτιληναίος,
προειδοποίησε ότι οι
μηδενικές τιμές και οι
περικοπές παραγωγής
ενδέχεται να οδηγήσουν
πολλά έργα σε αδυναμία
εξυπηρέτησης των δανείων
τους, δημιουργώντας μια
νέα γενιά μη
εξυπηρετούμενων δανείων
στον ενεργειακό κλάδο.
Ανάλογες προειδοποιήσεις
έχει διατυπώσει και ο
Αλέξανδρος Εξάρχου, ο
οποίος εκτίμησε ότι οι
πιθανοί κίνδυνοι για τον
τραπεζικό τομέα θα
μπορούσαν να φτάσουν
ακόμη και τα 25 δισ.
ευρώ εάν οι περικοπές
παραγωγής υπερβούν το
20%.
Συγκέντρωση της αγοράς
και πιέσεις στους
μικρούς παραγωγούς
Οι μεγαλύτερες πιέσεις
εντοπίζονται στους μη
καθετοποιημένους
παραγωγούς ΑΠΕ, κυρίως
σε μικρομεσαίους
επενδυτές που
χρηματοδότησαν τα έργα
τους μέσω τραπεζικού
δανεισμού.
Η επιδείνωση των
οικονομικών συνθηκών
έχει ήδη δημιουργήσει
μια δευτερογενή αγορά
εξαγορών. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις της αγοράς,
πάνω από 2.000
φωτοβολταϊκά πάρκα
άλλαξαν ιδιοκτήτη μέσα
στον τελευταίο χρόνο,
καθώς πολλοί μικροί
επενδυτές αναγκάζονται
να πουλήσουν τις μονάδες
τους σε μεγαλύτερους
ενεργειακούς ομίλους.
Παράλληλα, αυξάνονται οι
περιπτώσεις επενδυτών
που ζητούν από τις
τράπεζες αναδιάρθρωση
των δανειακών τους
υποχρεώσεων, ενώ η
συζήτηση για πιθανές
αποζημιώσεις και στήριξη
των μικρότερων παραγωγών
έχει ήδη μεταφερθεί και
στο πολιτικό επίπεδο.
Συμπέρασμα
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον
μπροστά σε ένα
ενεργειακό παράδοξο:
διαθέτει άφθονη και
φθηνή πράσινη ενέργεια,
καταγράφει ιστορικά
υψηλές εξαγωγές
ηλεκτρισμού και
πρωταγωνιστεί στην
ανάπτυξη των ΑΠΕ, αλλά
ταυτόχρονα οι
καταναλωτές συνεχίζουν
να πληρώνουν ακριβά το
ρεύμα, οι γειτονικές
χώρες αποκομίζουν
σημαντικό μέρος του
οφέλους και χιλιάδες
επενδύσεις φωτοβολταϊκών
αντιμετωπίζουν
αυξανόμενους κινδύνους
βιωσιμότητας.
Η επιτάχυνση των
επενδύσεων σε
αποθήκευση, δίκτυα και
ευέλικτες υποδομές
αναδεικνύεται πλέον ως η
βασική προϋπόθεση ώστε
το πλεόνασμα πράσινης
ενέργειας να μετατραπεί
σε πραγματικό οικονομικό
όφελος για την ελληνική
οικονομία και τους
καταναλωτές.
|