|
Το κόστος του χρέους
ξεπερνά πλέον την άμυνα
Το μέγεθος του
προβλήματος γίνεται
αντιληπτό από το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους.
Το 2025 η ομοσπονδιακή
κυβέρνηση των ΗΠΑ
κατέβαλε περίπου 970
δισ. δολάρια μόνο για
τόκους, σύμφωνα με το
Congressional
Budget
Office.
Για το 2026 οι καθαρές
δαπάνες τόκων αναμένεται
να ξεπεράσουν το 1 τρισ.
δολάρια.
Πρόκειται για ποσό που
υπερβαίνει τις συνολικές
αμερικανικές αμυντικές
δαπάνες. Με άλλα λόγια,
το αμερικανικό Δημόσιο
κατευθύνει πλέον σχεδόν
3 δισ. δολάρια την ημέρα
στους πιστωτές του.
Την ίδια στιγμή, το
ομοσπονδιακό χρέος
προσεγγίζει πλέον τα 40
τρισ. δολάρια,
δημιουργώντας μια
δημοσιονομική
πραγματικότητα πολύ
διαφορετική από εκείνη
προηγούμενων δεκαετιών.
Το αμερικανικό Δημόσιο
χρηματοδοτείται μέσω
τριών βασικών κατηγοριών
τίτλων:
T-Bills:
διάρκειας από έναν μήνα
έως ένα έτος, με
αποδόσεις περίπου
3,7%-4%.
T-Notes:
διάρκειας από 2 έως 10
έτη, με αποδόσεις
περίπου 4,2%-4,7%.
T-Bonds:
διάρκειας 20 έως 30
ετών, με αποδόσεις που
φτάνουν περίπου στο
5,3%.
Η διαφορά στις αποδόσεις
εξηγεί γιατί το
υπουργείο Οικονομικών
έχει κίνητρο να αυξάνει
την έκδοση των
βραχυπρόθεσμων τίτλων.
Η μεγάλη στροφή προς τα
T-Bills
Η αλλαγή στη δομή του
αμερικανικού χρέους
είναι ιδιαίτερα
χαρακτηριστική.
Από το 2014 έως το 2025,
το μερίδιο των
Treasury
Notes
στο συνολικό δημόσιο
χρέος υποχώρησε από
περίπου 67% στο 52%. Την
ίδια περίοδο, το ποσοστό
των T-Bills
αυξήθηκε από 13% σε 22%.
Πρόκειται για ιδιαίτερα
υψηλό ποσοστό σε διεθνή
σύγκριση. Σύμφωνα με τα
στοιχεία που
παρατίθενται από τη
Handelsblatt,
το βραχυπρόθεσμο χρέος
των ΗΠΑ αντιστοιχεί σε
πολύ μεγαλύτερο ποσοστό
του συνολικού χρέους από
ό,τι στη Γερμανία, όπου
βρίσκεται περίπου στο
5,8%, ή στην Ιαπωνία,
όπου διαμορφώνεται κοντά
στο 11,7%.
Η Goldman
Sachs
εκτιμά μάλιστα ότι οι
εκδόσεις T-Bills
ενδέχεται να
υπερδιπλασιαστούν το
2026, φτάνοντας περίπου
τα 827 δισ. δολάρια από
360 δισ. δολάρια το
2025.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία,
επειδή το
Treasury
Borrowing
Advisory
Committee
θεωρεί ως ενδεικτικό
εύρος ένα ποσοστό
15%-20% για τα T-Bills.
Οι ΗΠΑ έχουν πλέον
κινηθεί πάνω από αυτό το
επίπεδο.
Δεν σημαίνει ότι υπάρχει
άμεσος κίνδυνος κρίσης.
Σημαίνει όμως ότι η
αμερικανική κυβέρνηση
έχει αυξήσει σημαντικά
την έκθεσή της στη
βραχυπρόθεσμη
χρηματοδότηση.
Το πρόβλημα του
rollover
risk
Ο βασικός κίνδυνος είναι
το λεγόμενο
rollover
risk,
δηλαδή ο κίνδυνος
αναχρηματοδότησης.
Ένα 30ετές ομόλογο
εκδίδεται σήμερα και το
Δημόσιο γνωρίζει ότι η
συγκεκριμένη
χρηματοδότηση παραμένει
κλειδωμένη για τρεις
δεκαετίες. Ένα T-Bill,
αντίθετα, λήγει σε
λίγους μήνες και πρέπει
να αντικατασταθεί με νέο
χρέος.
