|
Η
εξέλιξη δείχνει ότι η
παρέμβαση του Treasury
μπορεί να λειτουργεί ως
προσωρινό «μαξιλάρι» για
την αγορά, δεν
αντιμετωπίζει όμως τις
βαθύτερες αιτίες που
έχουν οδηγήσει τις
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
σε πολυετή υψηλά.
Διπλασιάζονται οι
επαναγορές ομολόγων
Το
αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών ανακοίνωσε
την Τετάρτη ότι αυξάνει
τουλάχιστον στα
4 δισ. δολάρια ανά πράξη,
από 2 δισ. προηγουμένως,
το ανώτατο μέγεθος των
επαναγορών
μακροπρόθεσμου χρέους.
Το
ποσό είναι μικρό σε
σχέση με την αγορά
αμερικανικού κρατικού
χρέους, η οποία ξεπερνά
τα 32 τρισ.
δολάρια.
Ωστόσο, η κίνηση
θεωρήθηκε σημαντική σε
επίπεδο σήματος, καθώς
δείχνει ότι η
αμερικανική κυβέρνηση
ανησυχεί πλέον ανοιχτά
για την άνοδο των
μακροπρόθεσμων
επιτοκίων.
Οι
επαναγορές αφορούν
κυρίως παλαιότερες και
λιγότερο ρευστές
εκδόσεις Treasuries. Με
αυτόν τον τρόπο το
Δημόσιο επιχειρεί να
ενισχύσει τη ρευστότητα
στο long end της
καμπύλης και να
περιορίσει τον κίνδυνο
μιας άτακτης εκτίναξης
των αποδόσεων.
Ωστόσο, οι αναλυτές
προειδοποιούν ότι η
παρέμβαση δεν μπορεί να
αλλάξει εύκολα τις
βασικές ισορροπίες
προσφοράς και ζήτησης.
«Οποιαδήποτε παρέμβαση
συνήθως δεν λειτουργεί
ιδιαίτερα καλά
μακροπρόθεσμα. Μετά από
κάποιο διάστημα, οι
αποδόσεις τείνουν να
επιστρέφουν στα επίπεδα
που επικρατούσαν
προηγουμένως», δήλωσε ο
Michael Goosay, chief
investment officer για
το fixed income στην
Principal Asset
Management.
Το
πραγματικό πρόβλημα
είναι το δημοσιονομικό
Η
βασική ανησυχία των
επενδυτών δεν αφορά
πλέον μόνο τη
νομισματική πολιτική της
Federal Reserve. Στο
επίκεντρο βρίσκεται
ολοένα περισσότερο η
δημοσιονομική
κατάσταση των ΗΠΑ,
καθώς οι τεράστιες
ανάγκες δανεισμού
αυξάνουν την προσφορά
κρατικών ομολόγων σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι επενδυτές απαιτούν
υψηλότερη αποζημίωση για
να αναλάβουν
μακροπρόθεσμο κίνδυνο.
Η
JPMorgan εκτιμά ότι η
παρέμβαση του Treasury
δεν αντιμετωπίζει τα
βασικά προβλήματα που
πιέζουν τις τιμές των
ομολόγων, μεταξύ των
οποίων βρίσκονται τα
μη βιώσιμα
δημοσιονομικά ελλείμματα
και η άνοδος των
προσδοκιών για τον
πληθωρισμό.
Η
εξέλιξη δημιουργεί
παράλληλα ένα νέο
ερώτημα για τις αγορές:
ποιος επηρεάζει
πλέον περισσότερο τις
γενικότερες
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες, η Federal
Reserve ή το Treasury;
Η
αμερικανική κυβέρνηση
έχει ήδη προχωρήσει σε
παρέμβαση στις αγορές
συναλλάγματος,
αγοράζοντας γιεν πριν
από λίγες εβδομάδες,
γεγονός που ενισχύει την
εντύπωση ότι η
Ουάσιγκτον είναι
διατεθειμένη να
χρησιμοποιήσει
περισσότερο ενεργά το
Treasury για να
περιορίσει τις πιέσεις
στις αγορές.
Το
δολάριο ανακάμπτει
Η
πτώση των αμερικανικών
αποδόσεων την Τετάρτη
είχε οδηγήσει σε ισχυρό
sell-off στο δολάριο, το
οποίο υποχώρησε σχεδόν
1% σε μία ημέρα,
στη μεγαλύτερη ημερήσια
πτώση του από τον
Μάρτιο.
