|
Το αποτέλεσμα δεν είναι
μια μαζική εγκατάλειψη
των ΗΠΑ. Είναι κάτι πιο
αργό και ενδεχομένως πιο
σημαντικό: η
αναζήτηση εναλλακτικών.
Τα
αμερικανικά ομόλογα στο
επίκεντρο
Η αγορά κρατικών
ομολόγων αποτελεί ίσως
την πιο χαρακτηριστική
ένδειξη της αλλαγής.
Οι αυξανόμενες
δημοσιονομικές ανάγκες
των ΗΠΑ οδηγούν τους
επενδυτές να ζητούν
υψηλότερες αποδόσεις για
να διακρατούν
μακροπρόθεσμο
αμερικανικό χρέος. Η
απόδοση του 10ετούς
Treasury
ξεπέρασε το 5%,
στα υψηλότερα επίπεδα
από το 2007.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο
το επίπεδο των
επιτοκίων. Είναι το κατά
πόσο οι επενδυτές
θεωρούν ότι η
αμερικανική
δημοσιονομική πολιτική
μπορεί να παραμείνει
βιώσιμη σε βάθος χρόνου
χωρίς να απαιτείται
ολοένα υψηλότερη
αποζημίωση για την
ανάληψη του
συγκεκριμένου κινδύνου.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία επειδή τα
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα δεν είναι απλώς
ένας ακόμη τίτλος στις
διεθνείς αγορές.
Αποτελούν τη βάση ενός
τεράστιου παγκόσμιου
χρηματοπιστωτικού
συστήματος.
Εάν η ζήτηση για
Treasuries
μειώνεται ή απαιτούνται
υψηλότερες αποδόσεις, το
κόστος χρηματοδότησης
μεταφέρεται σταδιακά σε
ολόκληρη την αμερικανική
οικονομία.
Οι
κεντρικές τράπεζες
διαφοροποιούν τα
αποθέματά τους
Η δεύτερη εξέλιξη αφορά
τα συναλλαγματικά
αποθέματα.
Το δολάριο εξακολουθεί
να κυριαρχεί στο διεθνές
εμπόριο και στις αγορές
συναλλάγματος. Περίπου
9 στις 10
συναλλαγές συναλλάγματος
παγκοσμίως
περιλαμβάνουν το
αμερικανικό νόμισμα.
Ωστόσο, η συμμετοχή του
δολαρίου στα
συναλλαγματικά αποθέματα
των κεντρικών τραπεζών
έχει υποχωρήσει
σταδιακά.
Στα τέλη του 2025
βρισκόταν περίπου στο
56%,
από 64% το 2015.
Η εξέλιξη αυτή δεν
σημαίνει ότι ένα άλλο
νόμισμα έχει
αντικαταστήσει το
δολάριο. Σημαίνει
περισσότερο ότι αρκετές
κεντρικές τράπεζες
επιδιώκουν να μην
εξαρτώνται τόσο από ένα
μόνο νόμισμα και ένα
μόνο χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Ο Eswar
Prasad,
πρώην επικεφαλής του
τμήματος Κίνας του ΔΝΤ,
συνδέει αυτή την τάση με
δύο παράγοντες: τη
γεωπολιτική και την
«εργαλειοποίηση» του
δολαρίου μέσω των
οικονομικών κυρώσεων.
Όσο περισσότερο οι ΗΠΑ
χρησιμοποιούν την
πρόσβαση στο δολαριακό
σύστημα ως μέσο άσκησης
εξωτερικής πολιτικής,
τόσο περισσότερο
ενισχύεται το κίνητρο
ορισμένων χωρών να
αναζητήσουν
εναλλακτικές.
Η
Ευρώπη βλέπει ευκαιρία
για το ευρώ
Η συζήτηση έχει φθάσει
πλέον και στην Ευρώπη.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ,
Christine
Lagarde,
είχε επισημάνει ότι οι
μεταβολές στην
αμερικανική οικονομική
και εμπορική πολιτική θα
μπορούσαν να
δημιουργήσουν τις
προϋποθέσεις για μια
«παγκόσμια στιγμή του
ευρώ».