Επομένως, όσο μεγαλύτερη
είναι η συμμετοχή των
T-Bills
στη χρηματοδοτική δομή,
τόσο μεγαλύτερο μέρος
του αμερικανικού χρέους
επηρεάζεται άμεσα από
τις μελλοντικές συνθήκες
στις αγορές.
Εάν τα επιτόκια
παραμείνουν χαμηλά, η
επιλογή αυτή λειτουργεί
υπέρ του αμερικανικού
Δημοσίου. Εάν όμως
υπάρξει νέα άνοδος των
επιτοκίων, το κόστος
αναχρηματοδότησης
αυξάνεται πολύ ταχύτερα.
Και αυτό συμβαίνει σε
μια περίοδο κατά την
οποία το χρέος είναι ήδη
τεράστιο.
Το 2007, πριν από τη
χρηματοπιστωτική κρίση,
το δημόσιο χρέος
αντιστοιχούσε περίπου
στο 65% του ΑΕΠ. Το 2025
είχε ανέλθει στο 124%.
Άρα, η ίδια αύξηση του
κόστους χρήματος έχει
σήμερα πολύ μεγαλύτερη
δημοσιονομική επίπτωση.
Γιατί ανεβαίνουν οι
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων ομολόγων
Υπάρχει και μια δεύτερη
διάσταση.
Με την έκδοση
περισσότερων T-Bills,
το υπουργείο Οικονομικών
περιορίζει την ανάγκη
έκδοσης μακροπρόθεσμων
τίτλων. Θεωρητικά, η
μικρότερη προσφορά
μακροπρόθεσμων ομολόγων
θα μπορούσε να στηρίξει
τις τιμές τους και να
περιορίσει τις
αποδόσεις.
Στην πράξη όμως, οι
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων
Treasuries
παραμένουν ιδιαίτερα
υψηλές.
Η απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού ομολόγου
κινήθηκε πρόσφατα στο
4,683%, ενώ το 30ετές
άγγιξε το 5,29%, επίπεδο
που παραπέμπει στις
υψηλότερες αποδόσεις των
τελευταίων ετών.
Αυτό είναι ένα σημαντικό
μήνυμα των αγορών.
Οι επενδυτές απαιτούν
υψηλότερη αποζημίωση για
να κρατήσουν
μακροπρόθεσμο
αμερικανικό χρέος, καθώς
αξιολογούν όχι μόνο τον
πληθωρισμό και τη
νομισματική πολιτική
αλλά και τη
δημοσιονομική πορεία των
ΗΠΑ.
Με απλά λόγια, το
πρόβλημα δεν είναι πλέον
μόνο πόσο κοστίζει η
έκδοση νέου χρέους.
Είναι και το κατά πόσο
οι αγορές είναι
διατεθειμένες να
χρηματοδοτήσουν
μακροπρόθεσμα ένα ολοένα
μεγαλύτερο αμερικανικό
χρέος χωρίς να απαιτούν
ολοένα υψηλότερες
αποδόσεις.
Η παγίδα για τις
τράπεζες
Η μαζική έκδοση T-Bills
δημιουργεί παράλληλα
πιέσεις στο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Οι μεγάλες τράπεζες
λειτουργούν ως
primary
dealers
και διαδραματίζουν
κεντρικό ρόλο στις
δημοπρασίες των
αμερικανικών κρατικών
τίτλων. Όταν όμως
αγοράζουν μεγάλες
ποσότητες T-Bills,
δεσμεύουν ρευστότητα
στους ισολογισμούς τους.
Υπό κανονικές συνθήκες,
η αγορά repo
μπορεί να λειτουργήσει
ως μηχανισμός
ανακύκλωσης της
ρευστότητας μεταξύ των
τραπεζών.
Όταν όμως η διαθέσιμη
ρευστότητα περιορίζεται
σε ολόκληρο το τραπεζικό
σύστημα, η
Federal
Reserve
μπορεί να χρειαστεί να
παρέμβει.
Αυτό δημιουργεί ένα
ιδιαίτερο παράδοξο.