Την
Πέμπτη, όμως, το
αμερικανικό νόμισμα
ανέκαμψε μερικώς, καθώς
οι αποδόσεις των
Treasuries άρχισαν και
πάλι να κινούνται
ανοδικά. Ο δείκτης
δολαρίου διαμορφώθηκε
γύρω στις 98,83
μονάδες.
Η
ING εκτιμά ότι η
παρέμβαση του Treasury
προσφέρει, τουλάχιστον
οριακά, μεγαλύτερη
ασφάλεια στους επενδυτές
ότι δεν θα υπάρξει μια
ανεξέλεγκτη κατάρρευση
των τιμών των
μακροπρόθεσμων ομολόγων.
Αυτό θα μπορούσε
προσωρινά να στηρίξει το
επενδυτικό κλίμα και να
ευνοήσει ένα περιβάλλον
ελαφρώς πιο risk-on.
Παγκόσμια κρίση στο long
end
Η
αναταραχή δεν
περιορίζεται στις ΗΠΑ.
Οι μακροπρόθεσμες
αποδόσεις έχουν ανέβει
σε υψηλά πολλών
δεκαετιών σε μεγάλες
αγορές, καθώς οι
κυβερνήσεις καλούνται να
χρηματοδοτήσουν ολοένα
μεγαλύτερες δαπάνες για
άμυνα, κοινωνική
προστασία και
αντιμετώπιση των
συνεπειών διαδοχικών
κρίσεων.
Στη
Γερμανία, οι αποδόσεις
των 10ετών και 30ετών
ομολόγων έφτασαν σε
υψηλά 15 ετών, ενώ στην
Ιαπωνία οι αποδόσεις
έχουν εκτοξευθεί σε
επίπεδα τριών δεκαετιών.
Η
γερμανική κυβέρνηση έχει
επισημάνει ότι η αύξηση
των αμυντικών δαπανών
λόγω της ρωσικής
επιθετικότητας αυξάνει
τις ανάγκες
χρηματοδότησης, ενώ στην
Ιαπωνία η άνοδος των
αποδόσεων επιβαρύνει το
κόστος εξυπηρέτησης του
ήδη υψηλού δημόσιου
χρέους.
Στις ΗΠΑ, το συνολικό
δημόσιο χρέος έχει πλέον
ξεπεράσει τα 40
τρισ. δολάρια,
έχοντας υπερδιπλασιαστεί
από το 2017.
Η
παρέμβαση αγοράζει
χρόνο, όχι λύση
Το
βασικό συμπέρασμα για
τις αγορές είναι ότι το
Treasury μπορεί να
περιορίσει προσωρινά την
ένταση στο long end,
αλλά δύσκολα μπορεί να
ανατρέψει μια τάση που
τροφοδοτείται από
μεγάλα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, αυξημένη
προσφορά ομολόγων και
επίμονο πληθωριστικό
κίνδυνο.
Όπως επισημαίνει ο Eric
Robertsen της Standard
Chartered, η άνοδος των
αμερικανικών αποδόσεων
δεν φαίνεται να
οφείλεται σε «παράλογες»
συνθήκες της αγοράς.
Αντίθετα, η παρέμβαση
του Treasury υποδηλώνει
ότι οι αποδόσεις έφτασαν
σε επίπεδα που η
κυβέρνηση θεωρεί πλέον
προβληματικά.
Το
κρίσιμο ερώτημα,
επομένως, δεν είναι αν
το Treasury μπορεί να
προκαλέσει μια προσωρινή
υποχώρηση των αποδόσεων.
Μπορεί.
Το ερώτημα είναι αν
μπορεί να αντιστρέψει τη
μακροπρόθεσμη τάση.
Μέχρι στιγμής, η αγορά
δίνει μάλλον αρνητική
απάντηση: λίγες μόλις
ώρες μετά την παρέμβαση,
το 30ετές Treasury
επέστρεψε πάνω από το
5,2%,
δείχνοντας ότι οι
επενδυτές εξακολουθούν
να απαιτούν υψηλότερη
απόδοση για να
χρηματοδοτήσουν το
αμερικανικό Δημόσιο σε
μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
|