Ωστόσο, η μετάβαση δεν
είναι απλή.
Το ευρώ διαθέτει μεγάλο
οικονομικό και
χρηματοπιστωτικό
υπόβαθρο, όμως η Ευρώπη
δεν έχει ακόμη την ίδια
ενιαία αγορά κρατικού
χρέους, το ίδιο βάθος
κεφαλαιαγορών και την
ίδια παγκόσμια χρήση που
χαρακτηρίζει το
αμερικανικό σύστημα.
Έτσι, η υποχώρηση του
μεριδίου του δολαρίου
δεν σημαίνει αυτομάτως
ότι το ευρώ καταλαμβάνει
τη θέση του.
Προς το παρόν,
περισσότερο παρατηρείται
πολυδιάσπαση των
αποθεματικών και των
επενδυτικών επιλογών.
Ο
χρυσός επιστρέφει ως
στρατηγικό αποθεματικό
Η πιο χαρακτηριστική
εναλλακτική είναι ίσως ο
χρυσός.
Το 2025, τα διεθνή
αποθέματα χρυσού
ξεπέρασαν τις
τοποθετήσεις του
επίσημου τομέα σε
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα, σύμφωνα με τα
στοιχεία που
επικαλούνται οι
New
York
Times.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει
ότι οι κεντρικές
τράπεζες εγκαταλείπουν
μαζικά τα αμερικανικά
ομόλογα. Αναδεικνύει
όμως μια σημαντική
αλλαγή στη διαχείριση
των αποθεματικών:
ο χρυσός
αντιμετωπίζεται όλο και
περισσότερο ως
περιουσιακό στοιχείο που
δεν εξαρτάται από την
πιστοληπτική ικανότητα ή
την πολιτική ενός
συγκεκριμένου κράτους.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική
είναι η απόφαση
ορισμένων χωρών να
επαναπατρίσουν μέρος των
αποθεμάτων χρυσού τους.
Χρυσός που επί χρόνια
φυλασσόταν σε
θησαυροφυλάκια της
Federal
Reserve
Bank
of
New
York
μεταφέρεται σε άλλες
τοποθεσίες, πιο κοντά
στις χώρες που τον
κατέχουν.
Η κίνηση αυτή έχει
περισσότερο συμβολικό
και στρατηγικό χαρακτήρα
παρά αποτελεί από μόνη
της ένδειξη κατάρρευσης
της εμπιστοσύνης στις
ΗΠΑ.
Το
γεωπολιτικό ρίσκο περνά
και στην τεχνολογία
Η διαφοροποίηση δεν
περιορίζεται στις αγορές
χρήματος και κεφαλαίου.
Αρχίζει να επηρεάζει και
τις αποφάσεις των
επιχειρήσεων σχετικά με
τις κρίσιμες
τεχνολογικές υποδομές.
Η επιθετική χρήση
δασμών, περιορισμών στις
εξαγωγές και
τεχνολογικών ελέγχων
έχει δημιουργήσει
προβληματισμό σε
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
σχετικά με την εξάρτησή
τους από αμερικανικές
τεχνολογίες σε
στρατηγικούς τομείς,
μεταξύ των οποίων και η
τεχνητή νοημοσύνη.
Το ερώτημα που τίθεται
είναι απλό:
Τι συμβαίνει εάν μια
επιχείρηση ή μια χώρα
εξαρτάται από μια
αμερικανική τεχνολογία
και κάποια στιγμή η
Ουάσιγκτον αποφασίσει να
περιορίσει την πρόσβαση
σε αυτή;
Το προηγούμενο των
περιορισμών προς την
Κίνα και τη Ρωσία έχει
καταστήσει το ενδεχόμενο
αυτό μέρος του
σχεδιασμού των
επιχειρήσεων και των
κυβερνήσεων.
Όπως επισημαίνει ο
Daniel
Tannebaum,
πρώην αξιωματούχος του
αμερικανικού υπουργείου
Οικονομικών και εταίρος
της Oliver
Wyman,
κυβερνήσεις και
εταιρείες πρέπει πλέον
να συνυπολογίζουν το
ενδεχόμενο η οικονομική
ισχύς των ΗΠΑ να
χρησιμοποιηθεί εναντίον
τους.