Το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών αυξάνει τις
εκδόσεις βραχυπρόθεσμου
χρέους για να μειώσει το
κόστος χρηματοδότησης,
αλλά η υπερβολική
προσφορά τίτλων μπορεί
τελικά να δημιουργήσει
πιέσεις στη ρευστότητα
του χρηματοπιστωτικού
συστήματος.
Σε αυτή την περίπτωση η
Fed
καλείται να λειτουργήσει
ως αγοραστής έσχατης
ανάγκης, παρέχοντας
ρευστότητα μέσω της
αγοράς κρατικών τίτλων.
Η Fed
βρίσκεται μπροστά σε ένα
δύσκολο δίλημμα
Εδώ βρίσκεται ίσως ο
μεγαλύτερος κίνδυνος.
Η Federal
Reserve
επιδιώκει να διατηρεί
τον ισολογισμό της υπό
έλεγχο και να περιορίζει
σταδιακά το τεράστιο
αποτύπωμα που
δημιούργησαν οι
προηγούμενες περίοδοι
ποσοτικής χαλάρωσης.
Την ίδια στιγμή όμως, η
αυξανόμενη έκδοση
T-Bills
δημιουργεί ανάγκες
ρευστότητας που μπορούν
να οδηγήσουν την
κεντρική τράπεζα σε νέες
αγορές τίτλων.
Εάν η Fed
αναγκάζεται να αγοράζει
T-Bills
προκειμένου να διατηρεί
επαρκή ρευστότητα στο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα, τότε η
συρρίκνωση του
ισολογισμού της γίνεται
δυσκολότερη.
Ακόμη πιο προβληματικό
είναι το ενδεχόμενο μιας
νέας μεγάλης κρίσης.
Σε μια τέτοια περίπτωση,
η Fed
θα έπρεπε πιθανότατα να
μειώσει τα επιτόκια και
να παρέμβει στις αγορές
ομολόγων. Όμως η
τεράστια ποσότητα
βραχυπρόθεσμου χρέους
σημαίνει ότι μια αύξηση
των επιτοκίων θα
μεταφερόταν πολύ γρήγορα
στο κόστος
χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου.
Έτσι δημιουργείται ένας
φαύλος κύκλος:
υψηλό χρέος →
μεγαλύτερες ανάγκες
χρηματοδότησης →
περισσότερα T-Bills
→ συχνότερη
αναχρηματοδότηση →
μεγαλύτερη ευαισθησία
στα επιτόκια → αυξημένο
κόστος τόκων.
Το πιο ανησυχητικό
σενάριο: δημοσιονομική
κυριαρχία
Η κατάσταση αυτή
δημιουργεί έναν κίνδυνο
που οι οικονομολόγοι
περιγράφουν ως
fiscal
dominance,
δηλαδή δημοσιονομική
κυριαρχία.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η
νομισματική πολιτική
αρχίζει να περιορίζεται
από τις ανάγκες
χρηματοδότησης του
Δημοσίου.
Κανονικά, η Fed
αυξάνει τα επιτόκια όταν
θεωρεί ότι πρέπει να
περιορίσει τον
πληθωρισμό, ανεξάρτητα
από το κόστος που αυτό
προκαλεί στην κυβέρνηση.
Όταν όμως το Δημόσιο
έχει τεράστιο όγκο
βραχυπρόθεσμου χρέους,
μια αύξηση των επιτοκίων
μεταφράζεται σχεδόν
άμεσα σε υψηλότερες
δαπάνες τόκων.
Η Fed
επομένως βρίσκεται
μπροστά σε μια δύσκολη
επιλογή: να ασκήσει την
πολιτική που απαιτεί η
οικονομία ή να λάβει
υπόψη τις δημοσιονομικές
συνέπειες μιας απότομης
αύξησης του κόστους
εξυπηρέτησης του χρέους.
Αυτό ακριβώς είναι το
σενάριο που οι κεντρικοί
τραπεζίτες θέλουν να
αποφύγουν.
Ποιος αγοράζει τελικά
όλα αυτά τα T-Bills;
Μέχρι στιγμής υπάρχει
σημαντική ζήτηση.
Ένας από τους βασικούς
αγοραστές είναι η ίδια η
Fed,
η οποία μέσω των πράξεων
διαχείρισης των
αποθεματικών μπορεί να
απορροφά βραχυπρόθεσμους
κρατικούς τίτλους.
Η δεύτερη μεγάλη πηγή
ζήτησης είναι τα
money
market
funds.