Οι ΗΠΑ παραμένουν ο
μεγαλύτερος επενδυτικός
προορισμός
Παρά τις παραπάνω
εξελίξεις, θα ήταν
υπερβολή να μιλήσει
κανείς για «φυγή» των
επενδυτών από τις ΗΠΑ.
Η αμερικανική οικονομία
εξακολουθεί να διαθέτει
τεράστια πλεονεκτήματα:
τη μεγαλύτερη και
βαθύτερη κεφαλαιαγορά
στον κόσμο, κορυφαίες
τεχνολογικές
επιχειρήσεις, ισχυρό
οικοσύστημα καινοτομίας
και το δολάριο ως βασικό
νόμισμα του παγκόσμιου
εμπορίου και των
χρηματοπιστωτικών
συναλλαγών.
Οι επενδύσεις στις
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης αυξάνονται με
εκρηκτικούς ρυθμούς, ενώ
ιδιωτικά κεφάλαια
εξακολουθούν να
κατευθύνονται προς
αμερικανικές
επιχειρήσεις και έργα.
Ο υπουργός Οικονομικών
Scott
Bessent
υποστηρίζει ακριβώς αυτή
την πλευρά της εικόνας,
επισημαίνοντας ότι οι
ΗΠΑ εξακολουθούν να
είναι ο παγκόσμιος
ηγέτης και ότι ο
ανταγωνισμός δεν
αποτελεί απειλή για μια
χώρα που διατηρεί την
ηγετική της θέση.
Το πραγματικό ζήτημα
είναι η διαφοροποίηση
Επομένως, η εικόνα δεν
είναι αυτή μιας ξαφνικής
αποχώρησης του κόσμου
από τις ΗΠΑ.
Είναι περισσότερο μια
σταδιακή αλλαγή
στη διαχείριση του
κινδύνου.
Κεντρικές τράπεζες
διαφοροποιούν τα
αποθεματικά τους. Ο
χρυσός αποκτά μεγαλύτερο
βάρος. Το μερίδιο του
δολαρίου στα
συναλλαγματικά αποθέματα
μειώνεται. Οι επενδυτές
απαιτούν υψηλότερες
αποδόσεις για το
αμερικανικό χρέος. Οι
επιχειρήσεις εξετάζουν
πλέον και τον
γεωπολιτικό κίνδυνο που
ενσωματώνεται στην
εξάρτηση από
αμερικανικές
τεχνολογίες.
Κανένα από αυτά τα
στοιχεία από μόνο του
δεν αρκεί για να
αμφισβητήσει την
κυριαρχία των ΗΠΑ.
Συνδυαστικά, όμως,
δείχνουν κάτι σημαντικό:
ο υπόλοιπος
κόσμος δεν θεωρεί πλέον
δεδομένο ότι η
αμερικανική οικονομική
ισχύς θα παραμείνει
αμετάβλητη για πάντα.
Και για τις αγορές αυτή
μπορεί να είναι η
σημαντικότερη εξέλιξη.
Δεν χρειάζεται να
υπάρξει αντικατάσταση
του δολαρίου από το
ευρώ, το γουάν ή κάποιο
άλλο νόμισμα για να
αλλάξει το παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Αρκεί οι κεντρικές
τράπεζες, τα κρατικά
επενδυτικά ταμεία και οι
μεγάλες επιχειρήσεις να
αρχίσουν να σκέφτονται
διαφορετικά και να
κρατούν λίγο
λιγότερα αμερικανικά
περιουσιακά στοιχεία και
λίγο περισσότερα
εναλλακτικά.
Μια τέτοια διαδικασία
δεν δημιουργεί
απαραίτητα μια νέα
παγκόσμια νομισματική
τάξη από τη μία ημέρα
στην άλλη.
Μπορεί όμως, σταδιακά,
να οδηγήσει σε έναν
κόσμο όπου η αμερικανική
οικονομική κυριαρχία θα
παραμένει ισχυρή, αλλά
θα είναι
λιγότερο απόλυτη από
ό,τι ήταν τις
προηγούμενες δεκαετίες.
|