Τα συγκεκριμένα κεφάλαια
έχουν εξελιχθεί σε
βασικό αποδέκτη των
T-Bills,
καθώς προσφέρουν στους
επενδυτές έναν συνδυασμό
ασφάλειας, υψηλής
ρευστότητας και
αποδόσεων που είναι
ελκυστικές σε σχέση με
τις απλές τραπεζικές
καταθέσεις.
Έτσι, δημιουργείται ένας
ιδιαίτερος μηχανισμός.
Το αμερικανικό Δημόσιο
εκδίδει περισσότερα
T-Bills,
τα money
market
funds
τα αγοράζουν, ενώ η
Fed
μπορεί να λειτουργεί ως
σταθεροποιητικός
αγοραστής όταν
προκύπτουν προβλήματα
ρευστότητας.
Το μοντέλο αυτό μπορεί
να λειτουργήσει για
αρκετό χρονικό διάστημα.
Δεν λύνει όμως το βασικό
πρόβλημα: το συνολικό
χρέος συνεχίζει να
αυξάνεται.
Η ανάπτυξη και η
AI
δεν αρκούν
Η πραγματική λύση θα
ήταν η αμερικανική
οικονομία να
αναπτύσσεται ταχύτερα
από το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους.
Οι προβλέψεις όμως δεν
δείχνουν κάτι τέτοιο.
Για το 2026 το
CBO
προβλέπει πραγματική
ανάπτυξη περίπου 2,2%,
ενώ το δημοσιονομικό
έλλειμμα εκτιμάται κοντά
στο 5,8% του ΑΕΠ.
Ακόμη και μια σημαντική
αύξηση της
παραγωγικότητας λόγω της
τεχνητής νοημοσύνης δεν
φαίνεται ικανή από μόνη
της να κλείσει το
δημοσιονομικό κενό.
Η AI
μπορεί να ενισχύσει την
παραγωγικότητα, να
αυξήσει την οικονομική
ανάπτυξη και να
διευρύνει τη φορολογική
βάση. Δεν μπορεί όμως
εύκολα να αντιμετωπίσει
ένα έλλειμμα που
παραμένει επίμονα υψηλό
και ένα χρέος που
αυξάνεται ταχύτερα από
την οικονομία.
Το πραγματικό πρόβλημα
δεν είναι τα T-Bills
Τα T-Bills
από μόνα τους δεν
αποτελούν πρόβλημα.
Είναι ένα απολύτως
φυσιολογικό εργαλείο
διαχείρισης δημόσιου
χρέους.
Το ζήτημα είναι η έκταση
στην οποία
χρησιμοποιούνται.
Όσο η αμερικανική
κυβέρνηση μεταφέρει όλο
και μεγαλύτερο μέρος της
χρηματοδότησής της προς
βραχυπρόθεσμους τίτλους,
τόσο μειώνεται η
διάρκεια του χρέους και
αυξάνεται η ανάγκη
συνεχούς
αναχρηματοδότησης.
Η επιλογή μπορεί να
μειώνει το κόστος
σήμερα, αλλά αυξάνει την
ευαισθησία του Δημοσίου
στις συνθήκες του αύριο.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα
σημαντικό σε μια
οικονομία όπου το χρέος
έχει ήδη ξεπεράσει το
120% του ΑΕΠ.
Τελικά, το μεγάλο
ερώτημα δεν είναι εάν οι
ΗΠΑ μπορούν να
συνεχίσουν να εκδίδουν
T-Bills.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι
για πόσο ακόμη μπορούν
να χρησιμοποιούν τον
βραχυπρόθεσμο δανεισμό
ως υποκατάστατο μιας
πραγματικής
δημοσιονομικής
προσαρμογής.
Διότι όσο το χρέος
αυξάνεται και η διάρκεια
της χρηματοδότησης
μικραίνει, το
αμερικανικό Δημόσιο
γίνεται ολοένα πιο
ευαίσθητο σε μια αλλαγή
των επιτοκίων, σε μια
κρίση ρευστότητας ή σε
μια απώλεια εμπιστοσύνης
των επενδυτών.
Και τότε το εργαλείο που
σήμερα λειτουργεί ως
«αμορτισέρ» μπορεί να
μετατραπεί στον ίδιο τον
μηχανισμό που θα
ενισχύσει τους
κραδασμούς.
|